Οικονομική Επιθεώρηση, Φεβρουάριος 2021, τ. 1.003

AΡΙΘΜΟΙ ΣΤΟ ΜΙΚΡΟΣΚΟΠΙΟ των Άγγελου Τσακανίκα * & Γιώργου Μανιάτη**

Ένας νέος ρόλος για την ιδιωτική ασφαλιστική αγορά στην Ελλάδα

Η ασφάλιση αποτελεί έναν θεμελιώδη μηχανισμό προστασίας από τις πιθανές αρνητικές οικονομικές συνέπειες που μπορεί να εμφανιστούν όταν εκδηλωθούν διάφοροι (μετρήσιμοι) κίνδυνοι που απειλούν είτε νοικοκυριά και άτομα, είτε επιχειρήσεις και οργανισμούς κάθε φύσης. Ουσιαστικά πρόκειται για μια διαδικασία διαχείρισης των κινδύνων, ώστε η οικονομική και κοινωνική ζωή να μην διαταράσσεται και να εξακολουθούν να λειτουργούν τα κίνητρα ανάληψης δράσης, διευκολύνοντας την επιχειρηματικότητα, αλλά και την ασφάλεια των νοικοκυριών.

Ήδη στη διάρκεια της τρέχουσας υγειονομικής κρίσης διαπιστώθηκε ότι μια σειρά από οικονομικές δραστηριότητες επλήγησαν σημαντικά, καθώς επηρεάστηκαν από ένα ανατρεπτικό γεγονός, το οποίο βεβαίως ήταν μοναδικό στην οικονομική ιστορία των τελευταίων ετών, αλλά θεωρούμε ότι πρόκειται να μεταβάλει την αποτίμηση κινδύνων στις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας. Ταυτόχρονα, ο συντελούμενος ψηφιακός μετασχηματισμός αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο συναλλάσσονται πολίτες και επιχειρήσεις, μεταξύ τους ή με το Δημόσιο, και θέτει νέα ζητήματα κινδύνων, όπως π.χ. η κυβερνοασφάλεια, η διαχείριση προσωπικών δεδομένων, κ.ά. Αλλά και η κλιματική αλλαγή φαίνεται ότι έχει οδηγήσει σε αύξηση της συχνότητας εμφάνισης και της έντασης φυσικών φαινομένων που προκαλούν τεράστιες οικονομικές ζημιές. Συνεπώς, διαφαίνεται ότι αφενός το περιεχόμενο των δυνητικών κινδύνων αλλάζει, αφετέρου ενισχύεται η ανάγκη ασφαλιστικής προστασίας και επομένως δημιουργούνται νέα πεδία δυνητικής ανάπτυξης της ασφάλισης.

Σήμερα στην Ελλάδα η ιδιωτική ασφάλιση προσφέρει μια μεγάλη γκάμα από καλύψεις υγειονομικής περίθαλψης, ζωής, συνταξιοδοτικά και αποταμιευτικά προγράμματα, αλλά και καλύψεις σε άτομα και επιχειρήσεις σε περίπτωση ενδεχομένων που προκαλούν ζημιές στην ακίνητη περιουσία, σε μεταφορικά μέσα και σε άλλα περιουσιακά στοιχεία, καθώς και στη λειτουργία των επιχειρήσεων (π.χ. απώλειες/φθορές κατά τη μεταφορά προϊόντων, εργατικά ατυχήματα, περιβαλλοντική μόλυνση λόγω ατυχήματος, γενική αστική ευθύνη και νομική προστασία). Με αυτόν τον τρόπο, η ασφάλιση συμβάλλει στην ομαλή εξέλιξη των οικονομικών δραστηριοτήτων και διευρύνει την ικανότητα ανάληψης κινδύνων, διευκολύνοντας την επιχειρηματικότητα και τη δημιουργία πρόσθετης οικονομικής αξίας.

Η εγχώρια ασφαλιστική αγορά επηρεάστηκε σημαντικά από την οικονομική κρίση, ωστόσο μετά το 2015 ανέκαμψε σε κάποιο βαθμό. Η συνολική παραγωγή ασφαλίστρων διαμορφώθηκε το 2019 σε 4,44 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 2,24 δισ. προήλθαν από τις ασφαλίσεις κατά ζημιών και τα 2,2 δισ. από τις ασφαλίσεις ζωής. Το 2020 η παραγωγή ασφαλίστρων επηρεάστηκε εκ νέου από την υγειονομική και οικονομική κρίση. Με βάση τα στοιχεία της Ένωσης Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος, εκτιμάται ότι η παραγωγή ασφαλίστρων στον κλάδο ασφαλίσεων ζωής θα υποχωρήσει κατά περίπου 10%, ενώ στις ασφαλίσεις ζημιών η μεταβολή θα είναι οριακή.

