Η πολιτική σε πρώτο πρόσωπο: «Αναλαμβάνω την ευθύνη των μέτρων», «Δέχομαι το ρίσκο μετάδοσης»

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Η πολιτική διεξάγεται σε πρώτο πρόσωπο, όλο και περισσότερο. Δεν είναι δική μας ιδιαιτερότητα: αρκεί να θυμηθεί κανείς ημέρες Τραμπ στις ΗΠΑ (όσο κι αν θα προτιμούσε να τις ξεχάσει…), ή πάλι την φιγούρα Μέρκελ που δεν κατορθώνει να μην επισκιάσει ό,τι άλλο στην Γερμανική πολιτική σκηνή, ή ακόμη την προσπάθεια Μακρόν να ξυπνήσει ηγετικά αντανακλαστικά στην Γαλλία. Σ’ εμάς, η πρωθυπουργοκεντρική παράδοση, συν οι βαριές  σκιές Κωνσταντίνου Καραμανλή – Ανδρέα Παπανδρέου, το κάνουν αυτό αυτονόητο: η δε Βαλκανική μας λατρεία της εξουσίας/των εξουσιών το τονίζει μέχρι γραφικότητας (οι βυζαντινοί αρχολίπαροι, εκείνοι που προσέρχονταν με ικετευτική πρόθεση προκειμένου να λουσθούν στο φως της εξουσίας, άφησαν ισχυρό στίγμα).

Σε στιγμές κρίσης – και ποια ισχυρότερη αίσθηση κρίσης από ό,τι τώρα, στην κορύφωση της πανδημίας – όπου ο κόσμος θέλει κάποιον/κάποιους/κάτι να σηκώσει την ευθύνη, αυτή η πολιτική σε πρώτο πρόσωπο απογειώνεται. Με την προσδοκία, φυσικά, να ανταμειφθεί στις δημοσκοπήσεις αρχικά (το σύγχρονο «της αγοράς το υπέροχον εύγε!»), στις κάλπες αργότερα. Όμως, η χρήση αυτού του εργαλείου θέλει κάποια προσοχή.

Στις δηλώσεις του για την επιβολή σκληρού (λέμε τώρα) lock-down στην Αττική – από κεκτημένη ταχύτητα τα μήντια ανήγγειλαν Διάγγελμα, την στιγμή που η ίδια η ομάδα του Μαξίμου προτιμούσε Δηλώσεις: η υπερβολή της ντουζίνας διαγγελμάτων έως τώρα είναι κάτι που επισήμαναν ως πρόβλημα… – ξεκίνησε με αναφορές στις εισηγήσεις ΤΩΝ ειδικών, προχώρησε λέγοντας ότι θα «ανακοινώσει προσωπικά την απόφαση» αλλά μιλώντας για «τους λόγους που ΜΑΣ οδήγησαν στα μέτρα».

Και παρέμεινε στο συλλογικό: «επιλέξαμε» την πολιτική του ακορντεόν. Όμως, εκεί που ο τόνος ανέβηκε, το πρώτο πρόσωπο κυριάρχησε: «Αναλαμβάνω την ευθύνη των πρόσθετων μέτρων για την προστασία της Δημόσιας Υγείας», συν «γνωρίζω τι σημαίνουν αυτά για την οικονομία», «γνωρίζω και την ανησυχία της κοινωνίας» (αυτό, με αναγνώριση των λαθών, της σύγχυσης, των αβλεψιών).

Όπως και στο ξεκίνημα των περιοριστικών μέτρων – πριν σχεδόν ένα χρόνο – έτσι και τώρα ο Κυριάκος Μητσοτάκης έδειξε ότι «παίρνει πάνω του το παιχνίδι». Συνειδητοποιώντας ότι ο ίδιος, τελικά, θα φέρει την ευθύνη της έκβασης, όσο κι αν μέτρια μόνο μπορεί να είναι η επίδραση των πολιτικών αποφάσεων όταν περνάει το μέγα κύμα, επιχειρεί να μετατρέψει την διακινδύνευση της ευθύνης σε πολιτικό όφελος. (Σε. πιο χαμηλά, πιο γραφικά επίπεδα, άλλωστε, ζήσαμε την προσπάθεια Κικίλια να προαναγγείλει το νέο lock-down ως δική του ισχυρή εισήγηση, του Αδώνιδος την έκπληξη-με-διόρθωση υπέρ του εμπορίου, της Κεραμέως την συνηγορία για ανοιχτά σχολεία: ο καθείς, το κοινό του).

Πάντως, το πρώτο πρόσωπο δεν είναι προνόμιο μόνον του χώρου της Κυβέρνησης. Στην δική του τοποθέτηση της «ημέρας του τρίτου lock-down», σε εκτεταμένη συνέντευξη στον Alpha/Αντώνη Σρόιτερ όπου επεδίωξε να δώσει ένα καλόβολο ύφος προσιτής μεσότητας – αντίθεση υφολογική προς το διαγγελματικό Μητσοτάκη:  έτσι όπως προβλήθηκαν τα δυο διαδοχικά από τον Alpha, πρώτα Τσίπρας στην Βουλή, ύστερα αμέσως σχεδόν, με διακοπή του λόγου, Μητσοτάκης στο Μαξίμου μπροστά στον πίνακα με την Βρεφοκρατούσα Παναγία δια χειρός Παρθένη, έδωσε δυο αντιδιαμετρικές εικόνες δημόσιας παρουσίας – ο Αλέξης Τσίπρας έκανε τις δικές του επιλογές σε πρώτο πρόσωπο. Και οι μεν καταγγελτικές κατά του αντιπάλου του («επαναλαμβανόμενη ανεμελιά» για το φιάσκο Ικαρίας, «έχει μολυνθεί από τον ιό της αλαζονείας») ήταν λίγο-πολύ αναμενόμενες. Όμως, η επιλογή Τσίπρα να στηρίξει τις διαδηλώσεις εναντίον των καίριων νομοθετικών πρωτοβουλιών της Κυβέρνησης σε αμφιλεγόμενα θέματα (Αστυνομία στα Πανεπιστήμια, περιορισμός εισακτέων, αύριο εργασιακά) που όντως δημιουργούν αντιθέσεις, με την διατύπωση «Βεβαίως, δέχομαι το ρίσκο [να κολλήσουν τον ιό διαδηλωτές: υπήρξε ήταν η ερώτηση Σρόιτερ]» ήταν όσο πιο πρωτοπρόσωπη γινόταν.

Έτσι συνεχίζεται, έτσι θα συνεχίζεται η πολιτική σε πρώτο πρόσωπο. Με την κοινή γνώμη θεατή σε διαδοχικούς θεατρικούς μονολόγους/παρλάτες, με τους υπόλοιπους συντελεστές της πολιτικής ως φόντο.