Οικονομική Επιθεώρηση, Oκτώβριος 2020, τ. 999

από τον Τhe Economist

 

Η άσχημη προεδρική εκλογή στις ΗΠΑ

Τι θα μπορούσε να στραβώσει;

Βρισκόμαστε στην τελική ευθεία της προεδρικής εκλογής. Αυτή η συγκεκριμένη εκλογή απειλεί να στραβώσει άσχημα. Οι υποστηρικτές του προέδρου Τραμπ συγκρούονταν με τους διαδηλωτές του κινήματος Black Lives Matter στο Πόρτλαντ του Όρεγκον. Ο Ντόναλντ Τραμπ είχε μεταβεί αεροπορικά στην Κενόσα του Ουισκόνσιν για να φωτογραφηθεί μπροστά σε καμένα κτήρια, μία εβδομάδα αφότου η Αστυνομία πυροβόλησε και άφησε παράλυτο έναν άοπλο Αφροαμερικανό, ενώ και ένας υποστηρικτής του προέδρου πυροβόλησε και σκότωσε δύο διαδηλωτές, πιθανόν ευρισκόμενος σε αυτοάμυνα. Έτσι όπως ο πρόεδρος έχει υιοθετήσει μια στρατηγική επικεντρωμένη στο να επωφελείται από τους φόβους που προκαλούν οι ταραχές, τώρα έχει συμφέρον να τροφοδοτεί τις ταραχές. Πολλοί Αμερικανοί ανησυχούν μήπως ο Νοέμβριος δεν φέρει μια ήρεμη άσκηση δημοκρατίας, αλλά βίαιη αντιπαράθεση και συνταγματική κρίση.

Αποτελούν όλα αυτά υπερβολή; Οι ΗΠΑ και κατά το παρελθόν έχουν ζήσει βίαιες, αντιπαραθετικές εκλογές. Το 1968 ένας εκ των υποψηφίων (ο Μπομπ Κένεντι) δολοφονήθηκε. Το 1912 ο Τέντι Ρούσβελτ είχε πυροβοληθεί στο στήθος την ώρα που εκφωνούσε λόγο στο Ουισκόνσιν (ολοκλήρωσε την ομιλία του προτού μεταφερθεί στο νοσοκομείο – και επεβίωσε). Ακόμη και σήμερα, οι ιστορικοί ερίζουν για το ποιος πραγματικά νίκησε στις εκλογές του 1876. Όμως, η χώρα κατόρθωνε πάντοτε να κερδίζει τη συναίνεση και των ηττημένων στις προεδρικές εκλογές – ακόμη και όταν διεξαγόταν εμφύλιος πόλεμος. Αυτή η αδιάκοπη ιστορική διαδρομή αφήνει να φανεί ότι οι προάγγελοι δεινών οφείλουν να μην χάνουν την προοπτική των πραγμάτων. Μολαταύτα, υπάρχει αληθινός κίνδυνος τα πράγματα να πάνε στραβά τον Νοέμβριο.

Προκειμένου να εξασφαλίζεται η ειρηνική μεταβίβαση της εξουσίας, στις δημοκρατίες χρειάζεται να γίνεται δεκτή η ήττα από εκείνους τους υποψηφίους που χάνουν, καθώς και από τους οπαδούς τους.

Ασφαλώς εκείνο που βοηθά είναι ένα ξεκάθαρο αποτέλεσμα στην κάλπη τη μέρα των εκλογών: οι χαμένοι της μέρας μπορεί να δυσαρεστούνται με το αποτέλεσμα, όμως το αποδέχονται και αρχίζουν να ετοιμάζονται για τις επόμενες εκλογές. Όταν το αποτέλεσμα είναι αμφιλεγόμενο, χρειάζεται ένα υποστηρικτικό σύστημα για τη συνέχεια. Στις ώριμες δυτικές δημοκρατίες, οι αμφισβητήσεις των εκλογικών αποτελεσμάτων σπανίζουν – όμως υπήρξαν και τέτοιες περιπτώσεις. Το 2006 ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι έχασε με μικρή διαφορά τις εκλογές στην Ιταλία και ισχυρίστηκε, χωρίς στοιχεία, ότι είχε υπάρξει εκτεταμένη νοθεία. Το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας του αποφάνθηκε υπέρ του αντιπάλου του, οπότε ο Σ. Μπερλουσκόνι συμμορφώθηκε έστω και διστακτικά. Το 2000, οι προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ κατέληξαν να κριθούν στο Ανώτατο Δικαστήριο μετά από τα αμφισβητούμενα αποτελέσματα στη Φλόριντα. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις, η κρίση των δικαστών μόλις ήρκεσε προκειμένου να τερματισθούν οι αντιδικίες – και να προχωρήσουν εν συνεχεία οι χώρες τον δρόμο τους.

