Οικονομική Επιθεώρηση, Mάρτιος 2021, τ. 1.004

AΡΙΘΜΟΙ ΣΤΟ ΜΙΚΡΟΣΚΟΠΙΟ των Άγγελου Τσακανίκα* και Πέτρου Δήμα**

Η σημασία της βιομηχανικής ιδιοκτησίας στον αγώνα κατά της πανδημίας

Η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πρωτόγνωρη υγειονομική –και όχι μόνο– κρίση, η οποία έχει προκαλέσει πολυεπίπεδες αλυσιδωτές αντιδράσεις τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Εστιάζοντας στην οικονομική πλευρά των επιπτώσεων, η πανδημία έφερε ραγδαία πτώση του ΑΕΠ, αύξηση της ανεργίας, η οποία αναμένεται να κορυφωθεί στο επόμενο διάστημα, και αβέβαιες προοπτικές επιβίωσης για αρκετές από τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις της χώρας.

Από την εμφάνιση του ιού όμως σε παγκόσμιο επίπεδο ξεκίνησε ένας άτυπος αγώνας δημιουργίας εμβολίου, για τις ανάγκες του οποίου αρκετοί από τους μέχρι πρότινος ανταγωνιστές αναγκάστηκαν να συνεργαστούν μεταξύ τους. Ταυτόχρονα, όλες σχεδόν οι παράμετροι που σχετίζονται με την έγκριση του εμβολίου τροποποιήθηκαν ανάλογα ώστε να βρεθεί όσο το δυνατόν συντομότερα μια λύση. Στο πλαίσιο αυτό, πολυεθνικές εταιρείες κολοσσοί συνέχισαν να επενδύουν σε Έρευνα και Ανάπτυξη (Ε&Α) με σκοπό να κόψουν πρώτες το νήμα στον αγώνα για την εύρεση του εμβολίου. Οι κυβερνήσεις και τα ρυθμιστικά όργανα με γρήγορες και καθοριστικές παρεμβάσεις προσπάθησαν να διευκολύνουν τη διαδικασία προς όφελος της κοινωνίας. Η επιτάχυνση των διαδικασιών ελέγχου, η μείωση της γραφειοκρατίας στο κομμάτι της αδειοδότησης, αλλά και η επίσπευση των σταδίων κλινικών δοκιμών είχαν ως αποτέλεσμα την ταχύτατη αξιοποίηση των αποτελεσμάτων Ε&Α προς την ανάπτυξη ενός καινοτόμου προϊόντος σε έναν ιδιαίτερα ευαίσθητο τομέα, ο οποίος συνήθως χαρακτηριζόταν από μεγάλο χρονικό ορίζοντα κλινικών δοκιμών πριν από την παράδοση ενός τελικού προϊόντος στην αγορά. Οι καθοριστικότεροι παράγοντες που συνέβαλαν σε αυτή τη διαδικασία είναι οι μεγάλες και άμεσες επενδύσεις σε Ε&Α από τους κολοσσούς της φαρμακοβιομηχανίας, αλλά και από κρατικούς μηχανισμούς στήριξης της έρευνας, καθώς και ένα πρωτόγνωρο κλίμα συνεργασίας μεταξύ των φαρμακευτικών βιομηχανιών και διαφόρων άλλων φορέων έρευνας. Ενδεικτικά είναι τα παραδείγματα συνεργασίας μεταξύ του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης και της AstraZeneca, ενώ υπήρξαν συνεργασίες και μεταξύ ανταγωνιστικών επιχειρήσεων, όπως η συνεργασία μεταξύ Pfizer και BionNTech. Στην πραγματικότητα όμως, ο συνδετικός κρίκος όλων των παραπάνω βρίσκεται στην προστασία των επενδύσεων όλων των εμπλεκόμενων φορέων μέσω κατοχύρωσης της Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας (ΒΙ) τους.

Οι τίτλοι ΒΙ κατοχυρώνουν αποκλειστικά δικαιώματα πάνω σε καινοτόμες εφευρέσεις τεχνικού/τεχνολογικού χαρακτήρα με βιομηχανική εφαρμογή. Η πιο συνηθισμένη περίπτωση –που άπτεται και της συζήτησης γύρω από τα εμβόλια– είναι τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας ή αλλιώς πατέντες (patents). Μια πατέντα μπορεί να αφορά ένα συγκεκριμένο προϊόν, μια μέθοδο επεξεργασίας/παραγωγής ή ακόμα και συγκεκριμένες χρήσεις νέων τεχνολογιών. Από την αρχή της πανδημίας, οι επικριτές των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας «φωνάζουν» για την αναστολή/κατάργησή τους, χρησιμοποιώντας επιχειρήματα όπως η παρεμπόδιση της έρευνας, η εμπορικοποίηση της θεραπείας με σκοπό το κέρδος, η δημιουργία μονοπωλίων και η προστασία των συμφερόντων πολυεθνικών εταιρειών εις βάρος της κοινωνίας, ενώ επίσης έγινε λόγος ακόμα και για καθυστερήσεις στην παραγωγή των εμβολίων. Για να μπορέσουμε να αξιολογήσουμε τις παραπάνω σκέψεις, θα πρέπει να ρίξουμε μια πιο προσεκτική ματιά στη διαδικασία ανάπτυξης ενός εμβολίου.

