Ξαναδιαβάζοντας Ελσίνκι

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Τώρα που ο Κυριάκος Μητσοτάκης – ως Πρωθυπουργός – προϋπάντησε στο «Βήμα της Κυριακής» την νέα χρονιά με αναφορές στην διαδικασία προσφυγής για τα ΕλληνοΤουρκικά στην Χάγη, αφού ήδη και ο Τούρκος ΥΠΕΞ έκανε την αντίστοιχη μνεία, αλλά και π.χ. ο Κώστας Σημίτης ή η Ντόρα Μπακογιάννη ανακίνησαν την ίδια προβληματική (με αναμενόμενο αποτέλεσμα: μηντιακή βαβούρα, ωραίες παρανοήσεις κοκ), κάναμε μια βουτιά στο παρελθόν. Και ξαναείδαμε τα αποτελέσματα της Κορυφής του Ελσίνκι, όπου – σε μια εποχή που η Τουρκία δρομολογούσε προσέγγισή της προς «Ευρώπη» – οι τότε 15 της ΕΕ αποφάσιζαν τους όρους του παιχνιδιού.

Θυμίζουμε: τότε η Κύπρος επιχειρούσε την δική της ένταξη, παράλληλα με τις χώρες της Ανατ. Ευρώπης και την Μάλτα. τότε η Τουρκία ήταν να αρχίσει δική της Ευρωπαϊκή πορεία. τότε στην Ελλάδα είναι νωπή η έξαρση των Ελληνοτουρκικών (Ιμια, του 1996). Η (τότε) Ελληνική διπλωματία είχε πετύχει για την Κύπρο να δηλωθεί από την Κορυφή:  «αν δεν έχει επιτευχθεί [πολιτική] διευθέτηση [στο Κυπριακό], μέχρι το τέλος των διαπραγματεύσεων ένταξης, τότε η απόφαση του Συμβουλίου για την ένταξη θα ληφθεί χωρίς να αποτελεί [η διευθέτηση του Κυπριακού] προϋπόθεση». Αυτή η ρήτρα ήταν που επέτρεψε την ένταξη της Κύπρου ΠΑΡΑ την αρνητική έκβαση του δημοψηφίσματος για το τότε σχέδιο επίλυσης του Κυπριακού, σχέδιο που είχε καταρτισθεί με σημαντική «αξιοποίηση» των Ευρωπαϊκών θεσμικών μοχλών (το Σχέδιο Ανάν είχε ενσωματώσει αρκετό Ενωσιακό κεκτημένο).

Δίπλα σ’ αυτό, το Ελσίνκι περιέλαβε ευθέως τα ΕλληνοΤουρκικά, παραπέμποντας στην «αρχή της ειρηνικής διευθέτησης των διαφορών με βάση τον Χάρτη του ΟΗΕ». Συνειδητοποιώντας ότι αυτή η διατύπωση λίγα θα προσέφερε στην πράξη όσον αφορά την Τουρκία, απευθυνόταν πρόσκληση/έκκληση «προς τις υποψήφιες χώρες να κάνουν κάθε προσπάθεια να λύσουν εκκρεμείς συνοριακές διαφορές κι άλλα συναφή θέματα».  Υπό μιαν έννοια, τα ήδη από το 1997 «νόμιμα και ζωτικά» συμφέροντα της Τουρκίας στο Αιγαίο (δήλωση της Μαδρίτης) είχαν επιχειρήσει να περιορίσουν μεν τις Τουρκικές διεκδικήσεις – «νόμιμα» – όμως συνάμα δήλωναν και την σημασία τους – «ζωτικά». Πάντως, το Ελσίνκι χρησιμοποιώντας τον πληθυντικό («διαφορές») και προσδιορίζοντας το «συνοριακό» περισσότερο ως «boundary» (που ωθεί προς Δίκαιο της θάλασσας) δημιούργησε νέο πεδίο αβεβαιότητας.

Καθώς όμως η πείρα είχε ήδη διδάξει την Ευρώπη ότι οι προοπτικές επίλυσης μέσω διαλόγου ήταν ούτως ή άλλως περιορισμένες, είχε τεθεί η καίρια πρόνοια: «θα πρέπει να φέρουν αυτήν την διαφορά ενώπιον του Δικαστηρίου της Χάγης». Όπως κύλησαν τα χρόνια μέχρι το 2004 (που είχε άλλωστε ταχθεί ως χρονικός ορίζοντας/όριο), η προσυμφωνημένη αυτή διέξοδος δεν ακολουθήθηκε. Στην μετάβαση από την διαχείριση της εποχής Κώστα Σημίτη σε εκείνην Κώστα Καραμανλή – με κατακλείδα το Μπούργκενστοκ- η ρήτρα εκείνη ατόνησε.

Και, με την Άγκυρα σταδιακά να απομακρύνεται από την δική της ενταξιακή προοπτική/ «Ευρωπαϊκή πορεία», αλλά και την σαφέστατη αντίθεση κεντρικών παικτών της ΕΕ – Γαλλία, ύστερα από ένα σημείο και Γερμανία – μείναμε στην έμμεση διέξοδο που άφησε το Ελσίνκι, μιλώντας για  «μηχανισμό επιτήρησης της ΕΕ, για την πρόοδο που θα συντελεί η Τουρκία» (καθ’ οδόν προς την ένταξη). Με ρητή μάλιστα επαναφορά της «εταιρικής σχέσης με την Τουρκία στην βάση των προηγούμενων Ευρωπαϊκών Συμβουλίων».  Εκεί, τελικά, έμεινε όλο εκείνο το εγχείρημα.

Οπότε, τι έχει απομείνει – αληθινά, όχι στα πλαίσια της ατελέσφορης ΕλληνοΕλληνικής αντιπαράθεσης τύπου «τις πταίει;» – από την σκιά του Ελσίνκι; Ο καθένας έχει την δική του άποψη/αξιολόγηση καθώς η ιστορία προσπέρασε. Για μας, έχει μείνει πίσω ένας μίτος προσέγγισης άμα τα γεγονότα επί του πεδίου (η κρίση του Χόρα έφερε το Πρακτικό της Βέρνης Τζούνη/Μπιλγκέ το 1976. η κρίση του Σισμίκ το 1987 έφερε το Νταβός του 1988, με την υπαναχώρηση του mea culpa Ανδρέα Παπανδρέου. τα Ίμια του 1996 έφεραν την Μαδρίτη του 1997), την επιβάλουν – ή κάνουν τους μεγάλους παίκτες να μας την επιβάλουν.