Οικονομική Επιθεώρηση, Φεβρουάριος 2021, τ. 1003

Του Αντώνη Κεφαλά

Η Ελλάδα στη δίνη των γεωπολιτικών εξελίξεων

Στην αδιέξοδη διαμάχη με την Τουρκία, η Ελλάδα έχει αναζητήσει συμμάχους. Εικάζω όχι επειδή ζει τη φαντασίωση ότι θα βρει το δίκιο της αλλά με την ελπίδα ότι οι συμμαχίες θα οδηγήσουν σε καθυστερήσεις που με τη σειρά τους θα απαλύνουν το τελικό κόστος της αναπόφευκτης υποχώρησης από τις μαξιμαλιστικές θέσεις της ως προς την ΑΟΖ.

Η πολιτική αυτή κατά πάσα πιθανότητα εδράζεται –μεταξύ άλλων– στις γεωπολιτικές αναταράξεις που χαρακτηρίζουν την εποχή μας του 21ου αιώνα. Διότι οι προσδοκίες που δημιουργήθηκαν με την κατάρρευση της ΕΣΣΔ δεν εκπληρώθηκαν παρά μόνο κατά το ήμισυ. Η νίκη της Δύσης στον οικονομικό τομέα υπήρξε καθοριστική. Σήμερα, με σιγουριά μπορούμε να πούμε ότι, με ορισμένες παρεκκλίσεις ή προσαρμογές, ο καπιταλισμός αποτελεί το μοναδικό παγκόσμιο οικονομικό σύστημα.

Στον πολιτικό τομέα, όμως, η δημοκρατία της Δύσης –το κράτος του δικαίου και τα ανθρώπινα δικαιώματα– όχι μόνο δεν αποτελεί τον μοναδικό παγκόσμιο ιδεολογικό πόλο, αλλά, αντίθετα, βρίσκεται σε στρατηγική υποχώρηση. Τα αίτια είναι ενδογενή και εξωγενή.

Η ενδογενής εξέλιξη

Από το 1990 περίπου ο καπιταλισμός του Κέινς και του Μπέβεριτζ πέρασε σε νέα φάση. Το 1930 ο Κέινς έσωσε την παγκόσμια οικονομία προσφέροντας λύση στην ανικανότητα του αυτοματισμού της αγοράς να αντιμετωπίσει την κρίση. Η δημοσιονομική πολιτική ήρθε στο προσκήνιο σε συνδυασμό με τον αναπόφευκτα διευρυμένο ρόλο του κράτους στην οικονομική ζωή.

Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος επίσης άφησε παράδοση κρατικού παρεμβατισμού, οπότε η δημιουργία του κοινωνικού κράτους του Μπέβεριτζ ολοκλήρωσε την ιδεολογική και πρακτική επανάσταση που έσωσε τον καπιταλισμό. Η περίοδος από το 1945 έως το 1975 θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως αυτή του συμπονετικού καπιταλισμού: υπήρχε ανάπτυξη χάρις στις πολιτικές του Κέινς, η ανάπτυξη χρηματοδότησε το κοινωνικό κράτος και το κοινωνικό κράτος απάλυνε τις ακρότητες του άκρατου καπιταλισμού, μειώνοντας τις ανισότητες.

Οι κρίσεις του πετρελαίου έφεραν τον στασιμοπληθωρισμό που μείωσε τους διαθέσιμους για το κοινωνικό κράτος πόρους. Η πολιτική ιδεολογία Ρίγκαν-Θάτσερ για τον περιορισμό του κράτους συνδυάστηκε με την άνοδο της νομισματικής πολιτικής και οδήγησε στην αποδυνάμωση της δημοσιονομικής. Οι κεντρικές τράπεζες απόκτησαν μεγαλύτερο ρόλο απ’ ό,τι τα υπουργεία οικονομικών και το επιτόκιο αναδείχθηκε ως το όπλο για την αντιμετώπιση του πληθωρισμού. Το σύστημα επέστρεψε κατά μία έννοια στον αυτοματισμό των αγορών που υποστήριζαν οι οικονομολόγοι και πολιτικοί του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα.

Η ελευθερία των αγορών έφερε ασυδοσία. Ως έναν βαθμό, ο καπιταλισμός που αναδείχθηκε στη δεκαετία του 1990 έμοιαζε με τον άγριο καπιταλισμό των ΗΠΑ της περιόδου των μονοπωλίων – των rubber barons και των oil kings. To αποδυναμωμένο κράτος δεν μπορούσε να αποτρέψει την κοινωνικοποίηση του κόστους και την ιδιωτικοποίηση του κέρδους. Το αποτέλεσμα ήταν η επικράτηση του καπιταλισμού-καζίνο, όπου ο στόχος δεν ήταν η δημιουργία αξίας αλλά η εκμετάλλευσή της, η εξόρυξη της αξίας. Ο στόχος δεν ήταν η αύξηση της ανταγωνισμού αλλά η μείωση του κόστους ώστε να κερδηθεί μερίδιο αγοράς.

