Τα γκρεκάνικα τραγουδιούνται ακόμη

Οικονομική Επιθεώρηση, Δεκέμβριος 2022, τ.1025

ΔΙΑΣΠΟΡΑ

του Γιώργου Βαϊλάκη

Η Ιταλία είναι η χώρα με την οποία η Ελλάδα συνδέεται ποικιλοτρόπως, ήδη από τα χρόνια της αρχαιότητας. Μάλιστα, στις περισσότερες περιοχές της Κάτω Ιταλίας, όπου οι Έλληνες έχτισαν σημαντικό αριθμό πόλεων και οικισμών, είναι μέχρι τις μέρες μας έντονη η επίδραση των αρχαίων Ελλήνων. Σε αυτές τις περιοχές σώζονται ακόμα κτίσματα και ερείπια, ναοί, νομίσματα και διάφορα άλλα αρχαιολογικά ευρήματα, με πιο εντυπωσιακό –ως προς τη μακροβιότητά του– το ελληνικό γλωσσικό ιδίωμα της «Μεγάλης Ελλάδας» ή Magna Graecia (Νότια Ιταλία και Σικελία).

Από τα χρόνια των Μυκηναίων, η Νότια Ιταλία γνώρισε τον ελληνικό αποικισμό, ενώ σε δεκάδες χωριά του Σαλέντο στην Απουλία και του Ασπρομόντε στην Καλαβρία ο ελληνισμός κατόρθωσε να επιβιώσει και να κρατήσει ζωντανές ως τις μέρες μας την «γκρίκο». Ο Γερμανός γλωσσολόγος Γκέρχαρντ Ρολφς, που μελέτησε τις ελληνικές διαλέκτους της Κάτω Ιταλίας, θεωρούσε την γκρεκάνικη γλώσσα «πιο αρχαϊκή από εκείνη του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη». Μεγάλη κρίση πέρασε ο ελληνισμός της Ν. Ιταλίας κατά την περίοδο του φασισμού, με τον Μουσολίνι να απαγορεύει τη χρήση του ελληνόφωνου ιδιώματος. Έτσι, εκείνη την εποχή η γκρεκάνικη γλώσσα σταμάτησε να μιλιέται, αλλά συνέχισε να… τραγουδιέται!

Η ελληνική παρουσία στην Ιταλία ποτέ δεν εξαφανίστηκε

Ο Άγιος Γεώργιος των Ελλήνων της Βενετίας (San Giorgio dei Greci)

Σε κάθε περίπτωση, η παρουσία του ελληνικού στοιχείου στην ιταλική χερσόνησο, παρά τις δυσκολίες και τις αντιξοότητες που χρειάστηκε κατά καιρούς να αντιμετωπίσει, όσο και αν περιορίστηκε και συρρικνώθηκε, ποτέ δεν εξαφανίστηκε ολοκληρωτικά. Μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα προς την Ιταλία σημειώνεται τον 15ο αιώνα, κατά την τελευταία περίοδο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, που συμπίπτει με την περίοδο της μεγάλης ακμής της Βενετίας. Η Βενετία, μαζί με τη Φλωρεντία, τη Ρώμη και τη Γένοβα, απορρόφησε το σημαντικότερο τμήμα αυτού του ρεύματος. Ένα μεγάλο μέρος, όμως, κατευθύνθηκε και προς την Κάτω Ιταλία, ανανεώνοντας με αυτόν τον τρόπο τις ελληνικές και ελληνόφωνες παραδόσεις που διατηρούνταν εκεί από τη βυζαντινή περίοδο. Οι μετέπειτα ιστορικές εξελίξεις, οι ρωσοτουρκικοί πόλεμοι, οι βιαιοπραγίες και λεηλασίες των Τούρκων σε βάρος των χριστιανικών πληθυσμών συνετέλεσαν στη μεγάλη μετακίνηση των Ελλήνων προς τη γειτονική χώρα. Απ’ την άλλη, οι ελληνικές παροικίες διατήρησαν στενούς δεσμούς με τη μητέρα-πατρίδα και έδωσαν δυναμικό «παρών» σε κάθε κρίσιμη φάση του απελευθερωτικού αγώνα κατά των Τούρκων, με πιο αξιόλογες τις κινητοποιήσεις των Ελλήνων της Βενετίας, της Τεργέστης και της Πίζας. Οι Έλληνες της ιταλικής χερσονήσου φρόντισαν επίσης για τη διατήρηση του δόγματος της ορθοδοξίας και για την ίδρυση ναών – κάτι που επιτυγχανόταν με πολλές δυσκολίες, εξαιτίας των πιέσεων της καθολικής Εκκλησίας. Συχνά, χρειάστηκε η παρέμβαση της πολιτικής εξουσίας, η οποία είχε ανάγκη από τη συνεργασία των ισχυρών ελληνικών παροικιών – για οικονομικούς και στρατιωτικούς λόγους. Όσο για την Ιερά Μητρόπολη Ιταλίας, ιδρύθηκε το 1991, με την έδρα της να βρίσκεται στη Βενετία.

