Η Γερμανική μεσότητα στην εκδοχή Άρμιν Λάσετ

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Ο Armin Laschet, σημερινός Πρωθυπουργός του Land της Βόρειας Ρηνανίας-Βεσφαλίας, με την εκλογή του στην Προεδρία της CDU/της Γερμανικής Χριστιανοδημοκρατίας, βρίσκεται στην θέση πιθανότερου αντικαταστάτη της Άνγκελας Μέρκελ ως Kanzlerkandidat/υποψήφιος για την Καγκελαρία στις εκλογές της 26ης Σεπτεμβρίου, «μας ενδιαφέρει» άμεσα. Δεν είναι μόνον η πρόσφατη εμπειρία των ΕλληνοΤουρκικών και της παρολίγον ανάφλεξής τους, αλλά και η σημασία  του Ταμείου Ανάκαμψης για την διαχείριση των επιπτώσεων της πανδημίας, που το δείχνει αυτό ακόμη και στους λιγότερο προσεκτικούς. είναι και η συνολική πορεία της «Ευρώπης» που το αναδεικνύει καθώς και οι γεωπολιτικές ισορροπίες του αύριο.

Όμως ακόμη περισσότερο κι από την φιγούρα του ίδιου του Λάσετ, είναι η διαδικασία από την οποία προέκυψαν και οι ισορροπίες που ανέδειξε η εν λόγω διαδικασία που αξίζει να προσεχθεί. Πρώτα-πρώτα , μην ξεχνούμε ότι όταν η Άνγκελα Μέρκελ έφυγε από την ηγεσία των Χριστιανοδημοκρατών, το 2018, μετά από 16 χρόνια σ’ αυτήν την θέση, η πρώτη διαδικασία αντικατάστασής της κατέληξε στην ανάδειξη της Αννεγκρετ Κράμπ-Κάρρενμπάουερ (την στήριξε άμεσα η Μέρκελ) σε διαδικασία του Δεκεμβρίου 2018. Με αντιπάλους, τότε, τον Φρήντριχ Μερτς (στηριζόμενο από τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, οπαδό των σκληρότερων θέσεων στην CDU) και τον Γενς Σπαν (σαφώς ηπιότερων, πολιτικά φιλελεύθερων τόνων): ο τελευταίος, στην τωρινή αναμέτρηση στήριξε τον Λάσετ ως «δίδυμο ηγεσίας». Η Κάρρενμπάουερ, γνωστότερη ως ΑΚΚ λόγω του ονόματος-γλωσσοδέτη της, δεν άντεξε την πίεση της ηγεσίας, κι έτσι άνοιξε ο νέος κύκλος διεκδίκησης, ο οποίος καθυστέρησε (λόγω κορωνοϊού) και τώρα κλείνει. Ο Λάσετ, ως πρωθυπουργός του πολυπληθέστερου και ιδιαίτερα εύπορου Land της Γερμανίας – μόνο η Βαυαρία συγκρίνεται – διεκδίκησε με επιτυχία την εξουσία από τον εκεί συνασπισμό SPD/Σοσιαλδημοκρατών και Πρασίνων: συγκυβέρνησε με τους Φιλελεύθερους/FDP του Κρίστιαν Λίντνερ, αν και ο ίδιος βρίσκεται σε οικονομικά μετριοπαθή, σε σχέση μ’ αυτούς,  κατεύθυνση.

Στην ανάδειξή του στην ηγεσία των Χριστιανοδημοκρατών, με αποκλειστικά διαδικτυακή διαδικασία μεταξύ 1001 στελεχών του κόμματος στον πρώτο γύρο βρέθηκε στην δεύτερη θέση (με 380 ψήφους έναντι των 385 του Μερτς – ο τρίτος υποψήφιος Νόρμπερτ Ρέντγκεν έλαβε 224), πλην όμως στον δεύτερο γύρο επεκράτησε με 521 έναντι 466: αυτό δείχνει ότι η λογική Μερτς/Σόιμπλε που θυμίζει την εποχή όπου «δεξιότερα από την Χριστιανοδημοκρατία, μόνον ο τοίχος!» δεν επεκράτησε, καθώς το κόμμα δεν θέλησε να κινηθεί προς την πλευρά που κατέχει πλέον η AfD/Εναλλακτική για την Γερμανία. Ούτε, κυρίως, να στραφεί προς μιαν ανάγνωση της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής συντηρητισμού και λιτότητας , που ήδη συνολικά η Ευρώπη δείχνει να εγκαταλείπει υπό την πίεση της πανδημίας του κορωνοϊού. Αντιθέτως, η επικράτηση Λάσετ θεωρείται συνειδητά επικράτηση της «λογικής της μεσότητας», με την οποία πορεύθηκε η Άνγκελα Μέρκελ. Βέβαια, η ανάδειξη Kanzlerkandidat στο CDU χρειάζεται να λάβει υπόψη και την δεύτερη του «αδελφού» κόμματος, των Χριστιανοκοινωνιστών/CSU της Βαυαρίας.

Ο ηγέτης του CSU, ο Μάρκους Σέντερ, έσπευσε μεν να συγχαρεί τον Λάσετ – «προσβλέπω στην από κοινού προσπάθειά μας» – αλλά δεν είναι βέβαιο ότι δεν θα προσέλθει ο ίδιος διεκδικητής, όσο κι αν το CSU σπανίως είχε τέτοια ευκαιρία (χρειάζεται κανείς να πάει πίσω, στο 2002 με την μάλλον άσημη Καγκελαρία Στόϊμπερ, αν μη στο 1980 με την ακραία θητεία του Φραντς Γιόζεφ Στράους για να βρει Χριστιανοκοινωνιστή Καγκελάριο). Πάντως, ο Αυστριακός Καγκελάριος Σεβάστιαν Κουρτς έχει ήδη μιλήσει πολύ θετικά για ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

Όμως… τι θα σήμαινε Καγκελαρία Λάσετ στα Ευρωπαϊκά; Ήδη , ο νέος αρχηγός της CDU – της μεγαλύτερης δηλαδή δύναμης στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα στο Ευρωκοινοβούλιο – θα χρειαστεί να τοποθετηθεί επειγόντως σχετικά με την θέση του ουγγρικού κόμματος του χώρου, του Fidesz του Βίκτορ Όρμπαν, που η συμμετοχή του βρίσκεται σε εκκρεμότητα λόγω των αχώνευτων θέσεών του. Δύσκολο ξεκίνημα!

Όσο για τα θέματα ευρύτερης εξωτερικής πολιτικής, ο Λάσετ δεν έχει δώσει πειστικό δείγμα γραφής. Όχι και τόσο βολικό για τις ελληνικές ανάγκες, αυτό.