Ο σταυροφόρος γυρνάει στα του οίκου του

Οικονομική Επιθεώρηση, Ιανουάριος 2022, τ.1014

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟ 2022

του Χάρη Σαββίδη

Το 2021 βρήκε τις ΗΠΑ σε μία από τις δυσκολότερες στιγμές της ιστορίας της. Ο ηττημένος των προεδρικών εκλογών του 2020 και μέχρι τότε πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ, συνέχιζε να μην αποδέχεται το αποτέλεσμα, οδηγώντας στην εισβολή στο Καπιτώλιο, τις πρώτες ημέρες του χρόνου. Αφού για κάποιες στιγμές η χώρα βρέθηκε αντιμέτωπη με την άβυσσο του εμφύλιου διχασμού, τελικά οι ψυχραιμότεροι επικράτησαν και (κυρίως) οι θεσμοί λειτούργησαν. Ο Τζο Μπάιντεν ορκίστηκε ως νέος πρόεδρος και πολύ σύντομα αναγκάστηκε να εστιάσει σε άλλα μέτωπα. Τα γεγονότα του Ιανουαρίου δεν ξεχάστηκαν αλλά σταδιακά πέρασαν στο περιθώριο της επικαιρότητας, να υπενθυμίζουν τις οριακές ισορροπίες στον αμερικανικό πολιτικό ιστό.

Στον πρώτο χρόνο της προεδρίας του, ο Τζο Μπάιντεν έπρεπε ταυτόχρονα να διαχειριστεί τα άμεσα φλέγοντα προβλήματα που προέκυπταν από την πανδημία αλλά και να προωθήσει λύσεις για τα δύο μεγάλα προβλήματα που υποσχέθηκε ότι θα αντιμετωπίσει: την κλιματική κρίση και την αυξανόμενη ανισότητα στην κατανομή του πλούτου. Ο Λευκός Οίκος και η πλειοψηφία των Δημοκρατικών στο Κογκρέσο προώθησαν όντως σημαντικές πρωτοβουλίες αλλά ο «λογαριασμός» αναμένεται το 2022. Τότε θα φανούν τα πρώτα αποτελέσματα, αλλά τότε θα υπάρξει και η πρώτη καταγραφή της λαϊκής ετυμηγορίας – στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου για το Κογκρέσο.

Το διετές παράθυρο ευκαιρίας

Η μόλις διετής θητεία των βουλευτών σε συνδυασμό με τη συνεχή ανανέωση της σύνθεσης της Γερουσίας (κάθε 2 χρόνια εκλέγονται 33 γερουσιαστές με 6ετή θητεία) επιτρέπει στο εκλογικό σώμα να ελέγχει στενά τις ισορροπίες στο Κογκρέσο. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι κάθε νέος πρόεδρος, εφόσον ξεκινήσει με φιλική πλειοψηφία στο Κογκρέσο (κάτι που ίσχυσε για τους 5 τελευταίους προέδρους πλην του Μπους), μπορεί να υπολογίζει σε αυτήν μόλις για 2 χρόνια. Αυτό είναι το καθαρό περιθώριο ευκαιρίας για την εφαρμογή της πολιτικής του ατζέντας. Στη συνέχεια η φθορά της εξουσίας οδηγεί σε απώλεια του ελέγχου στο Κογκρέσο (και πάλι μόνη εξαίρεση είναι η περίπτωση Μπους), οπότε ο Λευκός Οίκος αναγκάζεται να προωθεί πολύ πιο συναινετικές πολιτικές.

Το Καπιτώλιο στην Ουάσιγκτον

Ο Τζο Μπάιντεν και οι Δημοκρατικοί δεν εξελέγησαν υποσχόμενοι συναίνεση – αντιθέτως πρότειναν ριζικές αλλαγές σε σχέση με τις πολιτικές του Τραμπ. Αν δεν καταφέρουν να τις εφαρμόσουν με επιτυχία μέσα στην πρώτη διετία, είναι μάλλον απίθανο να έχουν ευκαιρία στη συνέχεια.

Η πανδημία περιπλέκει την κατάσταση αλλά προσφέρει και το απόλυτο άλλοθι για μια πρωτοφανή αύξηση των δημοσίων δαπανών προκειμένου να στηριχθεί η οικονομία. Αντιστοίχως, η κλιματική κρίση εκλαμβάνεται ως ευκαιρία βαθιών αλλαγών στο παραγωγικό μοντέλο, στο πλαίσιο της πράσινης μετάβασης. Κι όλα αυτά χρηματοδοτούνται πρωτίστως από την κεντρική τράπεζα και την εξαιρετικά επεκτατική νομισματική πολιτική που υιοθετεί, εξαιτίας (και πάλι) της πανδημίας. Μόνο που ίσως ο χρόνος του φθηνού χρήματος να τελειώνει.

Κύμα ανατιμήσεων

Προκύπτοντας ως παράπλευρη συνέπεια της πανδημίας (διαταραχές στην παγκόσμια τροφοδοτική αλυσίδα) και της κλιματικής κρίσης (ανατίμηση ορυκτών καυσίμων), ένα διεθνές κύμα ανατιμήσεων έδωσε νέα πνοή στο… τέρας του πληθωρισμού. Ήδη στις ΗΠΑ ο τιμάριθμος «τρέχει» με τον ταχύτερο ρυθμό εδώ και περίπου μισό αιώνα. Νεοφιλελεύθεροι και νεοκλασικοί ήδη επιχαίρουν, υποστηρίζοντας ότι οι ανατιμήσεις προκύπτουν από την απότομη αύξηση της ζήτησης που προκάλεσαν οι επεκτατικές δημοσιονομικές πολιτικές.

