Οικονομική Επιθεώρηση, Δεκέμβριος 2021, τ.1013

του Νίκου Σακελλαρίου

 

Στο 2022 μετέθεσε η πανδημία τις αναβαθμίσεις από τους διεθνείς οίκους

 

Στον τερματισμό της μακράς πορείας εξόδου της ελληνικής οικονομίας από τη στενωπό της κρίσης και των Μνημονίων βρίσκεται μια… κορδέλα-μια νοητή γραμμή: η επενδυτική βαθμίδα. Μετά από τον εξοβελισμό τους από τις παγκόσμιες αγορές, τα ελληνικά ομόλογα θα έχουν αποκτήσει και πάλι την αξιολόγηση που αναμένεται από τίτλους κρατών της Ευρωζώνης. Μόλις πριν από τέσσερα χρόνια βρίσκονταν στα τάρταρα των βαθμών αξιολόγησης. Από το 2018 ξεκίνησε ένα ράλι αναβαθμίσεων, που η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας φιλοδοξούσε ότι θα συνεχιστεί και μετά το 2019, οδηγώντας εντός της τετραετίας στην επενδυτική βαθμίδα. Και μετά ξέσπασε η πανδημία.

Οι συνέπειες που υπήρξαν για τα δημόσια οικονομικά όλων των κρατών προκάλεσαν πάγωμα των απαιτήσεων του Συμφώνου Σταθερότητας και περαιτέρω στήριξη των ομολόγων από την ΕΚΤ. Σε αυτές τις συνθήκες οι οίκοι αξιολόγησης αποφεύγουν να προχωρήσουν σε αλλαγές, με αποτέλεσμα οι αναβαθμίσεις να καθυστερούν.

Το τελευταίο πλήγμα ήρθε από τη Moody’s, η οποία στην έκθεση του Νοεμβρίου απέφυγε για δεύτερη φορά φέτος να προχωρήσει σε αναβάθμιση, διατηρώντας τον ελληνικό βαθμό στο Ba3με θετική προοπτική – 3 βαθμίδες χαμηλότερα από την επενδυτική. Χαμηλότερα, δηλαδή, από το ΒΒ που δίνουν οι δύο άλλοι μεγάλοι οίκοι αξιολόγησης, FitchκαιS&P, απέχοντας 2 βαθμίδες από την επενδυτική. Είχε προηγηθεί η απογοήτευση από την S&Pτον Οκτώβριο, καθώς η αναβάθμιση των προοπτικών σε θετικές τον Απρίλιο είχε αυξήσει τις προσδοκίες.

Σε κάθε περίπτωση, η καθυστέρηση ήταν μάλλον αναπόφευκτη, δεδομένης της αβεβαιότητας που δημιουργεί η πανδημία. Στην κυβέρνηση και την Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) αισιοδοξούν ότι η ισχυρή ανάκαμψη του ΑΕΠ θα φέρει αναβαθμίσεις εντός του 2022.

Μάλιστα, σε επενδυτικό συνέδριο που διεξήχθη τον Οκτώβριο στην Αθήνα, ο διοικητής της ΤτΕ Γιάννης Στουρνάρας ανέφερε ότι θεωρεί «πιθανό μέχρι του χρόνου [τέλη 2022] η χώρα να έχει αποκτήσει την επενδυτική βαθμίδα από τους οίκους αξιολόγησης» – εξέλιξη η οποία θα επιτρέψει στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) να αγοράζει ελληνικά ομόλογα και να τα αποδέχεται ως εγγύηση για την παροχή ρευστότητας προς τις τράπεζες με το γράμμα του νόμου και όχι κατ’ εξαίρεση, όπως συμβαίνει τώρα με το λεγόμενο waiver. Σε κάθε περίπτωση, ο διοικητής της ΤτΕ και μέλος του ΔΣ της ΕΚΤ επεσήμανε ότι ακόμη και μετά το πέρας των έκτακτων μέτρων κατά της πανδημίας τα ελληνικά ομόλογα θα συνεχίσουν να γίνονται δεκτά από την ΕΚΤ, ακόμη κι αν δεν αξιολογούνται στην επενδυτική βαθμίδα.

