ΙΟΒΕ: Eντεινόμενη αισιοδοξία, όχι χωρίς σύννεφα

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Η απλούστερη, άμεση σύμπτυξη των συμπερασμάτων από την 3η Τριμηνιαία Έκθεση του ΙΟΒΕ για την Ελληνική Οικονομία (3/21) – αυτή άλλωστε η εικόνα ήταν που επεκράτησε στην δημόσια προβολή της – ήταν η διατύπωση πρόβλεψης για ανάπτυξη της τάξεως 8-8,5% το 2021 (δηλαδή σαφώς πιο αισιόδοξη από το 6,1% που έφτασε να είναι η αναθεωρημένη προς τα πάνω επίσημη πρόβλεψη), ενώ «στην περιοχή» του 4% για το 2022 (δηλαδή λίγο πιο συγκρατημένη από το επισήμως προβλεπόμενο 4,5%). Βέβαια, και σ’ αυτήν την πρόβλεψη προκύπτουν επιφυλάξεις: να μην ξεφύγει πέρα από ένα σημείο η πανδημία – που βρίσκεται εν εξελίξει –, να μην δυσλειτουργήσει σημαντικά σε βάθος χρόνου η άνοδος των τιμών των ενεργειακών και η επανεμφάνιση του πληθωρισμού γενικότερα, να μην υπάρξει απόσυρση της στήριξης της διευκολυντικής νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ. Σε μια τέτοια περίπτωση, το ΙΟΒΕ «συγκρατεί» την πρόβλεψή του για το 2022 στο 2,5%.

Αυτό το «ιδιαίτερα ισχυρό κύμα ανάκαμψης» ακολουθεί βέβαια την «ιδιαίτερα βαθιά ύφεση του προηγούμενου έτους» (της τάξεως του 9%). Και η περσινή πτώση και η φετεινή ανάκαμψη ήταν – σημειώνεται –  από τις ισχυρότερες στην Ευρωζώνη. Αυτό μπορεί εν μέρει να εξηγείται με την σημαντική συμμετοχή που έχουν στο Ελληνικό ΑΕΠ τομείς όπως του τουρισμού, των μεταφορών/των logistics ή και του λιανεμπορίου – πράγμα που προκύπτει επιδραστικό τόσο στην πτώση όσο και στην επαναφορά. κυρίως όμως, η κατανάλωση είναι εκείνη που οδήγησε και πάλι τα πράγματα. Καθώς, λοιπόν, το ΙΟΒΕ επανέρχεται στην καταγραφή της διαπίστωσης ότι η καταναλωτική εμπιστοσύνη στην Ελλάδα υποχώρησε το γ’ 3μηνο του 2021 (σε σχέση με το β’ 3μηνο), και τούτο σε αντίθεση με την διατήρησή της σε υψηλά επίπεδα στην ΕΕ, ένα πρώτο σύννεφο καταγράφεται στον ορίζοντα.

Αν μείνουμε για λίγο ακόμη στους δείκτες που έχουν να κάνουν με πραγματικούς ανθρώπους, θα δούμε να συνεχίζεται η μείωση της ανεργίας – 15,8% το β’ 3μηνο, από 16,7% της προηγούμενης χρονιάς: δηλαδή σε ζαλιστικά ούτως ή άλλως επίπεδα… – με την επισήμανση επιπλέον ότι συνεχίζουν να ισχύουν οι δεσμεύσεις της διατήρησης των θέσεων εργασίας όσων έλαβαν ενισχύσεις επί πανδημίας. Επίσης, ο δείκτης μισθολογικού κόστους καταγραφόταν βελτιωμένος σε σχέση με πέρσι – δείκτης που καταγράφει θετική πορεία εδώ και έξη 3μηνα: αυτό μεταφράζεται σε ενίσχυση των νοικοκυριών, αν όντως έτσι γίνεται αισθητός, αλλά και σε αρχή επιβάρυνσης του κόστους παραγωγής (λόγος για τον οποίο συνεχίζεται η «αντίσταση» στην επιδίωξη, πχ., αύξησης των κατωτάτων).

Από κει και πέρα, η Έκθεση 3/21 του ΙΟΒΕ με την συνήθη επιμέλειά της στρέφεται – και στρέφει την προσοχή – στην πιο μεσοπρόθεσμη προοπτική. Εκεί, αν είναι να επιτευχθούν σε βάθος δεκαετίας «υψηλότεροι στόχοι μεγέθυνσης, άνω του 3% κατά μέσον όρο», θα απαιτηθεί αύξηση της παραγωγικότητας και «περαιτέρω προσέλκυση παραγωγικών συντελεστών». Δηλαδή αύξηση του εργατικού δυναμικού, με επάνοδο/προσέλκυση νέων τμημάτων (νέοι, γυναίκες), παράλληλα με αύξηση των επενδύσεων.

Σε δυο ακόμη μέτωπα, βλέπει κανείς του ΙΟΒΕ την παραδοσιακά ισορροπημένη τοποθέτηση.

Αφενός στην περιοχή της δημοσιονομικής εξισορρόπησης, όπου ασφαλώς και καταγράφεται η αναγκαιότητα των μέτρων στήριξης κατά της πανδημίας – τελικώς η εκτέλεση του Προϋπολογισμού 2021 «γράφει» καλύτερα από τους αρχικούς στόχους, καθώς είχαμε υπέρβαση εσόδων σχεδόν 2,5 δις ευρώ στο 8μηνο λόγω προκαταβολών Ταμείου Ανάκαμψης και ANFAs, συν συγκράτηση δαπανών σχεδόν   -0,5 δις λόγω συγκράτησης ΠΔΕ και παρά τα εξοπλιστικά που παίρνουν μπρος – αλλά «υπενθυμίζεται» ότι πορευόμαστε σταδιακά προς περιοχή πρωτογενών πλεονασμάτων (το ΙΟΒΕ μιλά για τάξη μεγέθους 1% του ΑΕΠ, έναντι εκείνου του 2,2% που υποτίθεται ότι είχε καταγραφεί στις μεταΜνημονιακές υποχρεώσεις).

Αφετέρου στην αναφορά στις μακροπρόθεσμες – όχι στην τωρινή έξαρση ακρίβειας – επιπτώσεις της επαναφοράς του πληθωρισμού: «η αντιστροφή του αντιπληθωρισμού στην Ευρώπη […] μπορεί να είναι ευνοϊκή συνθήκη για διαχείριση συσσωρευμένων χρεών», δημοσίων και ιδιωτικών.