Το εμβόλιο αποτελεί την κατεξοχήν χαρακτηριστικότερη καινοτομία στις επιστήμες υγείας. Ωστόσο, η ανάπτυξη μιας καινοτομίας στον τομέα της υγείας (και πόσο μάλλον ενός εμβολίου) είναι μια εξαιρετικά πολύπλοκη και χρονοβόρα διαδικασία, που περιλαμβάνει τη συμμετοχή ενός ολόκληρου οικοσυστήματος φορέων στα διάφορα στάδια ανάπτυξής της. Ενδεικτικό της πολυπλοκότητας του όλου εγχειρήματος αποτελεί το γεγονός πως, εκτός από την ερευνητική ομάδας, στη διαδικασία συμμετέχουν επίσης δημόσιοι φορείς, ρυθμιστικές αρχές, ανεξάρτητοι ερευνητές και ερευνητικές μονάδες, ενώ συνήθως στο επίκεντρο βρίσκεται μια ιδιωτική επιχείρηση που κατανέμει τους ερευνητικούς της πόρους (είτε σε όρους ανθρωπίνου κεφαλαίου, είτε σε όρους επενδύσεων σε Ε&Α) προς την ανάπτυξη του προϊόντος. Σε αντίθεση με την κοινή αντίληψη περί Ε&Α στη φαρμακευτική βιομηχανία, η διαδικασία ξεφεύγει από το εργαστηριακό και αυστηρά ερευνητικό περιβάλλον, καθώς περιλαμβάνει και άλλες πτυχές, όπως κλινικές δοκιμές, ρυθμιστικές εγκρίσεις, scale-up της διεργασίας για βιομηχανική παραγωγή, καθώς επίσης και τον σχεδιασμό του συστήματος διανομής του εμβολίου.

Ο κινητήριος μοχλός όλης αυτής της διαδικασίας είναι οι επενδύσεις και η συνεργασία μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων, στοιχεία που προστατεύονται μέσω της ΒΙ. Συγκεκριμένα, η κατοχύρωση πατέντας προστατεύει το σύνολο των επενδύσεων, οικοδομεί συνεργατικές σχέσεις και κλίμα εμπιστοσύνης μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων μέσω της προστασίας των συμφερόντων τους, εξασφαλίζει την ποιότητα του παραγόμενου αποτελέσματος, καθώς υπαγορεύει μια τυποποιημένη διαδικασία που θα εξασφαλίσει την έγκριση από τις αρμόδιες ρυθμιστικές αρχές, διευκολύνει το βιομηχανικό scale-up της παραγωγής εντάσσοντας στο πλαίσιό της οδηγίες για τη μεταφορά της παραγωγικής διαδικασίας του εμβολίου από το εργαστήριο στη βιομηχανία και διασφαλίζει την παράδοση του καινοτόμου αποτελέσματος στους καταναλωτές.

Η πιο σημαντική όμως προσφορά της ΒΙ στη διαδικασία κατασκευής ενός εμβολίου και γενικότερα στην Ε&Α είναι το γεγονός πως προσφέρει ένα ασφαλές συνεργατικό πλαίσιο και κατοχυρώνει τα δικαιώματα των εμπλεκόμενων πάνω στο παραγόμενο προϊόν, με αποτέλεσμα να δημιουργείται κίνητρο για ταχύτατη δράση, καθώς επίσης και για μελλοντικά συνεργατικά ερευνητικά εγχειρήματα.

