Οικονομική Επιθεώρηση, Απρίλιος 2021, τ. 1005

ΑΝΑΛΥΣΗ του Αντώνη Κεφαλά salafek@outlook.com

Η δύσκολη εξίσωση για το μέλλον των μικρομεσαίων μονάδων

Τι μπορεί να γίνει όταν σε μια χώρα, δηλαδή την Ελλάδα, παρουσιάζεται η ακόλουθη εικόνα:

  • Με ποσοστό σχεδόν 50%, οι μικρομεσαίες (ΜμΕ) επιχειρήσεις έχουν το μεγαλύτερο μερίδιο στην ΕΕ ως προς την απασχόληση εργασίας
  • Η παραγωγικότητα εργασίας των πολύ μικρών επιχειρήσεων (μέχρι 9 άτομα) είναι η χαμηλότερη στην ΕΕ – 8% σε σύγκριση, π.χ., με την Ιταλία, που είναι στο 30% ή την Ιρλανδία στο 90%
  • Οι πολύ μικρές επιχειρήσεις απασχολούν το 62% του εργατικού δυναμικού, ενώ στην ΕΕ ο μέσος όρος είναι 30%
  • Η παραγωγικότητα εργασίας στο σύνολο των επιχειρήσεων βάζει τη χώρα στην 5η θέση από το τέλος στην ΕΕ

Ταυτόχρονα, ο δείκτης αποτελεσματικότητας στην κατανομή των πόρων φέρνει την Ελλάδα στην τελευταία θέση της ΕΕ

Με βάση τους ορισμούς κατάταξης της ΕΕ, σχεδόν το σύνολο των επιχειρήσεων στην Ελλάδα είναι μικρομεσαίες (99,96%).

Τα στοιχεία αυτά, αντλημένα από την Έκθεση Πισσαρίδη για την ελληνική οικονομία και τις προοπτικές της, περιγράφουν κατάσταση δύσκολα ανατρέψιμη.

Η εικόνα γίνεται πιο σαφής με αναφορά στον πίνακα που ακολουθεί, επίσης από την έκθεση Πισσαρίδη.

Με βάση τα μεγέθη του πίνακα, ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι το συγκριτικό πρόβλημα δεν εστιάζεται τόσο στις πολύ μικρές επιχειρήσεις όσο στις μεσαίες, όπου το ελληνικό έλλειμμα είναι ιδιαίτερα εμφανές. Ως μεσαίες λογίζονται οι επιχειρήσεις που απασχολούν από 50 έως 249 άτομα.

Μικρά είναι τα σχετικά μερίδια τόσο στην Ελλάδα (0,3%) όσο και στον μέσο όρο της ΕΕ. (0,9%) – αν και ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι τριπλάσιος του ελληνικού. Το ποσοστό της απασχόλησης, όμως, είναι πολύ μικρότερο στην Ελλάδα (9,7%) σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (16,8%).

Στις μεγάλες επιχειρήσεις (με 250 άτομα και πάνω), η χώρα μας απασχολεί το 12% του συνόλου της απασχόλησης και η Ευρώπη, κατά μέσο όρο, το 33,4%.

Ο κατακερματισμός της απασχόλησης στην Ελλάδα είναι εμφανής και αποτελεί πρόβλημα.

Πρόβλημα αποτελεί και η αδυναμία των πολύ μικρών και μικρών επιχειρήσεων (10-49 άτομα) να έχουν πρόσβαση σε τραπεζική χρηματοδότηση. Πρόβλημα αποτελεί και το γεγονός ότι στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται σε μη δυναμικούς τομείς της οικονομίας.

Σε πρώτη θέση έρχεται το χονδρικό και λιανικό εμπόριο (σχεδόν 230.000 επιχειρήσεις), ακολουθούν εταιρείες που καλύπτουν την παροχή επαγγελματικών και τεχνικών υπηρεσιών (135.000) και στην τρίτη θέση βρίσκονται οι επιχειρήσεις που προσφέρουν κατάλυμα, με 110.000 μονάδες.

Με αυτή τη δομή της οικονομίας, η χώρα πρέπει να περάσει στην εποχή της ψηφιοποίησης, της ρομποτικής, της τεχνητής νοημοσύνης, και ταυτόχρονα να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις της κλιματικής αλλαγής και των επιπτώσεών της.

Η λύση της εξίσωσης είναι εξαιρετικά δύσκολη.

Η έκθεση Πισσαρίδη μεταξύ άλλων προτείνει δύο βασικές κατευθύνσεις για την επίλυσή της: την πιο αποτελεσματική αξιοποίηση των ειδικών κοινοτικών προγραμμάτων, που στοχεύουν ακριβώς στην επιβίωση και ανάπτυξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, καθώς και στην παροχή κρατικής χρηματοδότησης, που για τον συγκεκριμένο σκοπό δεν θεωρείται κρατική επιδότηση.