Το ΙΟΒΕ δημοσίευσε πρόσφατα μια έρευνα για την ιδιωτική ασφάλιση στην Ελλάδα[1], αποδίδοντας τα βασικά χαρακτηριστικά της, τη δυναμική, αλλά κυρίως την ποσοτική και ποιοτική εξέταση της ευρύτερης συνεισφοράς της στην ελληνική οικονομία και κοινωνία. Από την έρευνα προκύπτει ότι η άμεση και έμμεση συνεισφορά του κλάδου της ιδιωτικής ασφάλισης στα μεγέθη της ελληνικής οικονομίας και στη δημιουργία θέσεων εργασίας είναι ιδιαίτερα σημαντική καθώς:

  • Η συνολική συνεισφορά του κλάδου ιδιωτικής ασφάλισης στην ελληνική οικονομία το 2018 εκτιμάται σε 4,14 δισ. ευρώ ή 2,2% του ΑΕΠ.
  • Η συνολική συμβολή της αλυσίδας αξίας του κλάδου ιδιωτικής ασφάλισης στην απασχόληση εκτιμάται σε 70,9 χιλ. θέσεις εργασίας. Το επίπεδο αυτό ισοδυναμεί με το 1,9% της συνολικής απασχόλησης στην Ελλάδα το 2018.
  • Η συνολική συνεισφορά του κλάδου της ιδιωτικής ασφάλισης στα δημόσια έσοδα εκτιμάται σε 1,65 δισ. ευρώ, αποτελώντας το 2,9% των φορολογικών εσόδων του κράτους.

Ίσως ακόμη πιο κρίσιμο, όμως, είναι να αναγνωριστεί η «καταλυτική» επίδραση της ιδιωτικής ασφάλισης στην οικονομία και την κοινωνία, η οποία αφορά τη συμβολή της στην υποστήριξη της επιχειρηματικότητας και της οικονομικής ανάπτυξης, στην εξασφάλιση της σταθερότητας και ποιότητας του επιπέδου διαβίωσης των πολιτών, αλλά και στις μακροοικονομικές επιδόσεις της οικονομίας μέσω της διαχείρισης αποταμιευτικών πόρων και άλλων αποθεματικών κεφαλαίων των ασφαλισμένων.

Το συνολικό μέγεθος της εγχώριας ασφαλιστικής αγοράς αντιστοιχεί σε κατά κεφαλή ασφάλιστρα ύψους 377 ευρώ (στοιχεία 2018), καταλαμβάνοντας μία από τις χαμηλότερες θέσεις στην Ευρώπη με βάση το συγκεκριμένο κριτήριο. Για να γίνει περισσότερο κατανοητή η υστέρηση του μεγέθους της ελληνικής ασφαλιστικής αγοράς αξίζει να επισημανθεί ότι η αντίστοιχη μέση τιμή για το σύνολο των ευρωπαϊκών αγορών είναι 5,8 φορές μεγαλύτερη (2.170 ευρώ/άτομο).

Το ενδιαφέρον είναι ότι ακόμα και αν απομονωθεί η επίδραση των διαφορών στη διείσδυση της ιδιωτικής ασφάλισης που μπορεί να αποδοθούν σε διαφορές στο κατά κεφαλή ΑΕΠ σε όρους μονάδων αγοραστικής δύναμης (PPS), η υστέρηση της ελληνικής αγοράς παραμένει σημαντική. Ειδικότερα, από τους υπολογισμούς του ΙΟΒΕ προκύπτει ότι σε όρους προσαρμοσμένων κατά κεφαλή ασφαλίστρων η ασφαλιστική αγορά κατά ζημιών στην Ευρώπη έχει κατά μέσο όρο σχεδόν τριπλάσιο μέγεθος συγκριτικά με την ελληνική αγορά. Αντίστοιχα, η αγορά ασφαλίσεων ζωής είναι κατά μέσο όρο 4,6 φορές μεγαλύτερη. Συνολικά, ο προσαρμοσμένος με βάση το κατά κεφαλή ΑΕΠ βαθμός διείσδυσης της ιδιωτικής ασφάλισης στην Ευρώπη είναι κατά 3,7 φορές μεγαλύτερος συγκριτικά με την Ελλάδα.

