Κλάδος τροφίμων και ποτών

Οικονομική Επιθεώρηση, Δεκέμβριος 2021, τ.1013

ΦAΚΕΛΟΣ: ΚΛAΔΟΣ ΤΡΟΦIΜΩΝ ΚΑΙ ΠΟΤΩΝ

του Χάρη Σαββίδη

Σημαντικές προκλήσεις έθεσε η πανδημία στο βαρύ πυροβολικό της ελληνικής μεταποίησης, τον κλάδο τροφίμων και ποτών: διαταραχές στην παραγωγική αλυσίδα, κλείσιμο της εστίασης, μεγάλη μείωση του τουρισμού, αλλαγές στις καταναλωτικές συνήθειες εξαιτίας του lockdown.

Από το πρώτο εξάμηνο του 2021, όμως, η κερδοφορία άρχισε να ανακάμπτει για τις περισσότερες βιομηχανίες του κλάδου. Πολλοί ευελπιστούν και σε αύξηση των εξαγωγών, πλην όμως πηγή νέων ανησυχιών αποτελεί το διεθνές κύμα ανατιμήσεων. Στο τεύχος Δεκεμβρίου της Οικονομικής επιχειρείται μια επισκόπηση των εξελίξεων και μια καταγραφή των τάσεων στους διάφορους επιμέρους τομείς. Εν συντομία:

  • Στη βιομηχανία γαλακτοκομικών το κλείσιμο της εστίασης λειτούργησε ανασταλτικά. Για το επόμενο διάστημα έντονες είναι οι ανησυχίες για την πορεία της τιμής του γάλακτος (στο πλαίσιο και των ανατιμήσεων που προκαλούν οι διαταραχές στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα), αλλά και για τη στροφή των καταναλωτών προς μη επώνυμα (συχνά εισαγόμενα) προϊόντα. Οι επιδόσεις ελληνικού γιαουρτιού και φέτας στις ξένες αγορές γεννούν αισιοδοξία. Πρόσθετη πηγή προβληματισμού αποτελούν οι προκλήσεις της μετάβασης προς τη βιολογική παραγωγή.
  • Αρνητικά επηρεάστηκε από το κλείσιμο της εστίασης και η βιομηχανία κρέατος, που όμως κατάφερε να αναπληρώσει μέρος των απωλειών από την αύξηση της κατανάλωσης στο σπίτι. Καθώς μάλιστα η εξαγωγική δυναμική εμφανίζεται ισχυρή, πολλές εταιρείες του κλάδου βλέπουν το ποτήρι μισογεμάτο.
  • Μεγάλες προκλήσεις έθεσε η πανδημία στη βιομηχανία της αρτοποιίας, τόσο στο σκέλος της παραγωγής (διασφάλιση συνθηκών υγιεινής στην παραγωγή) όσο και της κατανάλωσης (με το κοινό να στρέφεται από την κατανάλωση έτοιμων προϊόντων στην παρασκευή στο σπίτι). Σε αυτές ήρθε να προστεθεί, στην αρχή της χρονιάς, η παγκόσμια έλλειψη σιτηρών και η επακόλουθη αύξηση της τιμής.
  • Τάσεις ισχυρής ανάκαμψης καταγράφονται τους τελευταίους μήνες στη ζυθοποιία. Ο τζίρος παραμένει χαμηλότερος έως και 15% από την εποχή πριν από την πανδημία, πλην όμως τους τελευταίους μήνες η ζήτηση ανακάμπτει σταθερά. Ιδιαίτερες προσδοκίες υπάρχουν για τις εξαγωγικές επιδόσεις νέων μικροζυθοποιιών, πλην όμως η μεγάλη ανησυχία του κλάδου συνδέεται με το πρόσφατο κύμα ανατιμήσεων στην ενέργεια και βασικές πρώτες ύλες (γυαλί, βύνη).
  • Ανοδικά κινείται τους τελευταίους μήνες η ζήτηση και για το κρασί, πλην όμως ακόμα πρέπει να καλυφθεί σημαντικό έδαφος, καθώς το 2020 υπήρξε εξαιρετικά άσχημη χρονιά, τόσο στην εσωτερική αγορά όσο και διεθνώς.
  • Οι διεθνείς ανατιμήσεις, ως αποτέλεσμα και της κλιματικής αλλαγής, αποτελούν βασικό πρόβλημα για τον κλάδο των ζυμαρικών, που προσπαθεί να συνέλθει από την υποχώρηση της ζήτησης κατά τον τελευταίο χρόνο.
  • Αισιοδοξία επικρατεί, τέλος, στην αγορά ελαιολάδου, καθώς παρά την εμφάνιση του δεύτερου και τρίτου κύματος της πανδημίας η πορεία των εξαγωγών ελιών και ελαιολάδου ήταν ανοδική στο πρώτο 9μηνο του 2021.