Οικονομική και επαγγελματική δραστηριότητα των Ελλήνων στην Ιταλία

Στην Ιταλία κατευθύνθηκε και σημαντικό τμήμα του μεγάλου μεταπολεμικού μεταναστευτικού ρεύματος των Ελλήνων. Κατά την εικοσιπενταετία 1955-1980, περίπου 30.000 άτομα μετακινήθηκαν εκεί. Σήμερα υπολογίζεται ότι στη γειτονική χώρα ζουν 13.000-15.000 Έλληνες, εκ των οποίων 8.000 είναι φοιτητές. Πάντως, κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, η Ιταλία αποτέλεσε την κυριότερη χώρα υποδοχής Ελλήνων φοιτητών. Το μεγαλύτερο ποσοστό των Ελλήνων που διαμένουν σήμερα στην ιταλική χερσόνησο, αν εξαιρεθούν οι φοιτητές, είναι ελεύθεροι επαγγελματίες, έμποροι και επιστήμονες. Αρχικά, πολλοί από αυτούς πήγαν στην Ιταλία για σπουδές, αλλά βρίσκοντας ευνοϊκότερες συνθήκες καριέρας εγκαταστάθηκαν εκεί μόνιμα. Στις περιοχές της Βόρειας Ιταλίας (όπως το Μιλάνο και η Γένοβα) υπάρχει μεγάλο ποσοστό εμπόρων και επιχειρηματιών, που έχουν δραστηριοποιηθεί στους τομείς της χρυσοχοΐας, της μόδας, της υφαντουργίας, της κατεργασίας γούνας, των εισαγωγών και εξαγωγών. Περίπου η ίδια κατάσταση παρατηρείται και στα αστικά κέντρα της Νότιας Ιταλίας. Αλλά εκεί, στις ελληνόφωνες περιοχές, η οικονομική κατάσταση των πληθυσμών είναι από μέτρια ως χαμηλή. Οι ελληνόφωνοι πληθυσμοί της Απουλίας ασχολούνται με την καλλιέργεια μεσογειακών προϊόντων, με τη βιοτεχνία και την επεξεργασία γεωργικών προϊόντων. Στην Καλαβρία ασχολούνται με μικροκαλλιέργειες και την κτηνοτροφία.

Εντύπωση προκαλεί η ανάγνωση των στοιχείων του εμπορικού ισοζυγίου, σύμφωνα με τα οποία η Ελλάδα εξάγει στην Ιταλία περισσότερα τρόφιμα και ποτά από όσα εισάγει από αυτή!

Οι ελληνικές κοινότητες

Οι Έλληνες της Ιταλίας ήταν πάντοτε διασκορπισμένοι σε διάφορα μέρη και πόλεις, συγκεντρωμένοι κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα. Υπάρχουν 15 οργανωμένες Ελληνικές Κοινότητες. Από τις κοινότητες της Βόρειας Ιταλίας, εκείνες του Μιλάνου (στη Λομβαρδία) και του Τορίνο (στο Πιεμόντε) αριθμούν πάνω από 3.500 Έλληνες. Στη Νότια Ιταλία, μία από τις πλέον δραστήριες είναι η Ελληνική Κοινότητα Σικελίας. Μιλήσαμε με τον υπεύθυνο πολιτιστικών δραστηριοτήτων της Ελληνικής Κοινότητας Σικελίας «Τρινακρία», Βασίλη Καραμπάτσα, ο οποίος αναφέρθηκε στις δράσεις της Κοινότητας, αλλά και στον ρόλο που αυτή διαδραμάτισε για τον πρόσφατο επαναπατρισμό του θραύσματος του Παρθενώνα.

