Η συνέχεια της συζήτησης για την «Προσέγγιση Μπένου» και για την αντιμετώπιση των πυρκαγιών

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

H αίσθηση που προέκυψε – και διαδίδεται, σιγά-σιγά – από τις πρώτες συναντήσεις της «Ομάδας/Επιτροπής Μπένου» για την ανάπλαση της αφανισμένης από τις καλοκαιρινές πυρκαγιές Βόρειας Εύβοιας, συναντήσεις πλέον με κεντρικούς κυβερνητικούς υπευθύνους αλλά και με τους μελετητές και τους χορηγούς των μελετών ώστε να δρομολογηθούν δράσεις, ήταν μια αίσθηση προσγείωσης και επισήμανσης προβλημάτων. Απαραίτητα και τα δυο, αν είναι να προχωρήσουν τα πράγματα πέρα από τις – καλές – προθέσεις και την – χρήσιμη – επικοινωνία.  (Παράδειγμα χρήσιμης επικοινωνίας: η διαβεβαίωση Μπένου ότι όσο ο ίδιος θα είναι υπεύθυνος ανασυγκρότησης Β. Εύβοιας «δεν  θα τοποθετηθεί ούτε μια ανεμογεννήτρια»).

Πρώτη λοιπόν επισήμανση, εξαρχής γνωστή αλλά καλό θα ήταν να ριζώσει, είναι ότι ναι μεν η προσέγγιση Μπένου και οι 10 θεματικές μελέτες με βάση επιχειρηματικές δωρεές και χορηγίες – χωρίς κρατικούς πόρους, χωρίς και Ευρωπαϊκή διαδικασία – αποτελεί χρήσιμη διευκόλυνση για ταχύτερες κινήσεις και για εθελοντική κινητοποίηση, με στόχο την δωρεάν παράδοση έργου στην Κυβέρνηση. Όμως οι κυρίως παρεμβάσεις επί του πεδίου, αυτές δηλαδή που θα διαμορφώσουν νέα κατάσταση, θα χρειαστούν είτε εθνικούς πόρους, είτε ένταξη σε προγράμματα ΕΕ: οι μελέτες κοστίζουν 100-300.000 ευρώ η καθεμιά, οι παρεμβάσεις επί του πεδίου θα χρειαστούν δεκάδες εκατομμυρίων.

Δεύτερη επισήμανση, που ήρθε από τον Θοδωρή Σκυλακάκη ο οποίος μετέσχε ως κηδεμόνας των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, είναι ότι προκειμένου να επιδιωχθεί με πιθανότητες επιτυχίας η ένταξη έργων σ’ αυτό το πλαίσιο, θα πρέπει να έχουν όλοι (π.χ. οι δήμαρχοι της περιοχής, η Περιφέρεια, οι τοπικές επιχειρήσεις, οι οργανώσεις κατοίκων αλλά και όσοι συντρέχουν στην μελετητική προσπάθεια Μπένου) υπόψη τους τα στενά χρονικά πλαίσια. Συν, τις απαιτήσεις για πειστικά επιχειρησιακά σχέδια και για ωρίμανση των έργων: το τελευταίο ισχύει και προκειμένου περί εντάξεων σε ΕΣΠΑ, σε ό,τι αφορά την προγραμματική ωρίμανση.

Τρίτη επισήμανση, που έγινε λίγο-πολύ από όλους, ήταν ότι οι σαφώς καλοδεχούμενες χορηγίες επιχειρήσεων για μελέτες (αυτή είναι η ουσία της προσέγγισης Μπένου, με την πείρα του «Διαζώματος») θα χρειαστεί μεν να δώσουν αποτέλεσμα μελετητικό με διεξοδικότητα και βάθος που θα προσδώσει αξιοπιστία για την συνέχεια, όμως δεν θα πρέπει να καθυστερήσουν, ούτε και να απλωθούν σε φιλοδοξία.. Η υπόδειξη Σταύρου Μπένου για μερικές δεκάδες σελίδες έδωσε τον τόνο.

