Η πάγια επανερχόμενη απογοήτευση από την διεκδίκηση των Ελγινείων

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Μετά και την διαβεβαίωση – στο Λονδίνο, στα πλαίσια της επίσημης επίσκεψής του και συνάντησης με Μπόρις Τζόνσον – του Κυριάκου Μητσοτάκη ότι η διεκδίκηση επιστροφής των Γλυπτών του Παρθενώνα από την Duveen Gallery του Βρετανικού Μουσείου (ακριβέστερα, όπως διευκρίνισε, η διεκδίκηση «επανένωσης με τα Γλυπτά του Μουσείου της Ακρόπολης»), εύλογο ήταν το θέμα αυτό να εγκατασταθεί στην πρώτη γραμμή. Πάλι.

Όπως επί Μελίνας, την δεκαετία του ’80, τότε που είχε έρθει το θέμα στην UNESCO πετυχαίνοντας ήδη τον Ιούλιο του 1982 μια σύσταση με 56 «υπέρ», 12 «κατά», και 24 αποχές. Ο Ανδρέας Παπανδρέου δυσπιστούσε, όμως στήριξε σ’ όλη την διάρκεια της πρώτης του οκταετίας το «πείσμα» της Μελίνας (επί αρχικής ανακίνησης Κωνσταντίνου Καραμανλή/Κωνσταντίνο Τρυπάνη. Ή και στο πιο πρόσφατο παρελθόν, όταν η Αμάλ Αλαμουντίν (σύζυγος Κλούνεϋ, αλλά πρώτα barrister στο υψηλού προφίλ συνεργατικό δικηγορικό γραφείο Doughty Street Chambers) επί Κυβερνήσεως Σαμαρά είχε αναζητήσει μια διαφορετική νομική γραμμή διεκδίκησης με βάση την παράνομη απόκτηση από τον Έλγιν.

Κάθε φορά που γίνεται αναδρομή στην ιστορία της διεκδίκησης των Μαρμάρων – γιατί έτσι ενσωματώθηκαν στην κοινή συνείδηση, έτσι και ως «Ελγίνεια» από το όνομα εκεινού που «τα έκλεψε» (η ευθεία διατύπωση από Μητσοτάκη, τώρα), όσο κι αν από ένα σημείο και πέρα αποκαλούνται ως αυτό που είναι, Γλυπτά του Παρθενώνα – ξανανοίγει μια συζήτηση. Η οποία, από την στιγμή που υπάρχει το Μουσείο της Ακρόπολης, έχει το εσωτερικό πλεονέκτημα του αιτήματος της επανένωσης σε έναν χώρο προστασίας και ανάδειξης, που «βλέπει» το μνημείο.

Ωστόσο, πάρα και τις προσπάθειες να δοθεί κάποια ενδιάμεση λύση, όπως πάλι τώρα με την ιδέα ανταλλαγής δια δανεισμού «θησαυρών που δεν έχουν φύγει ποτέ από την Ελλάδα» π.χ. της χρυσής μάσκας του Αγαμέμνονα και του Χάλκινου Δία προς το Βρετανικό Μουσείο, η πάγια απάντηση των Βρετανών είναι μια: «αποτελεί θέμα του Βρετανικού Μουσείου». Την ίδια απάντηση έδωσε τώρα και ο Μπόρις Τζόνσον – ο οποίος το 1986, ως οπαδός της επιστροφής των Μαρμάρων τότε, είχε καλέσει την Μελίνα σε debate στην Oxford Society (την σχετική φωτογραφία έδωσε στον Τζόνσον, στην Downing Street, ο Κ. Μητοτάκης…) προκειμένου να εξηγήσει την διεκδίκηση της Ελλάδας – η ίδια θα δίνεται και στο μέλλον Ήδη από το 1983, όταν υπεβλήθη επισήμως Ελληνικό αίτημα προς την Βρετανία, είχε γίνει ουσιαστική (πλην διακριτική, καθώς δεν βόλευε επικοινωνιακά) διερεύνηση του νομικού καθεστώτος – άλλωστε έτσι αναδύθηκε και η «λύση» του δανεισμού. Τα γλυπτά του Παρθενώνα δεν «ανήκον» σε ένα Μουσείο, που με την σειρά του «ανήκει» στο Βρετανικό Δημόσιο. (Γι αυτό και οι διαβεβαιώσεις ότι το θέμα είναι διακρατικό, και οι αποφάσεις – και όχι απλώς σύσταση πλέον – UNESCO ή οι τοποθετήσεις ΕυρωΚοινοβουλίου ελάχιστη χρησιμεύουν).

Οι Trustees του British Museum κρατούν με τους όρους καταπιστεύματος, όπως αυτό λειτουργεί στο σύστημα δικαίου της χώρας (και καλύπτει μυριάδες νομικών σχέσεων, απλώς εδώ πολύ προβεβλημένων), τα Ελγίνεια. Γι αυτό και, όταν ανακινήθηκε με πρωτοβουλία UNESCO και με βάση την διαχρονική εξέλιξη της επιστροφής κλεμμένων θησαυρών ανά τον κόσμο η προσέγγιση του δανεισμού μήπως και δρομολογηθεί μια (χρονικά περιορισμένη…) επιστροφή των Γλυπτών, οι Trustees επισήμως επισήμαναν και το γράφουν στην ιστοσελίδα του British Museum ότι «ουδέποτε έχει υπάρξει επίσημο αίτημα δανεισμού» από Ελληνικής πλευράς. Και γιατί, θα διερωτηθεί κανείς; Η απάντηση δίνεται προκαταβολικά από τους ίδιους τους Trustees: διότι «διαδοχικές Ελληνικές Κυβερνήσεις έχουν αρνηθεί να αναγνωρίσουν το δικαίωμα κυριότητας /title των Trustees επί των Γλυπτών του Παρθενώνα».

Ακριβώς αυτή την θέση είχαν εισπράξει όσοι –  35 και κάτι χρόνια πίσω – είχαν πρωτοδιερευνήσει το ζήτημα, με την βοήθεια άλλωστε του Jules Dassin με τις «άκριες» που διέθετε στην δική του ομογένεια στην Βρετανία, με ισχυρά ερείσματα στον νομικό κόσμο. Έκτοτε, και με διαδοχικές σειρές προθύμων να βοηθήσουν στην ίδια κατεύθυνση, η ίδια επί της ουσίας απάντηση επανέρχεται.