Η κυρίαρχη αντίληψη όμως (εκείνη που υποστηρίζουν και οι αξιωματούχοι της κεντρικής τράπεζας) αποδίδει τις ανατιμήσεις σε προβλήματα στην πλευρά της ζήτησης και θέλει το φαινόμενο να είναι παροδικό, υπό μία προϋπόθεση: να μην επηρεαστούν οι προσδοκίες νοικοκυριών κι επιχειρήσεων για την πορεία των τιμών. Εφόσον αρχίσουν να πιστεύουν ότι οι τιμές θα αυξηθούν, τότε θα ακριβαίνουν τα δικά τους προϊόντα και θα ζητούν μεγαλύτερες αυξήσεις μισθών, πυροδοτώντας έναν φαύλο κύκλο. Τότε το πρόβλημα θα πάψει να είναι προσωρινό.

Ήδη η κεντρική τράπεζα προειδοποίησε για ταχύτερη σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής. Το κόστος χρηματοδότησης θα αυξηθεί για Δημόσιο και ιδιώτες. Την ίδια στιγμή, οι ανατιμήσεις θα ροκανίζουν την αύξηση στο εισόδημα των εργαζομένων που υποσχέθηκαν οι Δημοκρατικοί. Ίσως, τελικά, το περιθώριο ευκαιρίας για τις πολιτικές τους να ήταν μόλις ένας χρόνος.

Η αποχώρηση από το Αφγανιστάν

Ο αξιωματικός Κρις Ντόναχιου επιβιβάζεται τελευταίος στο τελευταίο αμερικανικό πολεμικό σκάφος που εγκαταλείπει το αεροδρόμιο της Καμπούλ

Η εικόνα, όμως, από τον πρώτο χρόνο της προεδρίας Μπάιντεν που απειλεί να τη «στοιχειώσει» προήλθε από το μέτωπο της εξωτερικής πολιτικής. Η αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων από το Αφγανιστάν εξελίχθηκε σε επικοινωνιακό φιάσκο, αντίστοιχο της εκκένωσης της Σαϊγκόν ή της δραματικής ομηρείας στην πρεσβεία της Τεχεράνης, επί προεδρίας Κάρτερ. Πολλοί έσπευσαν να μιλήσουν για σημείο καμπής στη διεθνή παρουσία της μοναδικής υπερδύναμης μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.

Οι ΗΠΑ δείχνουν να εγκαταλείπουν τον ενεργά παρεμβατικό ρόλο που είχαν σε κάθε γωνιά της υφηλίου και να αναδιπλώνονται πίσω από την ασφάλεια που προσφέρουν οι δύο ωκεανοί, θυμίζοντας το πλαίσιο που έθετε το Δόγμα Μονρόε πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Γεγονός είναι ότι η διαδικασία έχει ξεκινήσει από προηγούμενους προέδρους (ο Ομπάμα απέφυγε να κλιμακώσει την παρέμβαση των ΗΠΑ την περίοδο της Αραβικής Άνοιξης, ο Τραμπ αποσύρθηκε από μεγάλες διεθνείς συμφωνίες), όπως επίσης ότι ο πρόεδρος Μπάιντεν αναζητά συνεργασίες μέσω διεθνών οργανισμών και συμφωνιών (αντιμετώπιση κλιματικής κρίσης, φορολόγηση offshore και πολυεθνικών).

Σύμμαχοι γεράκια και περιστέρια

Υποστηρικτές της αναδίπλωσης βρίσκονται και στις δύο πλευρές του πολιτικού φάσματος κι έχουν συχνά διαμετρικά αντίθετους στόχους: Κάποια «περιστέρια» υποστηρίζουν ότι οι ΗΠΑ διαρκώς βυθίζονται σε περιφερειακές κρίσεις που δεν τις αφορούν άμεσα, πλην όμως προκαλούν σημαντική φθορά. Κάποια «γεράκια» θέλουν να απαλλαγεί η εξωτερική πολιτική από περισπασμούς και να εστιάσει στον βασικό αντίπαλο: την Κίνα.

Στο τέλος της ημέρας, όμως, το αποτέλεσμα είναι οι ΗΠΑ να αφήνουν χώρο πρωτοβουλίας σε περιφερειακές δυνάμεις, που είτε προσπαθούν απλώς να επωφεληθούν από τη συγκυρία (π.χ. η δράση της Τουρκίας στη Συρία και τη Λιβύη), είτε επιδιώκουν την προώθηση ευρύτερων στρατηγικών (π.χ. η προσπάθεια της Ρωσίας να ανακτήσει τη σφαίρα επιρροής που είχε επί Σοβιετικής Ένωσης). Κι αυτές οι αναδυόμενες δυνάμεις έχουν κοινό χαρακτηριστικό: δεν είναι (και δεν επιθυμούν να γίνουν) δημοκρατίες με την έννοια που είναι αποδεκτή στη Δύση (διάκριση εξουσιών, σεβασμός στα ατομικά δικαιώματα).

Περλ Χάρμπορ

Στα τέλη του 2021 συμπληρώθηκαν 80 χρόνια από την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ. Με εκείνη την παράτολμη απόφαση η Ιαπωνία ανάγκασε τις ΗΠΑ να βγουν από την απομόνωση και να σηκώσουν τη σημαία του αντιφασιστικού αγώνα. Τα επόμενα χρόνια, έχοντας ως αντίπαλο δέος τη Σοβιετική Ένωση, οι ΗΠΑ εμφανίστηκαν ως παγκόσμιος σταυροφόρος των αρχών της δημοκρατίας και της ελευθερίας. Σήμερα, τα εντεινόμενα προβλήματα στο εσωτερικό και η αυξανόμενη πόλωση ωθούν τον σταυροφόρο να ασχοληθεί με τα του οίκου του.