Όσο όμως κι αν συνεχίζεται σ’ εμάς, σε μικρο-κλίμακα όπως της Β. Εύβοιας ή σε ευρύτερη στα πλαίσια της μετά-Χαρδαλιά Πολιτικής Προστασίας η συζήτηση για την αποκατάσταση των ζημιών από τις πυρκαγιές του καλοκαιριού ή για τον αυριανό σχεδιασμό πρόληψης/παρέμβασης, η πολύ ευρύτερη συζήτηση για την αντιμετώπιση του φαινομένου ανεβάζει στροφές – πάντως σε Ευρωπαϊκό επίπεδο. Το φετεινό καλοκαίρι, με ακραία φαινόμενα σε Ισπανία, Ιταλία, Ελλάδα και Τουρκία «δίδαξε» ότι το μέλλον θα είναι δύσκολο. Ο Γιάνεζ Λάναρτσεκ – ο Σλοβένος διάδοχος του ημετέρου, πλέον, Χρήστου Στυλιανίδη στην θέση του Επιτρόπου για την ανθρωπιστική βοήθεια και την διαχείριση κρίσεων – εξηγούσε στον Spiegel ότι «βλέπουμε τις δασικές πυρκαγιές στην Ευρώπη να γίνονται όλο και χειρότερες». Η δε ΕΕ, πέραν της ενίσχυσης (μέσω του Προγράμματος RescuEU) του στόλου των 73 Canadair που μπορεί πλέον να κινητοποιεί, αναζητά νέες προσεγγίσεις. Μια απ’ αυτές είναι η συνεχής, συστηματική τηλεπισκόπηση. Μια άλλη, η εκτεταμένη αξιοποίηση του εθελοντισμού, με πλαισίωση αλλά σεβασμό της ανεξαρτησίας του. Όσο κι αν στην Ελλάδα δεν δώσαμε πολλή σημασία, το Κέντρο Παρακολούθησης των Πυρκαγιών του Φράιμπουργκ και ο καθηγητής Γιόχαν Γκολντάμμερ (του οποίου η σχετική μελέτη του 2018 αρχειοθετήθηκε δεόντως) δίνει έμφαση στην συνδρομή των τοπικών υπευθύνων που γνωρίζουν τα δάση «τους». Η ίδια πλευρά πρότεινε μετ’ επιτάσεως την ουσιαστικότερη εμπλοκή των δασικών υπηρεσιών. «Τώρα πλέον, πολλές χώρες ζουν την εμπειρία πυρκαγιών σ’ όλη την διάρκεια του χρόνου – ακόμη και σε μέρες ξηρασίας του χειμώνα».

Στην αναζήτηση μη-τεχνολογικών μεθόδων σε επίπεδο πρόληψης, το Κέντρο Γκολντάμμερ τονίζει την συστηματική – κυρίως: σε συστηματική βάση συντηρουμένη-διατήρηση αντιπυρικών ζωνών, όμως με κατάλληλη διάνοιξη και διαμόρφωση. Ομοίως, την διαμόρφωση ζωνών μη-πρόσβασης της φωτιάς γύρω από οικισμούς.

Υπάρχει όμως και μια άλλη πρόταση, η οποία ανεβαίνει «από τα κάτω», στην Ευρώπη. Ο μακαρίτης ο Νίκος Μάργαρης, εδώ, θα εξεγειρόταν: όμως η πρόταση έγκειται στο να ενθαρρύνονται κοπάδια προβάτων να βοσκούν, πέρα από τα συνήθη βοσκοτόπια, και στην χαμηλή βλάστηση των δασικών περιοχών – εκείνη που στις περιόδους ξηρασίας λειτουργεί ως εξαιρετικά αποτελεσματικός μηχανισμός προώθησης της φωτιάς. Άλλη πάλι πρόταση, η ενθάρρυνση ανθρώπινων δραστηριοτήτων (από την ρητινοσυλλογή μέχρι την οργανωμένη αναψυχή) μέσα στα δάση, ώστε να λειτουργεί συνεχής παρακολούθηση και σχεδιασμένη διαχείριση.

Μένει να δούμε πώς θα πλεχθεί – επί Χρ. Στυλιανίδη, που έχει την αρμοδιότητα για την κλιματική κρίση, δηλαδή πριν φθάσει η ώρα της πυρόσβεσης ή της εκκένωσης… – η ουσιαστική συζήτηση για την πρόληψη των πυρκαγιών. Μέχρι στιγμής, είδαμε τον Χρ. Στυλιανίδη τις ημέρες των σεισμών της Κρήτης να υιοθετεί το ενδυματολογικό κώδικα στολής Νίκου Χαρδαλιά, πλην όμως…. υπήρξαν αναφορές για αντίσκηνα που έφθασαν μεν έγκαιρα, αλλά χωρίς ράντζα! Την αίσθηση «βήματος σημειωτόν» στο μέτωπο της κλιματικής κρίσης επεχείρησε πάντως να προσπεράσει ο Χρ. Στυλιανίδης με την συνέντευξή του στο ΑΜΠΕ, όπου μίλησε για ευρύ πλαίσιο ενημέρωσης/ευαισθητοποίησης και για δημιουργία «φυτωρίου» εθελοντισμού. Αναμένεται, τώρα, η ανάλογη των προσδοκιών συνέχεια.