Η «νέα» νομισματική στόχευση της ΕΚΤ και ο διάβολος που κατοικεί στις λεπτομέρειες

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Επανειλημμένα, τις τελευταίες μέρες, ο Διοικητής της ΤτΕ Γιάννης Στουρνάρας αναφέρθηκε – όλο και πιο ξεκάθαρα – στις πρόσφατες τοποθετήσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας σχετικά με την μεσοπρόθεσμη νομισματική στρατηγική της. Στην ίδια προβληματική άλλωστε αναφέρθηκε και ο Υποδιοικητής της ΤτΕ Θοδωρής Πελαγίδης.

Αιχμή των τωρινών τοποθετήσεων αποτελεί η επιλογή του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ να μετακινήσει τον πήχυ βάσει του οποίου η (διάδοχος της Bundesbank, μην το ξεχνούμε αυτό!) Ευρωπαϊκή νομισματική αρχή εξηγεί ότι θα εκπληρώνει το βασικό/καταστατικό καθήκον της, που εξαρχής ήταν η τήρηση της σταθερότητας των τιμών. Ενώ λοιπόν μέχρι τώρα ο στόχος/δέσμευση ήταν να διαμορφώνεται το επίπεδο πληθωρισμού σε επίπεδο πλησίον, αλλά κατώτερο του 2%, ήδη η στόχευση θα είναι να διατηρείται ο πληθωρισμός , μεσοπρόθεσμα, σε επίπεδο 2%.

Η μετακίνηση από το 2% ως οροφή για τον εναρμονισμένο δείκτη τιμών καταναλωτή σε «συμμετρικό στόχο» κατά Στουρνάρα, μπορεί για τον μέσο άνθρωπο να ακούγεται βυζαντινισμός, ωστόσο αποτελεί πολύ σημαντική κίνηση για την Ευρωζώνη. Το γεγονός ότι το ταμπού της οροφής 2% – έστω για περιορισμένο χρονικό ορίζοντα, αφού αυτό υπονοεί η «συμμετρικότητα» έχει υποχωρήσει, και μάλιστα με ομόφωνη αποδοχή (λειτουργική μετάφραση: χωρίς αντίρρηση Βερολίνου/Φρανκφούρτης) είναι ιστορικής για την Ευρωζώνη σημασίας. Το γεγονός ότι ετούτη η αναθεώρηση της πολιτικής της ΕΚΤ γίνεται 18 χρόνια μετά την προηγούμενη – στην μεσοβασιλεία Ντούιζενμπεργκ/Τρισέ το 2003 –, κυρίως όμως το ότι ο Ιούνιος «έγραφε» πληθωρισμό στην Γερμανία 2,3% (μικρή υποχώρηση έναντι του 2,5% του Μαΐου, αλλά πάντως σαφώς πάνω από το «κοντά αλλά κάτω από 2%)» του στόχου ΕΚΤ δικαιολογεί την έκφραση «ιστορικής σημασίας». Η συζήτηση για την διαμόρφωση της μεσοπρόθεσμης νομισματικής πολιτικής κράτησε αρκετόν καιρό στην ΕΚΤ: κι αυτό επιτείνει την σημασία της. Το ίδιο όμως ισχύει και με το γεγονός ότι η ΕΚΤ – νομισματική αρχή, θυμίζουμε, με τάση αυστηρότητας και μονόχορδη εντολή (συγκρίνετε με την Αμερικανική Fed, που δίπλα στον στόχο σταθερότητας των τιμών έχει να ανταποκριθεί και σε στόχο μεγιστοποίησης της απασχόλησης, χώρια που δεν διαθέτει συνταγματικής περιωπής ανεξαρτησία…) – επεκτάθηκε και σε ζητήματα σχετιζόμενα με την περιβαλλοντική βιωσιμότητα. Δείγμα γραφής της «εποχής Λαγκάρντ» και αυτό, αλλά σαφώς τίποτε δεν θα είχε κινηθεί αν δεν είχε συνολικά ξεπαγώσει η κατάσταση από πλευράς των Βορείων της Ευρώπης (πάλι λειτουργική μετάφραση: της Γερμανίας, και μάλιστα  μιας Γερμανίας ευρισκόμενης σε προεκλογική περίοδο…).

Η τεχνική συζήτηση – ότι δηλαδή με την διαμόρφωση των επιτοκίων σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα, για την αντιμετώπιση των διαδοχικών κρίσεων με κορύφωση εκείνης του κορωνοϊού, με έως και αρνητικά πρόσημα πολλές φορές ως εκ της εφαρμογής μη-συμβατικών μέτρων νομισματικής πολιτικής, ποσοτικής χαλάρωσης κοκ – είχε καταδείξει ούτως ή άλλως εδώ και χρόνια ότι η υπερβολικά αυστηρή στόχευση πληθωρισμού λειτουργούσε αντιπαραγωγικά για τις Κεντρικές Τράπεζες. Δηλαδή… για τις οικονομίες. Η Fed, ας πούμε, δέχθηκε να παραμείνει ψύχραιμη την στιγμή που η Αμερικανική οικονομία κατέγραφε πληθωρισμό (πυρήνα/υπόβαθρο, χωρίς τρόφιμα και ενέργεια) πάνω από 4,5%. Ασφαλώς λοιπόν μια υφεσιακή λειτουργία «έπρεπε» να αποφευχθεί. Ειδικά τώρα. Διόλου τυχαίο, η ίδια η Κριστίν Λαγκάρντ στο πηδάλιο της ΕΚΤ, αλλά και ο Τζέρομ Πάουελ στην Fed, έχουν απευθύνει τους τελευταίους μήνες ισχυρές παραινέσεις προς τις Κυβερνήσεις και τους Υπουργούς Οικονομικών «να κάνουν το δικό τους μέρος», μη αποσύροντας – κυριότατα: μη αποσύροντας απότομα! – την δημοσιονομική στήριξη. Θα σκεφτόταν κανείς ότι η παράταση της άρσης των περιορισμών του Συμφώνου Σταθερότητας και για το 2022 είναι καρπός (και) αυτής της πίεσης – το 2023 είναι ούτως ή άλλως αρκετά μακριά…

Ωστόσο, όπως πάντα, ο διάβολος κατοικεί στις λεπτομέρειες. Προτού λοιπόν σπεύσει κανείς να θεωρήσει ότι η Ευρώπη, πάντως η Ευρωζώνη, περνάει σε μια πιο χαλαρή φάση οικονομικής διαχείρισης και μάλιστα με τις Κεντρικές Τράπεζες να ανοίγουν τον δρόμο, ας το ξανασκεφτεί! Ας ξανασκεφτεί, δηλαδή, μήπως εκείνο που βλέπουμε να εκτυλίσσεται δεν είναι παρά μια μετάθεση ευθύνης από την νομισματική πολιτική στους εκλεγμένους, οι οποίοι κουβαλάνε τις δημοσιονομικές αποφάσεις –  και τις συνέπειές τους.

Αυτή η «λεπτομέρεια», είναι αρκετά ογκώδης για να αγνοηθεί.