 

 

Η σημασία του κλάδου

Ο κλάδος τροφίμων και ποτών είναι μεταξύ των 5 μεγαλύτερων κλάδων της μεταποίησης: του αντιστοιχούν περίπου τα δύο τρίτα του τζίρου (68%) και της προστιθέμενης αξίας (64%) – μερίδια σαφώς μεγαλύτερα των αντίστοιχων μέσων όρων στην ΕΕ (52% του τζίρου και 49% της προστιθέμενης αξίας– στοιχεία της Eurostat για το 2020). Η εικόνα πλησιάζει τον μέσο όρο της ΕΕ ως προς τις θέσεις εργασίας (55% στην Ελλάδα έναντι 51% στην ΕΕ) αλλά και πάλι, στο σύνολο της μεταποίησης, περίπου 1 στις 3 θέσεις εργασίας βρίσκεται στα τρόφιμα και ποτά.

Πρόκειται, επίσης, για τον κλάδο όπου κατευθύνεται το μεγαλύτερο μερίδιο του καλαθιού της νοικοκυράς. Σύμφωνα με στοιχεία που έχει επεξεργαστεί το ΙΟΒΕ, τη χρονιά πριν από το ξέσπασμα της υγειονομικής κρίσης (2019) η μηνιαία κατά κεφαλήν κατανάλωση ειδών διατροφής και ποτών αυξήθηκε στα 312 ευρώ από 308 το 2018. Παρέμενε, βέβαια, περίπου 15% χαμηλότερα από το επίπεδο στο ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης (368ευρώ το 2010), πλην όμως την ίδια περίοδο η συνολική μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών υποχώρησε περίπου κατά το ένα τρίτο (Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών ΕΛΣΤΑΤ). Υπήρξε, δηλαδή, κλάδος που άντεξε στην κρίση – εξέλιξη φυσιολογική, καθώς παράγει πολλά αγαθά πρώτης ανάγκης.

Καταναλωτικές αλλαγές στην πανδημία

Το ίδιο συνέβη και τον πρώτο χρόνο της πανδημίας: Το 2020 η συνολική μέση μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών υποχώρησε περίπου 10%, ενώ στα τρόφιμα αυξήθηκε 3,9% και στα οινοπνευματώδη 11,25%. Από τα 3,72 λίτρα, το 2019, η μέση μηνιαία κατανάλωση ποτών εκτοξεύτηκε το 2020 πάνω από τα 4,4 λίτρα (αύξηση 18%). Την προηγούμενη χρονιά τα νοικοκυριά εκτιμάται ότι δαπάνησαν 21% περισσότερο για μπίρα, 12,5% για κρασί και 21,2% για τα υπόλοιπα αλκοολούχα.

Υπήρξε όμως και… υγιεινό αντίβαρο: Η μέση κατανάλωση φρούτων αυξήθηκε σχεδόν 7%, με τις ετήσιες δαπάνες να αυξάνονται πάνω από 9% για φρούτα, χυμούς και όσπρια, ενώ ανοδικά κινήθηκαν και οι δαπάνες για νωπά λαχανικά (4,55%) και ντομάτες (3,68%).

Η άλλη κερδισμένη κατηγορία τροφίμων στην πανδημία είναι τα είδη ζαχαροπλαστικής, με πρώτα τα αβγά: Το μέσο νοικοκυριό εκτιμάται ότι το 2020 κατανάλωσε 17 αβγάτον μήνα, έναντι 16 αβγών το 2019, με τη σχετική δαπάνη να αυξάνεται 11,5%. Οι δε δαπάνες ζαχαροπλαστικής το 2020 ήταν αυξημένες 8,55% (οι δαπάνες για βούτυρο 25,6%!). Στον αντίποδα, φυσικό επακόλουθο της παρασκευής στο σπίτι ήταν να υποχωρήσει η κατανάλωση έτοιμου ψωμιού και λοιπών ειδών αρτοποιίας.

Κερδισμένο εμφανίζεται το ψάρι έναντι του κρέατος, τόσο σε αύξηση ποσοτήτων κατανάλωσης (+3,5% έναντι +1,6%) όσο και δαπάνης (+4,9% για ψάρι, έναντι μείωσης για πουλερικά, βοοειδή και προβατοειδή, αλλά αύξησης 14,7% για χοιροειδή). Μικρή διαφοροποίηση καταγράφηκε και στις συνήθειες του πρωινού, με τις δαπάνες για γάλα να υποχωρούν σχεδόν 5%, ενώ εκείνες για δημητριακά πρωινού να αυξάνονται 6,3%. Η αύξηση σχεδόν 8,5% στις δαπάνες για καφέ αποδίδεται στον μεγαλύτερο χρόνο παραμονής στο σπίτι.