Το αποτέλεσμα ήταν η περαιτέρω αποδυνάμωση του κοινωνικού κράτους, η μεγάλη διεύρυνση των ανισοτήτων, η ανάδειξη ολιγοπωλίων και η αποδυνάμωση της παραγωγής.

Οι εξωγενείς παράγοντες

Η κοινωνικά ευάλωτη και πολιτικά ασταθής (λόγω των ανισοτήτων) θέση του καπιταλισμού-καζίνο κλονίστηκε έτι περαιτέρω από εξωγενείς εξελίξεις.

Η κλιματική αλλαγή ανέδειξε την ανάγκη να κτιστεί ξανά όλη η υποδομή και να αλλάξει η μέθοδος παραγωγής ενέργειας.

Οι τοπικές συγκρούσεις έφεραν μεγάλα κύματα μετανάστευσης, που σταδιακά θα αυξάνονται κάτω από την πίεση της κλιματικής αλλαγής.

Η τεχνολογική πρόοδος, και ιδιαίτερα η ψηφιοποίηση και η τεχνητή νοημοσύνη, ανέτρεψαν το εργασιακό ήθος, άλλαξαν τις οικογενειακές δομές (σε συνδυασμό και με την είσοδο των γυναικών στην αγορά εργασίας), κατάργησαν την ιδέα της μόνιμης απασχόλησης σε μια δουλειά διά βίου και επέτειναν έτσι τις ανισότητες.

Η πανδημία ήταν το κερασάκι στην τούρτα. Κατέδειξε την ανθρώπινη έπαρση στον βιασμό της φύσης και ανέδειξε την ατομική μας αδυναμία να υπερασπιστούμε τους εαυτούς μας απέναντι στη φύση.

Η πανδημία, επίσης, εκτίναξε τις ανισότητες – από το εισόδημα και την παιδεία στη γέννα και τον θάνατο.

Σύγκρουση καπιταλισμών

Ο δημαγωγός πρόεδρος Τραμπ είναι υπεύθυνος για την απώλεια του ηθικού πλεονεκτήματος των ΗΠΑ. Είναι υπεύθυνος για την αποδυνάμωση του συστήματος συμμαχιών και παγκόσμιων οργανισμών που διαφύλαξαν την παγκόσμια ειρήνη για πάνω από μισό αιώνα. Είναι συνυπεύθυνος για την παγκόσμια καθυστέρηση και έλλειψη συντονισμού στην αντιμετώπιση της πανδημίας. Και είναι συνυπεύθυνος για την άνοδο του λαϊκισμού – οπότε και του αυταρχισμού.

Την ευάλωτη Αμερική προκαλεί η ανερχόμενη Κίνα, αμφισβητώντας την ιδεολογική και οικονομική πρωτοκαθεδρία της, υποκαθιστώντας την σε διεθνείς οργανισμούς και ασκώντας μια μορφή ιμπεριαλιστικής πολιτικής με χαμηλότοκα δάνεια σε φτωχές χώρες, που θεωρητικά υποβοηθούν την ανάπτυξή τους, εξαγορές και συγχωνεύσεις σε παγκόσμιο επίπεδο και εντυπωσιακές στρατηγικές κινήσεις οικονομικοπολιτικής φύσης, όπως ο δρόμος του μεταξιού.

Έχοντας εφαρμόσει καπιταλιστικά συστήματα στην οικονομία και απολυταρχικά στο πολιτικό επίπεδο, η Κίνα προβάλλει ως επιθυμητό το σύστημα του αυταρχικού καπιταλισμού σε αντίθεση με τον καπιταλισμό-καζίνο της Δύσης. Σε ένα πρωτόλειο πλαίσιο η Κίνα προσφέρει λιγότερη προσωπική ελευθερία με αντάλλαγμα περισσότερη οικονομική ασφάλεια.

Η γεωπολιτική εικόνα

Μέσα σε αυτό το οικονομικό και δομικό πλαίσιο, η στρατηγική των ΗΠΑ θα είναι να στραφούν προς τον Ειρηνικό Ωκεανό και να αντιμετωπίσουν την Κίνα ως τον υπ’ αριθμό ένα εχθρό τους. Ο Μπάιντεν δεν θα το αλλάξει αυτό. Η σύγκρουση με την Κίνα θα απορροφήσει τον περισσότερο χρόνο, τους περισσότερους πόρους και τα περισσότερα μυαλά της Αμερικής.

Η δεύτερη προτεραιότητα του Μπάιντεν θα είναι να σταματήσει τον διχασμό και τις ακρότητες κάθε μορφής που καταταλαιπωρούν τη χώρα του.