Όπως αναφέρθηκε, η ασφαλιστική αγορά στην Ελλάδα επηρεάστηκε από την πρωτοφανή σε ένταση και διάρκεια οικονομική ύφεση. Ωστόσο, πέρα από την επίδραση του οικονομικού κύκλου, υπάρχουν δομικά χαρακτηριστικά που συντελούν στη συστηματική της υστέρηση ως προς τον βαθμό διείσδυσης, καθώς και στη χαμηλή ασφαλιστική συνείδηση. Έτσι, εκτός από τη μη θεσμοθέτηση συμπληρωματικού ρόλου της ιδιωτικής ασφάλισης στον συνταξιοδοτικό τομέα και τα υψηλά ποσοστά αναπλήρωσης συντάξεων κατά το παρελθόν, κρίσιμο ρόλο έχουν μεταξύ άλλων διαδραματίσει το δημόσιο δίχτυ προστασίας που παρέχεται για συμβάντα που επιφέρουν μεγάλες ζημιές (π.χ. από φυσικές καταστροφές), το πρότυπο αποταμίευσης των ελληνικών νοικοκυριών, η έλλειψη παρακολούθησης της συμμόρφωσης με τις υποχρεωτικές ασφαλίσεις, η ελλιπής βασική χρηματοοικονομική εκπαίδευση των πολιτών, όπως επίσης, ιδίως στο παρελθόν, η έλλειψη εμπιστοσύνης για τη φερεγγυότητα της αγοράς.

Αξίζει να επισημανθεί ότι η εμπιστοσύνη στην ικανότητα των ασφαλιστικών εταιρειών να αποζημιώνουν τους ασφαλισμένους, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τα μακροχρόνια αποταμιευτικά προϊόντα, λειτουργεί καταλυτικά στη διείσδυση της ιδιωτικής ασφάλισης στην οικονομία. Η οικοδόμηση εμπιστοσύνης απαιτεί τη συνεχή εξασφάλιση της αξιοπιστίας της ασφαλιστικής αγοράς, η οποία προκύπτει: α) από τη λειτουργία (προληπτικών) εποπτικών και εγγυητικών μηχανισμών, που με συνέπεια διασφαλίζουν τη φερεγγυότητα των ασφαλιστικών εταιρειών και την τήρηση των συμβολαίων και β) από τις πρακτικές των ίδιων των ασφαλιστικών εταιρειών και των διαμεσολαβούντων και την ποιότητα υπηρεσιών που παρέχουν στους ασφαλισμένους.

Η μελλοντική αύξηση της διείσδυσης της ιδιωτικής ασφάλισης στην Ελλάδα, η οποία πρακτικά σημαίνει ταχύτερη άνοδο στην παραγωγή ασφαλίστρων σε σχέση με το ΑΕΠ, θα ενισχύσει τόσο το ορατό όσο και το μη άμεσα ορατό αποτύπωμα του κλάδου. Η σταδιακή σύγκλιση με άλλες χώρες της Ευρώπης μπορεί μακροπρόθεσμα να φέρει πολύ σημαντικά οφέλη όχι μόνο στον κλάδο αλλά και ευρύτερα στην ελληνική οικονομία, αλλά αυτή η πορεία θα καθοριστεί από πολλές παραμέτρους. Στο πλαίσιο αυτό θα μπορούσε να εξεταστεί η παροχή φορολογικών ή άλλων κινήτρων για μακροχρόνια αποταμίευση, συντάξεις και υγεία, όπως και η εισαγωγή σχημάτων υποχρεωτικών ασφαλίσεων, π.χ. για φυσικές καταστροφές και σεισμούς. Περαιτέρω, η ενίσχυση της ενημέρωσης για τα οφέλη της ασφαλιστικής προστασίας και η βασική εκπαίδευση των πολιτών σε χρηματοοικονομικά και ασφαλιστικά ζητήματα θα πρέπει να αποτελέσουν μία από τις προτεραιότητες τόσο της Πολιτείας όσο και του ασφαλιστικού κλάδου.

 

[1] Μελέτη για το Οικονομικό και Κοινωνικό αποτύπωμα της Ιδιωτικής Ασφάλισης στην Ελλάδα, Νοέμβριος 2019.

 

* Ο Α. Τσακανίκας είναι αναπληρωτής καθηγητής Οικονομικής Αξιολόγησης Συστημάτων Τεχνολογίας Καινοτομίας και Επιχειρηματικότητας ΕΜΠ, διευθυντής Εργαστηρίου Βιομηχανικής και Ενεργειακής Οικονομίας (ΕΒΕΟ).

** Ο Δρ. Γιώργος Μανιάτης είναι υπεύθυνος Κλαδικών Μελετών ΙΟΒΕ.