Παρά τις αλλαγές αυτές το κρέας συνεχίζει να απορροφά το μεγαλύτερο μερίδιο του οικογενειακού προϋπολογισμού για τρόφιμα (παραμένει τριπλάσιο από εκείνο του ψαριού) και μαζί με δημητριακά και γαλακτοκομικά «ευθύνονται» για πάνω από τις μισές δαπάνες.

 

Το στοίχημα της κερδοφορίας

Τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον κλάδο εκείνο που τις ενδιαφέρει, βέβαια, είναι τι γράφει το ταμείο: η βελτίωση της κερδοφορίας τους. Στις επόμενες σελίδες παρουσιάζεται αναλυτικότερα η πορεία των μεγαλύτερων κλάδων τροφίμων και ποτών μετά το ξέσπασμα της πανδημίας, καθώς και η προοπτική που διαγράφεται για το επόμενο διάστημα.

Τον χρόνο πριν από το ξέσπασμα της πανδημίας η συνολική κερδοφορία του κλάδου σημείωσε σημαντική ετήσια αύξηση (61,6%), αν και παρέμεινε σε χαμηλά επίπεδα. Η ισχυρότερη δυναμική καταγραφόταν στην αρτοποιία, όπου ήδη το 2018 σημειώθηκαν τα υψηλότερα καθαρά κέρδη (72,6 εκατ. ευρώ), τα οποία και υπερδιπλασιάστηκαν το 2019 (146,9 εκατ.), ενώ στους αλευρόμυλους τα κέρδη αυξήθηκαν 150%.

Στη δεύτερη θέση ακολουθούσαν τα ποτά (στα 84 εκατ. ευρώ το 2019, με ετήσια αύξηση 45%), στην τρίτη τα γαλακτοκομικά (72 εκατ. ευρώ με αύξηση 24%) και ακολουθούν τα φρούτα και λαχανικά (59,7 εκατ. ευρώ με αύξηση 15%). Αξίζει να σημειωθεί το «γύρισμα» σε κερδοφορία του κλάδου των κρεάτων (παραλίγο και των ψαριών) και η υποχώρηση σε ζημιές εκείνου της ελιάς.

 Εξαγωγικός προσανατολισμός

Δεδομένων των περιορισμένων οικονομικών δυνατοτήτων των νοικοκυριών της χώρας, την τελευταία δεκαετία πολλές επιχειρήσεις του κλάδου αναζήτησαν τη λύση στις εξαγωγές. Στο σύνολο των εξαγωγών αγαθών ο κλάδος έχει το τέταρτο μεγαλύτερο μερίδιο (16% των εξαγωγών προς την ΕΕ και 10% των εξαγωγών προς τον υπόλοιπο κόσμο), αλλά αυτό αυξάνεται και κυρίως μετατοπίζεται προς αγαθά υψηλότερης προστιθέμενης αξίας.

Στο πρώτο 8μηνου του 2021 οι εξαγωγές τροφίμων και ποτών εμφανίζονται να υπερβαίνουν τα 4,4 δισ. ευρώ, ενώ το 2019 ήταν μόλις 3,5 δισ. Αντίθετα, την ίδια περίοδο οι εισαγωγές παρέμειναν σταθερές λίγο κάτω από τα 4,1 δισ. ευρώ, με αποτέλεσμα το ισοζύγιο από ελλειμματικό (-570 εκατ. ευρώ) να μετατραπεί σε πλεονασματικό (350εκατ. ευρώ).

Μεγαλύτερος πελάτης είναι η Γερμανία (16%) και ακολουθούν Ιταλία (14%), Ηνωμένο Βασίλειο (9%) και ΗΠΑ (8%). Αντίθετα, μόλις στο 4% είναι τα μερίδια δύο βασικών προμηθευτών των ελληνικών εισαγωγών τροφίμων, της Ολλανδίας (14% στις εισαγωγές) και της Γαλλίας (9% στις εισαγωγές).

Με μερίδιο άνω του 30% στις εξαγωγές και μόλις 6% στις εισαγωγές, τα φρούτα και τα λαχανικά είναι η αιχμή του δόρατος. Ακολουθούν στη δεύτερη θέση των εξαγωγών τα γαλακτοκομικά, με μερίδιο όμως αντίστοιχο εκείνου που έχουν στις εισαγωγές (19% έναντι 16%), και στην τρίτη θέση το ελαιόλαδο (και η υπόλοιπη κατηγορία λίπη και έλαια), με μερίδιο 15% στις εξαγωγές (έναντι 8% στις εισαγωγές).