Η έξοδος από την Ενισχυμένη Εποπτεία και η πρόκληση της αυτοσυγκράτησης …μπροστά στις αγορές

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Για αρκετές ημέρες θα ακούμε να γίνεται λόγος – εύλογο, αυτό – για την έξοδο της Ελλάδας/της Ελληνικής οικονομίας – από το καθεστώς της Ενισχυμένης Εποπτείας (ή Παρακολούθησης), της Enhanced Surveillance, από τις 20 Αυγούστου. Με συγκρατημένη πανηγυρικότητα, την υπεδέχθη/ανακοίνωσε το περασμένο Σάββατο με διαγγελματικό του μήνυμα από το Μαξίμου – θέα κήπου, όχι φόντο Βρεφοκρατούσα του Παρθένη – κάνοντας λόγο για «ιστορική ημέρα», η οποία ανοίγει «νέο, καθαρό αναπτυξιακό ορίζοντα», ο Πρωθυπουργός. Την ίδια έξοδο χαιρέτισε και η Ν.Δ. με σποτ της, το οποίο «χαρίζει» την μνήμη των Μνημονίων στον Γιώργο Παπανδρέου (Καστελλόριζο) και τον Αλέξη Τσίπρα (δημοψήφισμα).

Την έξοδο από το καθεστώς της Ενισχυμένης Εποπτείας αποφάσισε το Eurogroup στις 15 Ιουλίου, μετά από εισήγηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που βασίστηκε στην διαπίστωση ότι η χώρα «ανταποκρίθηκε στο μεγαλύτερο μέρος (the bulk) των δεσμεύσεων πολιτικής που είχε αναλάβει» (αν τυχαίνει να είσαστε στην αναμονή για την σύνταξη ή το εφάπαξ σας, επί χρόνια, μην ανησυχείτε: είπαμε, «the bulk»!), συν ότι ολοκλήρωσε την αποπληρωμή των οφειλόμενων στο ΔΝΤ δανείων (τον πλέον τζαναμπέτη πιστωτή, έλαβε 8 δις ευρώ τα τελευταία χρόνια) και ότι… έχουν αρθεί τα capital controls (τώρα, πού το θυμήθηκαν αυτό στο Eurogroup μετά το 2019, έχει χάζι!).

Η Ελλάδα έχει μέχρι τον Οκτώβριο ή/και το τέλος του 2022 για να δείξει ότι έχει υλοποιήσει δυο ντουζίνες πρόσθετες μεταρρυθμίσεις (που φρέναραν με την πανδημία, ξαναφρέναραν με το Ουκρανικό) προκειμένου να δει την απτή πλευρά της ολοκλήρωσης και αυτής της σειράς προϋποθέσεων – δηλαδή την επιστροφή σχεδόν 750 εκατ. ευρώ από τα κέρδη των Κεντρικών Τραπεζών από τον (ακριβό) σωστικό δανεισμό προς την Ελλάδα, των SMPs+ANFAs. Όμως αυτή η διάσταση έχει περιορισμένο ενδιαφέρον, είναι περισσότερο θέμα αναμνήσεων των «ηρωϊκών» εποχών που αναμενόταν η εκάστοτε έκθεση της Τρόικας/των Θεσμών για να συνεχίσει να λειτουργεί η Ελληνική οικονομία. Τώρα, το πιο σημαντικό είναι να συνεχίσει η Ελλάδα να πείθει τις Βρυξέλλες ότι εφαρμόζει με σωφροσύνη και αυτοσυγκράτηση τις (δημοσιονομικές, βασικά) δυνατότητες που της ανοίγει η – συνεχιζόμενη και για το 2023 – ισχύς της «γενικής ρήτρας διαφυγής» του Συμφώνου Σταθερότητας. Τις Βρυξέλλες και… τις αγορές.

