Η εργασιακή προσαρμογή στο νέο ψηφιακό περιβάλλον – πέρα από την φιλολογική συζήτηση

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Αν και θα περίμενε κανείς την πρωτοβουλία να είχε αναλάβει το πολιτικό σύστημα – από την κυβερνητική πλευρά έχουν ακουστεί καθησυχαστικά λογάκια, από την Αντιπολίτευση καταγγελτικές τοποθετήσεις, αλλά από ουσιαστική συζήτηση λίγα πράγματα – κι ακόμη περισσότερο η συνδικαλιστική πλευρά, καθώς το θέμα αφορά κατεξοχήν τον κόσμο της εργασίας –  εδώ η αλήθεια είναι ότι υπήρξαν επισημάνσεις, αλλά περισσότερο με χαρακτήρα παραπόνου – , τελικά η πρωτοβουλία συζήτησης μας έρχεται από τον ΣΕΒ και δη μέσω Βρυξελλών.

Ο λόγος για την εξαιρετικά σημαντική για το αύριο, ήδη όμως με επιπτώσεις στην εργασιακή καθημερινότητα τις ημέρες του Covid-19, προσαρμογή στο νέο ψηφιακό περιβάλλον. Εδώ, ο αναγνώστης ίσως αναρωτηθεί «μα, αυτό το έχουμε ακούσει να συζητιέται και να ξανασυζητιέται, σε συνέδρια και σε τηλεπαράθυρα, εκατοντάδες φορές – ιδίως τώρα με την τηλεργασία». Σωστό!  Όμως η συζήτηση παρέμενε ακόμη και τώρα αρκετά φιλολογική. Τι αλλάζει, ή μάλλον τι πάει να αλλάξει τώρα, τώρα που η ίδια η έννοια «τόπος εργασίας» έχει από μόνη της μεταβληθεί/επαναπροσδιορισθεί για αρκετόν κόσμο; Αλλάζει – ας το πούμε έτσι – η συνειδητοποίηση ότι υποδομές, εξοπλισμός, καθώς και επιχειρηματικές αποφάσεις και κανονιστικές ρυθμίσεις (=επιβολή της τηλεργασίας) δεν αρκούν. χρειάζεται και η προσαρμογή (=αποδοχή) από πλευράς των εργαζομένων, χρειάζεται και η μεταβολή (=επανασχεδιασμός, ξεκούνημα) των συστημάτων οργάνωσης της εργασίας.

Ήρθε λοιπόν – Ιούνιο του 2020, στο μέσον της κρίσης του Covid – και ανακοινώθηκε Ευρωπαϊκή Συμφωνία-πλαίσιο για την ψηφιοποίηση, μετά από πολύμηνες διαβουλεύσεις εργοδοτών/εργαζομένων. Ευλόγως ο αναγνώστης θα θυμηθεί το Σαιξπηρικό words, words, words. Όμως ήδη η Ευρωδέσμευση της εργοδοτικής πλευράς για χρήση των τεχνολογιών «με θετικό τρόπο για την παραγωγικότητα [αλλά και] την εξασφάλιση της απασχόλησης και την βελτίωση των συνθηκών εργασίας», δείχνει ότι συνειδητοποιείται πως η συζήτηση θα χρειαστεί να μην παραμείνει θεωρητική. Καθώς στην Ευρώπη όλα έχουν δυο όψεις, η πλευρά των εργαζομένων θα κληθεί να στηρίξει «την ανάπτυξη των επιχειρήσεων με αναγνώριση του ρόλου των ψηφιακών τεχνολογιών στην ανταγωνιστικότητά τους» Όλα αυτά, μέσα από διαδικασίες κοινωνικού διαλόγου και συλλογικές συμβάσεις σε διάφορα επίπεδα.

Στην Ελλάδα «μας» , λοιπόν, που σύμφωνα με Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατατάσσεται στην 27η θέση (επί συνόλου… 28) του Δείκτη Ψηφιακής Οικονομίας και Κοινωνίας, η συνειδητοποίηση του ότι «το αύριο θα είναι ψηφιακό αλλιώς θα παραμείνει χθες, προχωράει μεν (ελέω Πιερρακάκη και Covid) , αλλά στο συγκεκριμένο μέτωπο βραδυπορεί. Είδαμε, με την ευκαιρία της τηλεκπαίδευσης πόσο εύκολα αναρριπίζονται τα αρνητικά αντανακλαστικά όταν υπάρχει η αίσθηση της άνωθεν επιβολής, με την εναντίωση των εκπαιδευτικών (που δεν είναι, δα, και οι πιο  δυσπροσάρμοστοι) στην χρήση της τεχνολογίας.

Επισημαίνει δε ο ΣΕΒ (πάλι να το σημειώσουμε: ο ΣΕΒ, όχι η εργατική συνδικαλιστική εκπροσώπηση ) ότι η Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση που ήδη πλησιάζει τα 3 χρόνια ζωής της περιλάμβανε ρητή αναφορά σε κοινή μελέτη και έργα με λογική «μέλλοντος της εργασίας» – χωρίς κάτι να έχει κινηθεί ακόμη. Ήρθε βέβαια η πολιτική αλλαγή (πάντα οι αλλαγές στην Ελλάδα κόβουν τον βηματισμό), επέπεσε κι ο Covid… Ωστόσο, τώρα που η ΓΣΕΕ κάλεσε, στο κλείσιμο του χρόνου, η υπογραφή νέας ΕΓΣΣΕ οι συνθήκες είναι υπερώριμες ειδικά αυτό το ζήτημα να συζητηθεί και να συμφωνηθεί ένα πλέγμα ρυθμίσεων. Ο ΣΕΒ μιλάει για «υιοθέτηση της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας-πλαίσιο σε εθνικό επίπεδο, πλην όμως με δεδομένες τις διαβόητες «ιδιαιτερότητες» της Ελληνικής μας περίπτωσης μάλλον θα χρειαστεί κάτι πολύ περισσότερο. (Πλην αν λειτουργήσει η άλλη ελληνική πατέντα: if it works – somehow – don’t fix it. Πιο κλασσικά: μη μου τους κύκλους τάραττε).