Στην περίπτωση της κρατικής χρηματοδότησης (έστω και μέσω του Προϋπολογισμού Δημοσίων Επενδύσεων) προτείνεται ως ασφαλιστική δικλείδα η συμμετοχή της επιχείρησης στους κινδύνους (προφανώς με ίδια κεφάλαια) και μόνον εφόσον η επένδυση ενισχύει την εξωστρέφεια της οικονομίας, υιοθετεί καινοτόμους μεθόδους παραγωγής, παράγει καινοτόμα προϊόντα, αφήνει σημαντικό περιβαλλοντολογικό αποτύπωμα – όλα τα ανωτέρω συνδυασμένα ή κατά μόνας.

Υπάρχει, όμως, ένα εξίσου σημαντικό πρόβλημα κι αυτό αφορά την παιδεία και τις δεξιότητες. Διότι στο νέο ψηφιακό περιβάλλον η ποιότητα (ουσιαστικά η γνώση) του ανθρώπινου δυναμικού είναι αυτή που θα παίξει τον μεγαλύτερο ρόλο.

Και στον τομέα αυτό η χώρα μας χωλαίνει επικίνδυνα (σε δόξα της ΟΛΜΕ και της ΔΟΕ, που επιθυμούν να διαιωνίσουν τον σκοταδισμό στα σχολεία μας), ίσως κατ’ εικόνα πολλών εκπαιδευτικών που εξακολουθούν να ζουν στον Μεσαίωνα της γνώσης. Με αναφορά στις δεξιότητες της ανάγνωσης, της αρίθμησης και της επίλυσης προβλημάτων σε προηγμένο τεχνολογικό επίπεδο, η χώρα μας κατατάσσεται προτελευταία στην ΕΕ – όπως με σαφήνεια αναφέρεται στην έκθεση Πισσαρίδη.

Με αυτές τις συνθήκες είναι μάλλον άκαιρο να ζητείται από τις μικρομεσαίες να καινοτομήσουν, να περάσουν σε ψηφιακό περιβάλλον, να στραφούν στις αγορές του εξωτερικού.

Άμεση λύση δεν υπάρχει. Μπορούν, όμως, να τεθούν οι βάσεις για ένα σύγχρονο αύριο. Αυτές θα μπορούσαν να κινηθούν προς τις ακόλουθες κατευθύνσεις:

  1. Την ενθάρρυνση των ιδιοκτητών των ΜμΕ να ενταχθούν σε προγράμματα μετεκπαίδευσης και αύξησης/απόκτησης δεξιοτήτων
  2. Την εφαρμογή μιας εκτεταμένης καμπάνιας ενημέρωσης των ιδιοκτητών για τα πλεονεκτήματα των συγχωνεύσεων και της δημιουργίας clusters επιχειρήσεων. Δεν αρκεί αυτή η καμπάνια να γίνει μόνο μέσω της τηλεόρασης, του Τύπου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Για να έχει πρακτικό και σχετικά γρήγορο αποτέλεσμα, η προσέγγιση οφείλει να γίνει με διαδικασίες προεκλογικής εκστρατείας: πόρτα-πόρτα από ειδικούς και με δεύτερη και τρίτη επίσκεψη, εκλαϊκευμένο έντυπο υλικό και αναφορές σε εμπειρίες του εξωτερικού.
  3. Την ίδρυση ειδικών μονάδων στις τράπεζες, που θα αντιμετωπίσουν τους μικρομεσαίους όχι αποκλειστικά με βάση τις εγγυήσεις που θα προσφέρουν (που δεν έχουν να προσφέρουν), αλλά λαμβάνοντας υπόψη τους το επιχειρηματικό σχέδιο, την πρωτοβουλία, την καινοτομία, ακόμη και μόνο τη διαδικασία της συγχώνευσης με την δανειακή κάλυψη των σχετικών εξόδων.

Με αυτές τις προϋποθέσεις και βάσεις, τότε μπορεί να έχουν απήχηση τα κίνητρα συγχώνευσης που προσφέρει η κυβέρνηση και τα οποία οφείλουν να περιλαμβάνουν σημαντικά φορολογικά κίνητρα. Διότι με ρεαλισμό οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι πολλές ΜμΕ φοροαποφεύγουν ή και φοροδιαφεύγουν. Για να βγουν από τη μαύρη οικονομία χρειάζονται κίνητρα. Κίνητρα φορολογικά για να αντέξουν τη μετάβαση, κίνητρα που να ανοίγουν νέους ορίζοντες και προοπτικές. Διότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο μεγαλύτερος εχθρός είναι η εσωστρέφεια που επικρατεί.