Η συζήτηση για τα εργασιακά που δεν έγινε

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Παρά το γεγονός ότι η συζήτηση ενός ακόμη νομοσχεδίου για τα εργασιακά έφθασε στην Βουλή με «υποδοχή» την απεργία της Πέμπτης 26/11 – μέτριου αντίκτυπου, ας είμαστε κοντά στην αλήθεια! – κι ότι το θερμόμετρο της πολιτικής αντιπαράθεσης ωστόσο ανέβηκε, θυμίζοντας την μετωπική σύγκρουση Μητσοτάκη-Τσίπρα του Φεβρουαρίου (δηλαδή πριν πατήσει επάνω μας η πανδημία) αλλά στο πιο ανεκδοτολογικά επιθετικό, με τις αναφορές στην δήλωση Γεραπετρίτη περί χιλιάδων εντατικών ή με την χρήση των τριών επιστολών που βρίσκει κάθε Πρωθυπουργός όταν παραλαμβάνει στο Μαξίμου («ρίξτα στον προηγούμενο», «ρίξτα στον υπουργό», «ετοίμασε τρεις επιστολές για τον επόμενο»), είναι ενδιαφέρον προς σοκαριστικό ότι η ουσία των επιλογών που γίνονται στα εργασιακά και τα κοινωνικο-ασφαλιστικά δεν συζητείται και τόσο. Δημόσια. Ουσιαστικά.

Η Κυβέρνηση θα μπορούσε να πει ότι – με την βοήθεια του «παγώματος» που έχει εγκαταστήσει στην κοινή γνώμη η ανεξέλεγκτη πανδημία, ή αντιθέτως παρά την  αίσθηση κρίσης – συνεχίζει να επιχειρεί να εισαγάγει μέρη του προγράμματός της. Τώρα, την μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά τρεις μονάδες (έναντι του προηγηθέντος 0,9%), σε μια λογική ελάφρυνσης του μη-μισθολογικού κόστους της εργασίας: η επεξήγηση πως η κίνηση αυτή – για τον εργαζόμενο – θα σημάνει 288 ευρώ αύξηση (τον χρόνο) για μισθούς 1000 ευρώ, ή 636 ευρώ (πάλι: τον χρόνο) στα 200 ευρώ μισθού κρίθηκε ανεπαρκής, και γι αυτό «επιστρατεύθηκε» ο διπλασιασμός του κατώτατου εγγυημένου εισοδήματος, εφάπαξ τώρα, (χωρίς πολλοί να συνειδητοποιούν ότι τα 200 ευρώ ανά ωφελούμενο ή 350 για οικογένεια με ένα παιδί είναι πολύ πιο κάτω από το επίσημο επίπεδο της φτώχειας). Χθες και αύριο, δηλαδή την ώρα της πράξης, την ελαστικοποίηση του καθεστώτος των υπερωριών με την δυνατότητα («κατόπιν αιτήματος του εργαζομένου ή του εργοδότη») για μείωση του χρόνου εργασίας, σε περίπτωση υπέρβασης του 8ώρου, με άδεια σε επόμενη μέρα αντί για οικονομική αποζημίωση ή πάλι την αυστηροποίηση της κήρυξης των απεργιών με την ηλεκτρονική ψηφοφορία.

Παρόμοιες μεταβολές και διαρρυθμίσεις έρχονται ως υλοποίηση των προθέσεων για ελαστικοποίηση της απασχόλησης. Και μάλιστα την επαύριο της κρίσης που έφερε/βάθυνε αποφασιστικά η πανδημία. Δυστυχώς, υπάρχει πάντα και η εργασιακή πραγματικότητα. Εκείνη πάνω στην οποία έρχεται να καθίσει κάθε νομοθέτηση, κάθε σχεδιασμός μέλλοντος, κάθε μεταρρύθμιση. Και, εδώ, η νωπή ακόμη έρευνα της ProRata για την αγορά εργασίας – σε συνεργασία με το Ινστιτούτο «Ν. Πουλαντζάς» – δίνει μια δυσάρεστα προσγειωτική εικόνα. Αν σε πάνω από έναν εργαζόμενο στους τρεις (35%) δεν τηρείται το ωράριο εργασίας, αν σε 15% δεν τηρείται ο συμφωνημένος μισθός, σχεδόν δε σε έναν στους τέσσερεις (24%) δεν τηρείται η ημερομηνία καταβολής του μισθού («ψιλά γράμματα» κοντεύει να λέει κανείς…) , αν επιπλέον πάνω από τους μισούς (53,5%) βλέπουν πλέον την γενίκευση της τηλεργασίας ως απειλή, ενώ μόλις 37,5% ως θετική εξέλιξη (με δυσάρεστα πρόσθετα ευρήματα για τις απαιτήσεις διαθεσιμότητας μετά το τέλος της ημερήσιας εργασίας ή/και για επιτήρηση ελέγχου με κάμερα), δεν θέλει ιδιαίτερη φαντασία η ενσυναίσθηση προκειμένου να αντιληφθεί κανείς πως ό,τι επιχειρείται στα εργασιακά, επιχειρείται υπό πίεση.

Η συζήτηση για τα εργασιακά – η ουσιαστική συζήτηση, εννοούμε – δεν δείχνει να γίνεται. Αυτό δημιουργεί αυριανά προβλήματα.