Στον δημόσιο διάλογο ακούγονται πολλές απόψεις για το ότι οι πατέντες λειτουργούν ως εμπόδιο στην ανάπτυξη της καινοτομίας και ως τροχοπέδη της έρευνας. Στην περίπτωση της Covid-19 ειδικότερα, οι φωνές αυτές έγιναν ισχυρότερες, καθώς προέρχονταν είτε από επίσημες κυβερνητικές πηγές, όπως οι τοποθετήσεις της Ινδίας και της Νοτίου Αφρικής στον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ), είτε ακόμα και από την ιατρική κοινότητα. Η πραγματικότητα όμως είναι διαφορετική: η ΒΙ, και συγκεκριμένα οι πατέντες, αποτελεί ένα μοναδικό εργαλείο προστασίας της έρευνας στις επιστήμες της υγείας, δημιουργώντας τα κατάλληλα πρότυπα για την παράδοση ασφαλών προϊόντων, μια τυποποιημένη διαδικασία που περιλαμβάνει τη δημοσίευση των πληροφοριών της πατέντας και τη διάχυση της τεχνογνωσίας, διατηρώντας παράλληλα υψηλά επίπεδα ποιότητας. Ταυτόχρονα διασφαλίζεται ένα επενδυτικό περιβάλλον το οποίο προσελκύει –πέρα από κρατικά κονδύλια– υψηλές χρηματοδοτήσεις και από τον ιδιωτικό τομέα. Κάτω από την ομπρέλα της ΒΙ, φαρμακευτικές εταιρείες έχουν δαπανήσει δισεκατομμύρια στην Ε&Α, επενδύσεις που οδήγησαν στη δημιουργία μιας τεράστιας δεξαμενής γνώσης, η οποία και ήταν διαθέσιμη προς αξιοποίηση και στην τωρινή μάχη κατά του ιού.

Μια ματιά στα δεδομένα δημοσιευμένων πατεντών του European Patent Office ανά κατηγορία τεχνολογίας στο Γράφημα 1 αποδεικνύει πως η φαρμακευτική βιομηχανία είναι ένας από τους πιο δραστήριους ερευνητικά κλάδους την τελευταία δεκαετία, ξεπερνώντας σε κατοχυρωμένες πατέντες τον κλάδο των τηλεπικοινωνίων σε έναν άτυπο αγώνα μεταξύ δύο κατεξοχήν high-tech κλάδων, που βρίσκονται πάντα στο επίκεντρο των τεχνολογικών εξελίξεων. Το επιχείρημα αυτό ενισχύεται και από τον σημαντικό αριθμό κατοχυρωμένων πατεντών στη συναφή κατηγορία της Ιατρικής Τεχνολογίας, η οποία μάλιστα ξεπερνάει τις αντίστοιχες επιδόσεις της κατηγορίας της Ψηφιακής Επικοινωνίας. Με δεδομένο πως η διαδικασία κατοχύρωσης πατέντας στις επιστήμες υγείας είναι εξαιρετικά χρονοβόρα σε σχέση με την αντίστοιχη διαδικασία στους κλάδους τηλεπικοινωνιών, οι επιδόσεις αυτές αποκτούν ξεχωριστό ενδιαφέρον και σκιαγραφούν την ποιότητα αλλά και την ποσότητα της ερευνητικής δραστηριότητας που λαμβάνει χώρα στον κλάδο.

Τον Ιανουάριο του 2020 ξέραμε ελάχιστα πράγματα για τον ιό. Τον Δεκέμβριο του 2020 έχουμε ήδη στη διάθεσή μας μια γκάμα λύσεων και θεραπειών οι οποίες περιλαμβάνουν εμβόλια. Αρωγός αυτής της διαδικασίας ήταν η κατοχύρωση ΒΙ – όχι μόνο στην περίπτωση του εμβολίου κατά του ιού, αλλά και μέσω της τεχνογνωσίας και της υφιστάμενης έρευνας που έχει υλοποιηθεί σε βάθος δεκαετιών, η οποία προστατευόταν από πατέντες και αξιοποιήθηκε στις τωρινές ερευνητικές προσπάθειες. Οι συνθήκες λοιπόν είναι πλέον ώριμες ώστε όλοι οι φορείς, καθώς και η κοινή γνώμη, να αναγνωρίσουν τη σημαντικότητα του συστήματος ΒΙ. Το σύστημα προστασίας λειτούργησε και μας έδωσε τη δυνατότητα να έχουμε σήμερα, έναν χρόνο μετά, αποτελεσματικά εμβόλια κατά του κορονοϊού.

 

*O Άγγελος Τσακανίκας είναι αναπληρωτής καθηγητής ΕΜΠ, διευθυντής του Εργαστηρίου Βιομηχανικής και Ενεργειακής Οικονομίας (ΕΒΕΟ)-ΕΜΠ και επιστ. υπεύθυνος του Παρατηρητηρίου Επιχειρηματικότητας του ΙΟΒΕ.

**Ο Πέτρος Δήμας είναι διπλωματούχος χημικός μηχανικός ΕΜΠ, κατέχει MSc στα Εφαρμοσμένα Οικονομικά και στην Χρηματοοικονομική Ανάλυση και είναι υπ. διδάκτωρ ΕΒΕΟ-ΕΜΠ.