 

 

Τα οφέλη της επενδυτικής βαθμίδας

Η αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της ελληνικής οικονομίας και η ένταξη των ελληνικών ομολόγων σε επενδυτική βαθμίδα θα κάνει ευκολότερη την εισροή κεφαλαίων. Σήμερα η Ελλάδα είναι αποκλεισμένη ως αγορά ομολόγων από τα μεγάλα συνταξιοδοτικά ταμεία επειδή τα ομόλογά της δεν θεωρούνται μεγάλης επενδυτικής φερεγγυότητας. Όμως η ένταξη της χώρας σε επενδυτική βαθμίδα σημαίνει ότι κεφάλαια ύψους 20-30 δισ. ευρώ (αυτή είναι η αναλογία της Ελλάδας στην κατανομή ενός συνολικού ενεργητικού ύψους 5 τρισ. ευρώ που έχουν τα συνταξιοδοτικά ταμεία στην ΕΕ) θα εισρεύσουν στο ελληνικό κράτος μέσα από την αγορά ομολόγων.

Ταυτόχρονα θα αναβαθμιστούν τα εποπτικά κεφάλαια των ελληνικών τραπεζών (στη Βασιλεία ΙΙΙ) και των ελληνικών ασφαλιστικών εταιρειών και των Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης στα SolvencyII. Σε επίπεδο χρηματιστηρίου, η ένταξη σε επενδυτική βαθμίδα θα επιτρέψει τις εισροές κεφαλαίων από μεγαλύτερα funds και σε διευρυμένες ποσότητες. Κερδισμένες θα είναι επίσης οι μετοχές εισηγμένων εταιρειών που έχουν έκθεση στις ξένες αγορές.

 

Τα κλειδιά της αναβάθμισης

Αξιωματούχοι και αναλυτές εντοπίζουν 4 βασικούς παράγοντες που θα διαμορφώσουν την πορεία προς την επενδυτική βαθμίδα, οι οποίοι είναι οι εξής:

  • Η υλοποίηση των επενδύσεων και μεταρρυθμίσεων του Σχεδίου Ανάκαμψης

Η κυβέρνηση έχει δώσει ιδιαίτερη έμφαση σε θέματα επενδύσεων και μεταρρυθμίσεων στο Σχέδιο Ανάκαμψης. Η έμφαση γίνεται πάνω σε δύο βασικούς άξονες. Την πράσινη οικονομία και τον ψηφιακό μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας και των επιχειρήσεων. Εκτός όμως από αυτούς τους στόχους, υπάρχουν επιμέρους στόχοι που έχουν ως βασική κατεύθυνση τη δημιουργία ενός λιγότερου σπάταλου κράτους και με μεγαλύτερες ευελιξίες, καθώς και την παροχή προς τις επιχειρήσεις κριτηρίων εξαγορών και συγχωνεύσεων. Η Ελλάδα παίρνει σ’ αυτόν τον τομέα καλό βαθμό.

  • Η αυτοσυγκράτηση στη διαχείριση των δημόσιων οικονομικών, μετά την παρένθεση της πανδημίας

Η πανδημία οδήγησε στην υπέρβαση σε χρέος και ελλείμματα μέσα στο 2020-2021. Όμως η τελευταία αναφορά στον προϋπολογισμό της περιόδου Ιανουαρίου-Οκτωβρίου δείχνει ότι αφενός έχει αυξηθεί η εισπραξιμότητα των φόρων και αφετέρου έχουν διαμορφωθεί τάσεις περιορισμού των ελλειμμάτων. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι το Υπουργείο Οικονομικών περίμενε νωρίτερα την εκταμίευση πόρων από το Ταμείο Ανάκαμψης που θα άλλαζαν τη δημοσιονομική εικόνα σε ό,τι αφορά τα ελλείμματα.

