Μηδενίζεται το εμπορικό πλεόνασμα με τον Καναδά

Πλεόνασμα καταγράφει, σταθερά την τελευταία 5ετία, το εμπορικό ισοζύγιο της Ελλάδας με τον Καναδά, πλην όμως το 2021 περιορίστηκε σημαντικά, από το επίπεδο των €70-100 εκατ. τα προηγούμενα χρόνια στα μόλις €12 εκατ. Οι ελληνικές εξαγωγές προς τον Καναδά κινήθηκαν την περίοδο 2016-2020 περί τα €160 εκατ. ενώ το 2021 ενισχύθηκαν σημαντικά, προσεγγίζοντας τα €200 εκατ. Πλην όμως την περσινή χρονιά καταγράφηκε ακόμα μεγαλύτερη αύξηση των εισαγωγών, που έφτασαν τα €186 εκατ., από €68 εκατ. το 2016 και €58 εκατ. το 2020.

Βασική πηγή του ελληνικού εμπορικού πλεονάσματος έναντι του Καναδά υπήρξαν όλα αυτά τα χρόνια τα τρόφιμα: Οι εισαγωγές δεν ξεπερνούσαν τα €20 εκατ. ενώ οι εξαγωγές ήταν €50 εκατ. το 2016, έφτασαν τα €80 εκατ. το 2020 και τα €86 εκατ. το 2021. Ως αποτέλεσμα το ελληνικό πλεόνασμα στο σχετικό ισοζύγιο διπλασιάστηκε, φθάνοντας τα €65 εκατ. πέρσι. Το σύνολο του εμπορικού πλεονάσματος ήταν, όμως, αισθητά μικρότερο, καθώς καταγράφηκε έλλειμμα €85 εκατ. στο ισοζύγιο βιομηχανικών αγαθών, με τις ελληνικές εισαγωγές να «εκτοξεύονται» στα €122 εκατ. το 2021.

Το μεγαλύτερο μερίδιο των ελληνικών εξαγωγών προς τον Καναδά ανήκει, παραδοσιακά, στην κατηγορία των τροφίμων, ως αποτέλεσμα της ύπαρξης του αγροδιατροφικού συμπλέγματος στην ελληνική οικονομία αλλά και της ύπαρξης της ομογένειας στον Καναδά. Μάλιστα την τελευταία 5ετία οι εξαγωγές έχουν αυξηθεί 67,5%. Μόνη κατηγορία με ταχύτερο ρυθμό αύξησης (72,2%) είναι εκείνη των βιομηχανικών αγαθών, που ακολουθούν στη δεύτερη θέση (εξαγωγές €37 εκατ. το 2021). Στην τρίτη θέση ακολουθούν οι εξαγωγές χημικών προϊόντων (€24 εκατ.)  και σε απόσταση οι εξαγωγές ποτών και καπνού (€10 εκατ.).

Εντυπωσιακή ανατροπή επεφύλασσε το 2021 στην εικόνα των ελληνικών εισαγωγών από τον Καναδά, καθώς η εκτόξευση των εισαγωγών βιομηχανικών αγαθών (στα €122 εκατ. από μόλις €8 εκατ. το 2020, εξαιτίας της εισαγωγής μεγάλης ποσότητας αλουμινίου σε ακατέργαστη μορφή) είχε ως αποτέλεσμα στη συγκεκριμένη κατηγορία να αντιστοιχούν τα δύο τρίτα των εισαγωγών. Τα προηγούμενα χρόνια, αντιθέτως, η εικόνα ήταν ισορροπημένη, με το μεγαλύτερο μερίδιο να έχουν οι εισαγωγές τροφίμων (31%) και ακολουθούσαν πρώτες ύλες (20%), χημικά, μηχανήματα και βιομηχανικά είδη (και οι τρεις κατηγορίες με μερίδιο 14%).