Η κανονικοποίηση του ακραίου: η Ιταλία μετά την Σουηδία μετά…

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Όταν πριν μια 20ετία ο καβαλιέρε Σίλβιο Μπερλουσκόνι και η Forza Italia του διεμβόλιζε το Ιταλικό πολιτικό σύστημα – που το είχαμε «μάθει» να κυριαρχείται από τους Χριστιανοδημοκράτες (οι οποίοι φιλοξενούσαν από σκληρή δεξιά μέχρι κοινωνιστικό κέντρο), από ένα σχετικά φωτισμένο Κομμουνιστικό Κόμμα, συν κάτι από Σοσιαλιστικό, όλα αυτά σε μια όχι σπάνια βολική/βολεμένη συνεργασία/συνδιαχείριση σε περιφερειακό και οικονομικό επίπεδο… – αρκετοί είχαν διατυπώσει ανησυχία για μια «νέου τύπου», διαταρακτική Δεξιά στην Ευρώπη. Η οποία θα μπορούσε να τραντάξει την ίδια την Ευρωπαϊκή ενοποίηση. [Διόλου τυχαίο: την εποχή της δεύτερης – βασικής – πρωθυπουργίας Μπρελουσκόνι, ερχόταν στον β΄ γύρο των Γαλλικών Προεδρικών ο Ζαν-Marie LePen με το Front National του]. Όταν η Lega Nord του Ουμπέρτο Μπόσσι και (μετά το 2013) του Ματέο Σαλβίνι – μετά από μεσοδιάστημα Ρομπέρτο Μορόνι – πέρασε στο κέντρο των πραγμάτων, πολλοί έσπευσαν να δουν σ’ αυτήν – τώρα πλέον χωρίς εντοπισμό στον Ιταλικό Βορρά – την πραγματική Δεξιά, εθνικιστική και απομονωτική και (τα πράγματα προχωρούν…) ριζοσπαστικά αντιμεταναστευτική. Τώρα-τώρα, που οι Fratelli d’ Italia της Τζόρτζια Μελόνι βρίσκονται – με ελάχιστα συγκαλυμμένη αναγωγή σε μετα-φασιστικές ρίζες, σίγουρα πολύ πιο συντηρητική, απομονωτική σε προσέγγιση και Ευρωδιστακτική – σε θέση κεντρικής καθοδήγησης συνασπισμού της Δεξιάς για κατάληψη της εξουσίας, ο μεν καβαλιέρε φαντάζει σαν γραφική φιγούρα, ο δε σκληροπυρηνικής μνήμης Σαλβίνι οπισθοχωρεί προς το φόντο.

Βέβαια, ήδη, η Τζώρτζια Μελόνι, στενή σύμμαχος του Βίκτορ Όρμπαν/του Fidesz της Ουγγαρίας και Πρόεδρος της (μικρής, αλλά διόλου άνευρης…) Ομάδας των Συντηρητικών και Μεταρρυθμιστών στο ΕυρωΚοινοβούλιο – σχήματος Δεξιού, με κάτι από Κεντροδεξιά και από Ακροδεξιά, με 61 έδρες από 15 χώρες, εκεί και οι δικοί μας Ελληνική Λύση/Βελόπουλου – η Μελόνι έχει συμμαζέψει επ’ εσχάτων την αντι-Ευρωπαϊκή ρητορική της. Σίγουρα τις ιδέες για Italexit. Πάντα η προσέγγιση στην εξουσία στρογγυλεύει…

… Άλλωστε και οι ακραία συντηρητικοί Σουηδοί Δημοκράτες/SD, που μόλις προσήλθαν στην σύμπηξη Δεξιού συνασπισμού στην χώρα-πυρήνα της Σοσιαλδημοκρατικής παράδοσης, είχαν συγκρατήσει τον ριζοσπαστισμό του λόγου τους. Αλλά και η Μαρίν Λεπέν, στις γαλλικές Προεδρικές εκλογές του Απριλίου 2022, δεν συγκρινόταν ως προς την ριζοσπαστικότητα με τον πατέρα της (του 2002) αλλά και με τον εαυτό της (του 2017).

Όσο θα γράφονται οι αποτιμήσεις των Ιταλικών εκλογών της 24ης Σεπτεμβρίου 2022, οι δυο κεντρικές συζητήσεις που – θαρρούμε – θα ανοίξουν είναι (α) τι κάνει/τι έκανε την ευρύτερη ΚεντροΑριστερά στην Ιταλία να είναι τόσο αναποτελεσματική και (β) πόσο «επικίνδυνο» θα είναι ένα σχήμα Δεξιάς/Κεντροδεξιάς με σιδηρούν βραχίονα Μελόνι.

Τολμούμε να πούμε ότι σαφώς μεγαλύτερη σημασία έχει το λιγότερο συζητούμενο: τι, δηλαδή, σημαίνει η κανονικοποίηση της Ακροδεξιάς, ιδίως από την στιγμή που αποκτά πρόσβαση (ή, ήδη γεύση…) εξουσίας.

Γιατί, κατά τα άλλα, Κεντροαριστερός συνασπισμός στην Ιταλία ούτε που επιχειρήθηκε με την Italia Viva του γνώριμου μας Ματέο Ρέντσι να έχει αυτοπεριθωριοποιηθεί και την Azione του Κάρλο Καλέντα (πρώην «Siamo Europei») να περιορίζεται σε ολίγα περί αντι-λαϊκισμού, οπότε το P.D./Δημοκρατικό Κόμμα του Ενρίκο Λέττα συνασπίζεται με… τον εαυτό του.

Ενώ η επικινδυνότητα ή μη του όποιου πολιτικού σχηματισμού για την ίδια την Ιταλια δεν είναι τίποτε μπροστά στην επί δυο δεκαετίες ξέπνοη ανάπτυξη και την δυσάρεστη αφύπνιση που αναμένει την όποια αυριανή Κυβέρνηση – με τις αποδόσεις των Ιταλικών ομολόγων στο 4+% («επίπεδο πανικού») και την στήριξη της ΕΚΤ όχι εύκολα δεδομένη (παρά την διάσταση too big to fail), ενώ η αναχρηματοδότηση του χρέους της των 2,75 τρις ευρώ κατά 25% μέσα στο 2022-24 θα βρίσκεται επί θύραις. (Φέτος, είναι ζήτημα αν έχουν περάσει το 55% του στόχου δανεισμού προτού «πέσει το ταβάνι»).