  • Η περαιτέρω μείωση των κόκκινων δανείων από τους ισολογισμούς των τραπεζών

Σύμφωνα με τη Moody’s, οιδείκτες NPE υποδηλώνουν ότι όλες οι ελληνικές τράπεζες βρίσκονται σε πορεία για να επιτύχουν φιλόδοξους στόχους για μονοψήφιους δείκτες έως το τέλος του 2022, με τις Eurobank και Εθνική να ηγούνται της διαδικασίας καθώς στοχεύουν να φτάσουν τους δείκτες γύρω στο 6% ή 7% τους επόμενους μήνες. Η επιτυχία επενδυτικής διαβάθμισης θα συνεπάγεται για τις τράπεζες περαιτέρω μείωση των ασφαλίστρων κινδύνου στα επιτόκια χρηματοδότησής τους, καθώς και βελτίωση των συνθηκών ρευστότητας. Συγχρόνως, θα τις βάλει στο ραντάρ των διεθνών επενδυτικών κεφαλαίων, μαζί με όλη την ελληνική οικονομία και τις επιχειρήσεις.

  • Η μείωση και η βιωσιμότητα του χρέους

Η μείωση του χρέους/ΑΕΠ στα επίπεδα προς το 190% επί του ΑΕΠ, όπως ήταν δηλαδή το 2019,είναι βασικός στόχος για να καταφέρουμε να πάρουμε την επενδυτική βαθμίδα. Σε ό,τι αφορά τα ελλείμματα που δημιούργησε η πανδημία, η εκτέλεση του προϋπολογισμού 10μηνου 2021 δείχνει ήπια υποχώρηση.

 

Ανησυχία για τον πληθωρισμό

Σημαντική πρόσθετη πηγή ανησυχίας αποτελεί το διεθνές κύμα ανατιμήσεων. Οι αιτίες του βρίσκονται στις διαταραχές που προκάλεσε η πανδημία στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα, αλλά και σε συνέπειες της κλιματικής αλλαγής. Πλην όμως, ήδη οι τιμές στην Ευρωζώνη έχουν αρχίσει να τσιμπάνε και οι αγορές φοβούνται ότι κάποια στιγμή οι κεντρικές τράπεζες θα αναγκαστούν να αντιδράσουν με σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής. Μετά τον Αύγουστο τα επιτόκια των 10ετών ελληνικών ομολόγων κινούνται ανοδικά, φθάνοντας το 1,6%. Επίπεδο που βέβαια παραμένει χαμηλό, πλην όμως επί του παρόντος η ΕΚΤ διαβεβαιώνει ότι δεν θα… βιαστεί. Αν τελικά οι ανατιμήσεις επιμείνουν και δεν μπορέσει να αντισταθεί άλλο, τότε τα επιτόκια είναι πιθανό να αυξηθούν κατά πολύ περισσότερο και κυρίως οι αναλυτές θα γίνουν πολύ πιο σχολαστικοί, φοβούμενοι ότι δεν θα υπάρχει πάντα η λύση να ξεφορτώσουν τίτλους στην κεντρική τράπεζα. Το περιβάλλον θα γίνει πολύ πιο απαιτητικό.

Στην κυβέρνηση ελπίζουν να αποφύγουν ένα τέτοιο σενάριο, αλλά γνωρίζουν ότι θα πρέπει και να προετοιμάζονται γι’ αυτό. Η πορεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού για το 2021 κρίνεται ικανοποιητική (στο 10μηνο το πρωτογενές έλλειμμα ήταν 7,2 δισ. ευρώ έναντι στόχου για 7,27 δισ.) αλλά αυτό δεν δημιουργεί σκέψεις για χαλάρωσης. Ο προϋπολογισμός του 2022(κατατέθηκε τέλη Νοέμβρη στη Βουλή και θα συζητηθεί στην Ολομέλεια πριν από τα Χριστούγεννα – σχετική ανάλυση στις σελίδες 12-13) παρουσιάζει εικόνα δημοσιονομικής συγκράτησης, δεδομένης της συγκυρίας της πανδημίας. Και αυτό πιστεύουν ότι θα αποτιμηθεί θετικά από τους αξιολογητές των διεθνών οίκων, οδηγώντας ταχύτερα στη… Χαναάν της επενδυτικής βαθμίδας.