Στην περίπτωση άνετης επικράτησης του Ντόναλντ Τραμπ ή του Τζο Μπάιντεν, περίπου οι μισοί Αμερικανοί θα αισθανθούν μεγάλη στεναχώρια. Πολλοί Δημοκρατικοί θεωρούν ότι ο Ντ. Τραμπ αποτελεί απειλή για την ίδια τη δημοκρατία: αν κερδίσει και πάλι, εκατομμύρια θα είναι οι αποκαρδιωμένοι. Αντιθέτως, μεταξύ των Ρεπουμπλικάνων το ποσοστό αποδοχής του Τραμπ συνεχίζει να είναι 87%: αν χάσει, πολλοί θα διαμαρτυρηθούν ότι η απέναντι πλευρά έκλεψε την εκλογή. Αυτό, όμως, δεν θα αποτρέψει την ομαλή μεταβίβαση της εξουσίας από τη στιγμή που το περιθώριο της νίκης είναι αρκετά ευρύ. Άμα ο Ντόναλντ Τραμπ χάσει με οκτώ μονάδες διαφορά, όπως έδειχναν κάποια στιγμή οι δημοσκοπήσεις, δεν θα υπάρχει δυνατότητα να αμφισβητηθεί πειστικά το αποτέλεσμα – ασχέτως αν αυτός το επιχειρήσει, τροφοδοτώντας ενδεχομένως πρόσθετη ανησυχία.
Άμα όμως τα αποτελέσματα φέρουν μικρή διαφορά και άμα υπάρξουν καθυστερήσεις στην καταμέτρηση των ψήφων την εκλογική νύχτα, θα μπορούσε να φανεί επικράτηση Τραμπ σε ορισμένες κομβικής σημασίας Πολιτείες. Τότε, θα μπορούσε ο ίδιος να ισχυρισθεί ότι είναι νικητής προτού προκύψουν τα τελικά αποτελέσματα, όπως έπραξε στις ενδιάμεσες εκλογές στη Φλόριντα το 2018. Όσο θα καταμετρώνται περισσότερες επιστολικές ψήφοι τόσο το αποτέλεσμα θα μπορούσε να μετακινείται υπέρ του Τζο Μπάιντεν. Τότε, οι ΗΠΑ μπορεί να έχουν δύο υποψηφίους που ο καθένας να ισχυρίζεται ότι είναι ο νικητής.
Ενδεχομένως σε πολλές Πολιτείες να χρειαστεί να κριθούν τα αποτελέσματα στα δικαστήρια. Αναπότρεπτα θα προέκυπταν διαμαρτυρίες – μερικές ενδεχομένως ένοπλες. Ο πρόεδρος θα μπορούσε να καλέσει την Εθνοφυλακή –όπως ήδη απείλησε να πράξει φέτος το καλοκαίρι– ή πάλι θα μπορούσε να στείλει ομοσπονδιακούς πράκτορες για να αστυνομεύσουν εξεγερμένα πλήθη, όπως συνέβη στο Πόρτλαντ. Με τη χρονική απόσταση που υπάρχει, εύκολα θα μπορούσε κανείς να ξεχάσει πόσο διχαστική υπήρξε η προεδρική εκλογή του 2000. Εκείνη δε η αναταραχή προέκυψε σε μια εποχή υψηλής αυτοπεποίθησης των Αμερικανών, πριν από την επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου, πριν από την άνοδο της Κίνας, προτού αρχίσουν οι εκλογές να κρίνονται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, σε μια εποχή όπου η αντιπαράθεση ήταν μεταξύ δύο υποψηφίων οι οποίοι –με τα σημερινά μέτρα– θα θεωρούνταν μετριοπαθείς κεντρώοι.

Αν φαντασθούμε τώρα κάτι που να θυμίζει την επανακαταμέτρηση ψήφων στη Φλόριντα, σε πολλές όμως Πολιτείες, και αν επιπλέον το φαντασθούμε αυτό αφότου η πανδημία θα έχει κοστίσει τη ζωή σε 200.000 Αμερικανούς, και αν προσθέσουμε το γεγονός ότι τη στιγμή αυτή ο εξερχόμενος πρόεδρος θεωρείται από πολλούς ψηφοφόρους απονομιμοποιημένος και απεχθής, ενώ από την άλλη πλευρά εκατομμύρια πολιτών θα είναι πεπεισμένοι –ανεξαρτήτως στοιχείων– ότι ο δικός τους άνθρωπος θα είχε κερδίσει ξεκάθαρα, αν δεν είχε μεσολαβήσει εκτεταμένη καλπονοθεία, προκύπτει μια βαριά κατάσταση.

Αν πάλι ο Ντόναλντ Τραμπ χάσει στη λαϊκή ψήφο αλλά κερδίσει την πλειοψηφία των εκλεκτόρων (γιατί αυτό είναι που συνέβη το 2016), τότε σχεδόν το 40% των Δημοκρατικών λένε ότι θα έπρεπε η εκλογική διαδικασία να επαναληφθεί. Κάτι τέτοιο δεν θα έπρεπε να συμβεί.

Αν ο Ντ. Τραμπ χάσει την προεδρία, τότε σχεδόν ένα 30% των Ρεπουμπλικάνων θεωρεί λογικό να αρνηθεί να εγκαταλείψει τον προεδρικό θώκο εφόσον υπάρξουν ισχυρισμοί παρανομιών στην ψηφοφορία – ισχυρισμοί που ήδη έχουν διατυπωθεί από τον ίδιο σχετικά με την επιστολική ψήφο. Κάτι τέτοιο δεν θα έπρεπε να συμβεί.

Υπάρχουν τόσο πολλά που κρίνονται απ’ αυτήν την εκλογική διαδικασία –για τις ΗΠΑ αλλά και για τον υπόλοιπο κόσμο– ώστε οι αρμόδιοι των Πολιτειών θα χρειαστεί να πράξουν τα πάντα ώστε να πορευτούν όλα όσο το δυνατόν πιο ομαλά, με τη συνειδητοποίηση ότι τη νομιμοφροσύνη τους τη χρωστούν στο Σύνταγμα και όχι στο κόμμα τους. Ακόμη και μια άνετη εκλογική νίκη μπορεί να έχει πρόβλημα. Σε περίπτωση μικρής διαφοράς, η Αμερική μπορεί να μην εξασφαλίσει τη συναίνεση των ηττημένων. Χωρίς όμως αυτή τη συναίνεση, οι δημοκρατίες