O υπεύθυνος πολιτιστικών δραστηριοτήτων Ελληνικής Κοινότητας Σικελίας Τρινακρία, Βασίλης Καραμπάτσας

«Σημαντικός είναι ο ρόλος της Ελληνικής Κοινότητας Τρινακρία στην επιστροφή του θραύσματος του Παρθενώνα από το αρχαιολογικό Μουσείο του Παλέρμο. Έπειτα από έναν εικοσαετή αγώνα οι συγκυρίες επέτρεψαν τη μόνιμη επιστροφή του. Πίσω από όλες τις προσπάθειες βρίσκεται η Ελληνική Κοινότητα, η οποία και άνοιξε τον δρόμο και ευαισθητοποίησε τους περιφερειάρχες και τη διευθύντρια του Μουσείου. Αλλά, πέρα από αυτή τη συμβολή, η δράση της Ελληνικής Κοινότητας Τρινακρία στη Σικελία και γενικότερα είναι πολύ ζωντανή. Στόχος μας είναι η προώθηση του ελληνικού πολιτισμού στην Ιταλία, αλλά και στην Ελλάδα. Τα πρότζεκτ που κάνει η Ελληνική Κοινότητα απευθύνονται και στις δύο χώρες, μέσα από ελληνο-ιταλικές συνεργασίες που γίνονται και σε ελληνικά μουσεία και σε ιταλικά. Ένα παράδειγμα είναι η περσινή συνεργασία με το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού στη Θεσσαλονίκη με τίτλο «Είμαστε όλοι Έλληνες», αφιερωμένη στα 200 χρόνια του Αγώνα για την Ελληνική Ανεξαρτησία, η οποία παρουσιάστηκε και στο Μουσείο Μοντέρνας & Σύγχρονης Τέχνης στο Παλέρμο. Φέτος, με αφορμή τα 100 χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή, επιλέξαμε και πάλι τη Θεσσαλονίκη, και συγκεκριμένα το Μουσείο Προσφύγων με την έκθεση σύγχρονης τέχνης «Γη μνήμης», με Έλληνες και Ιταλούς καλλιτέχνες. Οι Έλληνες που ζουν εδώ (στο Παλέρμο υπάρχουν περίπου 200 ελληνικές οικογένειες) έχουν ενταχθεί στην τοπική κοινωνία με πολύ όμορφο τρόπο και δραστηριοποιούνται παντού – αυτό συμβαίνει με τους Έλληνες σε όλη την Ιταλία. Η Κοινότητά μας έχει πάντα, σε ό,τι κάνει, τη στήριξη του Υπουργείου Εξωτερικών και της Γενικής Γραμματείας Απόδημου Ελληνισμού. Η Ελληνική Κοινότητα έχει και σχολείο στο Παλέρμο, το οποίο λειτουργεί ακατάπαυστα από το 1997, ενώ από το 2012 το Τμήμα Ελληνικής Γλώσσας έχει αναγνωριστεί επισήμως με νομοθεσία από την ιταλική Βουλή. Υπάρχει καθηγητής που διδάσκει τα νέα ελληνικά και στα ελληνόπουλα και σε Ιταλούς ως ξένη γλώσσα. Για μας αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό επίτευγμα».