Γι’ αυτό και, παρά την άνθιση των φημών και πληροφοριών (τα δυο αυτά, σε προεκλογική φάση που βρισκόμαστε και σε ανάγκη «αλλαγής θέματος» από τις παρακολουθήσεις της ΕΥΠ, απέχουν λίγο!) για ενισχυμένη πακέτο παροχών στην ΔΕΘ, το δίδυμο του ΥΠΟΙΚ – Σταϊκούρας και Σκυλακάκης – ναι μεν κάνει λόγο για επάνοδο στην κανονικότητα, πλην όμως επισήμαινε ότι «αυτό δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν προβλήματα». Ακόμη πιο ουσιαστικό, καλωσορίζοντας την σημαντική υπέρβαση των φορολογικών εσόδων για το 7μηνο της χρονιάς, τονιζόταν ότι «η εκτέλεση του Προϋπολογισμού είναι καλύτερη από τις αρχικές εκτιμήσεις [όχι μόνο λόγω της καλύτερης πορείας της οικονομίας, αλλά και] για λόγους που δεν έχουν μόνιμα χαρακτηριστικά». Από την καταγραφείσα υπέρβαση εσόδων της τάξεως των 5 δις, σχεδόν το 1 δις ανάγεται στην καταβολή της επιστρεπτέας προκαταβολής των επιχειρήσεων της εποχής Covid, άλλο ένα αντίστοιχο ποσό από την επιτάχυνση της καταβολής ΕΝΦΙΑ: Αμφότερα ενδιαφέροντα αλλά «δεν χρειάζεται ενθουσιασμός» (το τελευταίο, από Χρ. Σταϊκούρα). Ταμειακή ανακούφιση, λοιπόν, συν δέσμευση ότι «ο δημιουργούμενος δημοσιονομικός χώρος επιστρέφεται στην κοινωνία», αλλά… στο τέλος της χρονιάς και στο 2023. Άλλωστε και στο πρωθυπουργικό μήνυμα φρόντισαν οι αντιλαμβανόμενοι τους κινδύνους να περιλάβουν φράσεις όπως «[η έξοδος] σημαίνει μεγαλύτερη εθνική ευχέρεια στις οικονομικές μας επιλογές, όχι όμως και επιστροφή στα λάθη που έφεραν την μνημονιακή περιπέτεια».  Συν, «να διδαχθούμε […] από τις διαχρονικές και διακομματικές  ευθύνες που οδήγησαν στα Μνημόνια».

Αναμενόμενο, λοιπόν, να λέγονται ωραία και εμπνευστικά για το τι σημαίνει η έξοδος από την Ενισχυμένη Εποπτεία – ιδίως ενόψει ΔΕΘ, όπου πάντα στήνεται ένα σκηνικό αυτεπιβράβευσης και προσδοκιών. Όμως… η έξοδος απ’ αυτό το στάδιο, στο οποίο μπήκαμε το 2018, οπότε και ήταν η αληθινά σημαντική λήξη της σχεδόν 12ετούς μνημονιακής/μεταμνημονιακής περιόδου για την Ελλάδα, ήταν/θα έπρεπε να είναι αυτονόητη. Θα χρειαζόταν ιδιαίτερα άφρων διαχείριση για να ΜHN είχαμε βγει από την Ενισχυμένη Εποπτεία – η οποία, να είμαστε ειλικρινείς, περισσότερο θύμιζε καλοπροαίρετη παρακολούθηση από τις Βρυξέλλες.

Εκεί που θα κριθεί η ουσία των πραγμάτων, τώρα, είναι κατά πόσον η Ελλάδα θα κατορθώσει να κατακτήσει την πολυπόθητη επενδυτική βαθμίδα/investment grade. Κάποια στιγμή το 2023: το «πρώτο 6μηνο», ξεχάστε το, πλην αν κάποια αλχημεία – μέχρι και για προσθήκη 5ου, Ευρωπαϊκού αυτή την φορά Οίκου Αξιολόγησης στους Moody’s, S&P, Fitch, DBRS τους οποίους δέχεται μέχρι τώρα η ΕΚΤ ως κριτές του αξιόχρεου γινόταν λόγος…- επιτευχθεί το investment grade για την Ελληνική οικονομία. Περιορισμένο ενδιαφέρον έχει λοιπόν η ανακήρυξη «σε νέο εθνικό στόχο», μεγαλύτερο η συνεχιζόμενη στήριξη των Ελληνικών ομολόγων από την ΕΚΤ. Και πάλι, όμως, η απόδοση του 10ετούς ομολόγου του Ελληνικού Δημοσίου, τώρα που σχεδιάζονται οι παροχές της ΔΕΘ, κυμαινόταν στο 3,5-3,7%. Αν, δε, πάρει κανείς το θάρρος και κοιτάξει σε βάθος 52 εβδομάδων, θα δει διακύμανση από κάτω της μονάδας μέχρι 4,75%. Κάπου στο 4%-4,5% «καίγεσαι».

Α, ναι, και με κάθε τρόπο φροντίζουμε από μόνοι μας να έρθει στο προσκήνιο το country risk, ο πολιτικός κίνδυνος χώρας. Τη μια η διεκτραγώδηση της απλής αναλογικής και των διπλών/τριπλών καλπών, την άλλη η συναρπαστική διαχείριση των παρακολουθήσεων από ΕΥΠ και Predator – όλα καλά!