Από εκεί και πέρα οι προτεραιότητές του είναι πολλές – διότι είναι πλήθος τα προβλήματα που άφησε ο Τραμπ. Αναπόφευκτα, θα υποβαθμιστούν σε σχέση με τις δύο πρώτες που αναφέρουμε πιο πάνω. Είναι σαφές ότι οι ΗΠΑ θα προσπαθήσουν να ανακτήσουν την ηγεσία στη μάχη κατά της πανδημίας και της κλιματικής αλλαγής. Στο πλαίσιο αυτό πρώτα θα υποστηρίξουν και στη συνέχεια θα προσπαθήσουν να εξελίξουν το σύστημα διεθνών συνεργασιών στο οποίο είχε επιτεθεί ο Τραμπ.

Είναι επίσης σαφές ότι ο νέος πρόεδρος θα προσπαθήσει να αποκαταστήσει τις σχέσεις με την ΕΕ και να ενισχύσει το ΝΑΤΟ.

Η Ρωσία δεν θα απασχολήσει ιδιαίτερα τις ΗΠΑ – παρά μόνο στον τομέα του κυβερνοχώρου. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα κάνει τα στραβά μάτια στη ρωσική επέκταση στη Μεσόγειο.

Στο σημείο αυτό ελλοχεύει κίνδυνος για την Ελλάδα. Από νοοτροπία αλλά και ανάγκη, λόγω Κίνας και εσωτερικών προβλημάτων, ο Μπάιντεν θα επιδιώξει να αποκαταστήσει κάποια μορφή ισορροπίας στη Μεσόγειο. Σαφώς ο Ερντογάν δεν είναι ηθικά και πολιτικά της αρεσκείας του. Όμως, τα στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ απαιτούν στήριξη του γεωπολιτικού συνόρου μεταξύ Δύσης και Ισλάμ.

Στο παρελθόν, η Τουρκία έπαιζε αυτόν τον ρόλο και ταυτόχρονα ήταν το εμπόδιο στην κάθοδο της Ρωσίας στη Μεσόγειο. Αυτός ο δεύτερος ρόλος, ως μέλος του ΝΑΤΟ, δεν έχει πλέον στην ουσία αντικείμενο. Η Ρωσία είναι στη Μεσόγειο και η Τουρκία τη βοήθησε. Ο αυταρχισμός και ο ισλαμισμός του Ερντογάν κινδυνεύουν να ακυρώσουν και τον πρώτο ρόλο. Ο Μπάιντεν θα προσπαθήσει να το αποτρέψει. Και για τον λόγο αυτό θα ασκηθεί πίεση στην Ελλάδα να τα βρει με την Τουρκία.

Με δεδομένη τη θέση της ΕΕ, που επιθυμεί να μην υπάρξει σύγκρουση με την Τουρκία, η χώρα μας θα βρεθεί σε μέγγενη πιέσεων να κλείσει το θέμα της ΑΟΖ. Ο συμβιβασμός θα έρθει. Και ο δικός μας πολιτικός κόσμος θα πρέπει να βρει τον ρεαλισμό για να τον διαχειριστεί.

Η Ελλάδα θα παραμείνει ως δεύτερη γραμμή αμύνης, αν η Τουρκία πέσει. Μέχρι να πέσει, όμως, κι αν πέσει, θα εξακολουθήσει να παίζει δεύτερο ρόλο.

Θεωρητικά, η χώρα μας θα μπορούσε να αποκτήσει μεγαλύτερο στρατηγικό ρόλο αν η ΕΕ αποφάσιζε να καλύψει το στρατηγικό κενό που αναπόφευκτα θα αφήσει η στροφή των ΗΠΑ προς τον κύριο εχθρό, την Κίνα, με την έννοια ότι θα αναλάμβανε τον ρόλο του εμποδίου στη ρωσική επεκτατικότητα. Αυτό είναι εξαιρετικά αμφίβολο να συμβεί, αν όχι για άλλο λόγο παρά τη μεγάλη εξάρτηση της ΕΕ από τη ρωσική ενέργεια και την άνοδο του λαϊκισμού στην ίδια την Ευρώπη.

Με ρεαλισμό, λοιπόν, ας αναμένουμε να δούμε μια Αμερική επικεντρωμένη στην Κίνα και με τη διάθεση να δώσει στην Ευρώπη απλώς τα ελάχιστα απαραίτητα για να καλυφθούν μερικώς οι πληγές που άφησε ο απερίγραπτος και επικίνδυνος Τραμπ. Οι ΗΠΑ θα χρειαστούν χρόνο για να γιατρέψουν τις πληγές τους, η πρόκληση της Κίνας θα τις απορροφήσει – οπότε στον υπόλοιπο κόσμο θα γίνει αισθητή η μειωμένη παρουσία της.

Η Ελλάδα έχει λίγα να κερδίσει και πολλά να χάσει από αυτήν την κατάσταση.