Η υποβάθμιση της ποιότητας της απασχόλησης, φόντο του νόμου Χατζηδάκη για τα εργασιακά

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Ήρθε και πέρασε η ένταση γύρω από το νομοσχέδιο για τα εργασιακά, για την διευθέτηση του χρόνου εργασίας/τα  ρεπό αντί καταβολής υπερωριών, την κάρτα εργασίας, την διαρρύθμιση της άσκησης του συνδικαλισμού και της προκήρυξης απεργίας – που, ήδη ψηφισμένο στην Βουλή, αποτελεί τον Νόμο Χατζηδάκη. (Αφήνουμε στην άκρια τις – όχι αμελητέες, αλλ’ όχι και καίριες – ρυθμίσεις οι οποίες ούτως ή άλλως υπερψηφίσθηκαν και από την Αντιπολίτευση: εξίσωση αποζημίωσης απόλυσης εργατών και υπαλλήλων, γονικές άδειες, δικαίωμα «αποσύνδεσης» στην τηλεργασία, κυρώσεις για σεξουαλική παρενόχληση στον χώρο εργασίας κοκ).

Καθώς όμως όλες οι εισαγόμενες ρυθμίσεις για τα εργασιακά, ούτως ή άλλως στην πράξη θα κριθούν, χρήσιμο είναι – όχι απλώς χρήσιμο, απαραίτητο! – να έχουμε κατά νου πού αληθινά βρίσκεται στην Ελλάδα των μέσων του 2021 η κατάσταση του κόσμου της εργασίας. Αν, λοιπόν, ξεφυλλίσει κανείς την Ετήσια Έκθεση 2021 για την Ελληνική Οικονομία και την Απασχόληση του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ συναντά πολύ διαταρακτικά ευρήματα. Το κυριότερο, για μας, είναι η διαπίστωση ότι «η Ελλάδα έχει την χειρότερη επίδοση ως προς την ποιότητα της απασχόλησης στην ΕΕ και συνάμα το υψηλότερο ποσοστό υποβάθμισης της εργασίας, σε σχέση με το 2010». Επειδή η διαπίστωση/ο ισχυρισμός προέρχεται από τον μελετητικό οργανισμό των συνδικάτων και μπορεί να γεννήσει ερωτήματα, διευκρινίζεται ευθύς εξαρχής ότι η μέτρηση/δείκτης ποιότητας – που εμφανίζει υποχώρηση μεταξύ 2010 και 2019: αυτό είναι το διάστημα αναφοράς, δηλαδή ΠΡΙΝ την έλευση του κορωνοϊού – είναι εκείνος που διαμορφώνεται από την ETUC/Συνομοσπονδία Ευρωπαϊκών Συνδικάτων, με βάση τους Δείκτες Βιώσιμης Ανάπτυξης του ΟΗΕ. Στην μέτρηση, λοιπόν, αυτή η Ελλάδα εμφανίζει υποχώρηση της ποιότητας απασχόλησης κατά 11,45%. Εδώ, βέβαια, εύκολα θα πει κανείς ότι η περίοδος αυτή είναι η  περίοδος των Μνημονίων. Ωστόσο, δύο άλλες μνημονιακές χώρες, Πορτογαλία και Κύπρος, έχουν να δείξουν σαφώς μικρότερη επιδείνωση, κατά 3,21% και κατά 1,96% αντιστοίχως. Σε όλες τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ, καταγράφηκε βελτίωση…

Ενδιαφέρουσα είναι, όμως, και η βασική διαγιγνωσκόμενη αιτία αυτής της χαμηλής ποιότητας της απασχόλησης στην Ελλάδα του 2021. Κατά το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ «η διάρκεια της τυπικής εβδομαδιαίας εργασίας είναι η υψηλότερη στην ΕΕ». Αν μάλιστα βάλει κανείς στην σύγκριση και όμορες χώρες – όπως Τουρκία, Σερβία, Μαυροβούνιο, Βόρεια Μακεδονία – πάλιν η Ελλάδα εμφανίζεται η τρίτη χειρότερη/βαρύτερα εργαζόμενη. Ακόμη πιο λεπτομερειακό: οι εργαζόμενοι με «παρατεταμένο ωράριο» (άνω των 49 ωρών εβδομαδιαίας εργασίας) είναι στην Ελλάδα οι δεύτεροι περισσότεροι –  «προηγείται» μόνον η Τουρκία. Ενώ στην Ελλάδα καταγράφεται και το υψηλότερο ποσοστό εργασίας το ΣαββατοΚύριακο.

Αν τώρα, περάσει κανείς στην επίπτωση των μηνών πανδημίας βρίσκει – λόγω των lock-down/μέτρων κοινωνικής αποστασιωποίησης – ένα φαινόμενο παράλληλης μείωσης της απασχόλησης και της ανεργίας. Πώς αυτό; Με την αύξηση των ανθρώπων σε αναστολή, αλλά και με την απογοήτευση που φέρνει κόσμο στην έξοδο από την αγορά εργασίας. Το ζήτημα είναι πώς θα λειτουργήσει, τώρα και στους μήνες που έρχονται, η επαναφορά στην διαβόητη κανονικότητα.

Πάντως, αν προχωρήσουμε στο ακόμη πιο καυτό μέτωπο της αμοιβής της εργασίας, κατά τα στοιχεία που θέτει στο τραπέζι το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ «η Ελλάδα είναι το μόνο Κράτος-μέλος της ΕΕ όπου ο μέσος μισθός μειώθηκε σε σχέση με το 2010» – και δεν χρειάζεται ιδιαίτερη φαντασία για να δει κανείς πώς, εδώ, επέδρασε η πανδημία και ο κανόνας στήριξης των 534 ευρώ/μήνα. Καθώς δε οι Βαλκανικές χώρες και εκείνες της Ανατ. Ευρώπης, την ίδια εποχή, κατόρθωσαν  το δικο τους catching-up/ σύγκλιση προς μέσους όρους ΕΕ, η Ελληνική περίπτωση καταλήγει «ειδική περίπτωση παλινδρόμησης της κοινωνικής ευημερίας».

Τελευταίος σταθμός: η Ελλάδα εμφανίζει το δυσάρεστο χαρακτηριστικό να είναι και το μοναδικό Κράτος-μέλος της ΕΕ όπου μέσος μισθός και – ταυτόχρονα – κατώτατος υφίστανται απώλεια αγοραστικής δύναμης. (Σιγά-σιγά, η κατάσταση σε μιαν Ελλάδα χαμηλού πληθωρισμού, μας φέρνει πλησιέστερα στις χώρες Ανατολικής Ευρώπης). Α, ναι και το ποσοστό κάλυψης του κόσμου της εργασίας από συλλογικές διαπραγματεύσεις βρίσκει την Ελλάδα του 2021 να «αποκλίνει σημαντκά από τα ισχύοντα στην Βόρεια, την Κεντρική και την Δυτική Ευρώπη».

Αυτό, λοιπόν, είναι το πραγματικό σκηνικό στο οποίο θα διαδραματισθεί η εφαρμογή του Νόμου Κ. Χατζηδάκη και στα κυρίως εργασιακά, και στα συνδικαλιστικά. Ενδιαφέρον, αλλ’ όχι καθησυχαστικό.