Το ελληνικό προξενείο της Βενετίας στο μεγαλύτερο κανάλι της πόλης, κοντά στη γέφυρα του Ριάλτο

Η Βενετία των Ελλήνων

Η ακμή της ελληνικής παροικίας στη Βενετία σημειώνεται κατά τον 17ο αιώνα. Η πτώση της Κρήτης στους Τούρκους (το 1669) συνέβαλε στην ακόμα μεγαλύτερη άνοδο της παροικίας, καθώς κατέφτασαν σπουδαίοι λόγιοι φέρνοντας μαζί τους χειρόγραφα, εικόνες, πολύτιμα αντικείμενα και έργα τέχνης. Τα ελληνικά γράμματα, οι ελληνικές τέχνες και γενικότερα η ελληνική παιδεία γνώρισαν πρωτοφανή άνθηση. Στη Βενετία υπάρχει ο μητροπολιτικός ναός του Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων, ο οποίος θεωρείται η αρχαιότερη ορθόδοξη εκκλησία στη Δυτική Ευρώπη και χτίστηκε κατά την περίοδο 1539-1573, με δωρεές Ελλήνων. Επιπλέον, στο Ελληνικό Μουσείο Βυζαντινών και Ιερών Εικόνων στη Βενετία βρίσκεται μία από τις πλουσιότερες συλλογές βυζαντινών και μεταβυζαντινών εικόνων. Αλλά εάν υπάρχει ένας φορέας που παράγει σήμερα ένα ιδιαίτερα σημαντικό έργο, αυτός είναι το Ελληνικό Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών – και γι’ αυτό απευθυνθήκαμε στον πρόεδρο της Εποπτικής Επιτροπής του Ινστιτούτου, Χρήστο Αραμπατζή:

Ο πρόεδρος εποπτικής επιτροπής Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών, Χρήστος Αραμπατζής

«Το Ελληνικό Ινστιτούτο Βενετίας ιδρύθηκε το 1951, με νόμο του ελληνικού κράτους, και ήταν αποτέλεσμα της συμφωνίας των πολεμικών αποζημιώσεων μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας. Με εκείνη τη συμφωνία του 1949 επετράπη στην Ελλάδα να ιδρύσει ένα νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, το ίδρυμά της δηλαδή στον ιταλικό χώρο. Από τότε παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Ινστιτούτο Βενετίας και η περιουσία των Ελλήνων της Βενετίας, που εκείνη την εποχή αριθμούσε 30-40 μέλη – αυτοί είχαν απομείνει από την άλλοτε κραταιά ελληνική κοινότητα που άλλοτε είχε σχεδόν 4.000 μέλη. Έκτοτε το Ελληνικό Ινστιτούτο ήταν το μοναδικό ίδρυμα της Ελλάδας στο εξωτερικό το οποίο ανέπτυξε και προήγαγε τις Βυζαντινές και Μεταβυζαντινές Σπουδές ως μια πύλη του ελληνικού πολιτισμού προς τον Δυτικό κόσμο. Το Ινστιτούτο προάγει την πολιτιστική διπλωματία, συνεργάζεται με όλες τις πρεσβείες ανά τον κόσμο, με πάρα πολλά ιδρύματα και πανεπιστήμια, διοργανώνει συνέδρια, εκδίδει το περιοδικό Θησαυρίσματα, δίνει υποτροφίες σε νέους που θέλουν να κάνουν σπουδές στο εξωτερικό και ασχολούνται με τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή περίοδο. Και για ένα πολύ μεγάλο διάστημα, βγήκαν μέσα από το Ελληνικό Ινστιτούτο Βενετίας όλοι οι καθηγητές που ασχολούνται με τη βενετοκρατία στα ελληνικά πανεπιστήμια σήμερα. Τα τελευταία χρόνια, με κάποιες αλλαγές που έγιναν στον ιδρυτικό νόμο του ’51, το Ινστιτούτο επέστρεψε σε αυτόν που ήταν αρχικά ο σκοπός της ίδρυσής του: στην προαγωγή των βυζαντινών και μεταβυζαντινών σπουδών μέσα από συνέδρια, εκδηλώσεις και εκθέσεις στις οποίες αποτυπώνεται ο ελληνικός πολιτισμός της βυζαντινής και μεταβυζαντινής περιόδου. Αυτές οι δράσεις γίνονται πλέον σε όλο τον κόσμο. Όλα αυτά είναι δυνατά χάρη στη δωρεά που έγινε της περιουσίας των Ελλήνων, μια τεράστια περιουσία που αποτελείται από περίπου 60 ακίνητα μέσα στη Βενετία, τα οποία ενοικιάζονται και τροφοδοτούν οικονομικά το Ινστιτούτο».