Επιτέλους, έχουμε σχέδιο!

Posted by economia 09/01/2019 0 Comment(s) Οικονομική Επιθεώρηση,

Oικονομική Επιθεώρηση, Ιανουάριος 2019, τ. 978

ΕΝΕΡΓΕΙΑ του Κώστα Δεληγιάννη

 

 

Τον δρόμο για τη Βουλή παίρνει το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα, μετά την ολοκλήρωση της δημόσιας διαβούλευσης. Η Οικονομική παρουσιάζει τους βασικούς του άξονες, καθώς και τις απόψεις βασικών εμπλεκόμενων φορέων.

 

Επενδυτική κοσμογονία προβλέπει το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) που κατάρτισε το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ώστε να επιτευχθούν έως το 2030 οι επίσης κοσμογονικές αλλαγές τόσο στην ενεργειακή κατανάλωση της χώρας μας όσο και στη σύσταση του ενεργειακού μείγματος. Έτσι, για την αύξηση στο 32% του μεριδίου των ΑΠΕ στη συνολική κατανάλωση, καθώς και την εξοικονόμηση ενέργειας κατά 32% σε σχέση με τις προβλέψεις για το 2030, αλλά και για όλους τους συμπληρωματικούς στόχους που συμπληρώνουν τους δύο αυτούς βασικούς πυλώνες του ΕΣΕΚ, αναμένεται να κινητοποιηθούν την επόμενη δεκαετία κεφάλαια 32,7 δισ. ευρώ, τόσο από ιδιωτικούς όσο και από δημόσιους πόρους.

 

Όπως είναι φυσικό, την πρώτη θέση σε αυτές τις επενδύσεις καταλαμβάνουν η βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης και η εγκατάσταση νέων ΑΠΕ για ηλεκτροπαραγωγή, δύο τομείς όπου εκτιμάται ότι θα εισρεύσουν 9 και 8,5 δισ. ευρώ αντίστοιχα. Μάλιστα, στο πλαίσιο της βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης, για την οποία οι ίδιοι οι συντάκτες του ΕΣΕΚ χαρακτηρίζουν φιλόδοξους τους στόχους που έχουν τεθεί, προβλέπεται ότι έως το 2030 θα ανέλθουν στο 10% του συνόλου των κατοικιών τα κτήρια που θα ανακαινισθούν ή θα αντικατασταθούν με νέα κτήρια σχεδόν μηδενικής κατανάλωσης. Ένα ποσοστό που σημαίνει πως κατ’ έτος θα πρέπει να αναβαθμίζονται ενεργειακά τουλάχιστον 40.000 κατοικίες, δηλαδή πρακτικά να «τρέχει» κάθε χρονιά ένα «Εξοικονομώ κατ’ Οίκον».

 

Την ίδια στιγμή, για τον εξηλεκτρισμό περισσότερων κλάδων της οικονομίας (όπως των μεταφορών και της ψύξης-θέρμανσης κτηρίων), που είναι απαραίτητος για τη διείσδυση των ΑΠΕ στην τελική κατανάλωση, θα απαιτηθούν 5,5 δισ. ευρώ για την ενίσχυση των υποδομών του ηλεκτρικού συστήματος. Επίσης, 3,3 δισ. ευρώ θα κατευθυνθούν σε έργα ανάπτυξης του δικτύου διανομής ηλεκτρικής ενέργειας και την ψηφιοποίηση του ηλεκτρικού συστήματος, η οποία χρειάζεται όχι μόνο για την εύρυθμη λειτουργία των ενεργειακών αγορών, αλλά και για την αποκεντρωμένη παραγωγή ΑΠΕ σε μικρή κλίμακα, από ενεργειακές κοινότητες και μεμονωμένους πολίτες, που εκτός από καταναλωτές θα γίνουν και παραγωγοί (prosumer) της ηλεκτρικής ενέργειας που χρησιμοποιούν. Μάλιστα, το ΕΣΕΚ θέτει για πρώτη φορά ποσοτικό στόχο για τα έργα ΑΠΕ των ενεργειακών κοινοτήτων, προβλέποντας πως θα υπερβαίνουν τα 500 MW έως το 2030.

 

Από την άλλη πλευρά, σύμφωνα με το Εθνικό Σχέδιο, σημαντική προτεραιότητα αποτελεί η επέκταση της χρήσης του φυσικού αερίου, η οποία θα δώσει τη δυνατότητα στους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις να μειώσουν το ενεργειακό τους κόστος. Σε αυτό το πλαίσιο, προβλέπει κατ’ αρχάς επενδύσεις κεφαλαίων ύψους 2 δισ. ευρώ για την ανάπτυξη δικτύων και υποδομών αποθήκευσης του καυσίμου. Επίσης, άλλα 2,2 δισ. ευρώ θα διοχετευθούν στην ανάπτυξη διασυνοριακών αγωγών φυσικού αερίου, οι οποίοι όχι μόνο θα διαφοροποιήσουν τις εγχώριες πηγές τροφοδοσίας, με όφελος στο κόστος προμήθειας του καυσίμου, αλλά και θα ενισχύσουν σημαντικά τον ενεργειακό ρόλο της Ελλάδας ως ενεργειακού κόμβου για την ευρύτερη περιοχή της νοτιοανατολικής Ευρώπης.

 

 

Αιτία για την εκπόνηση του ενεργειακού «οδικού χάρτη» έως το 2030 ήταν η υποχρέωση της Ελλάδας, όπως όλων των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για τη σύνταξη εθνικών σχεδίων με τα οποία κάθε χώρα θα αποκρυσταλλώσει τη συμβολή της στην επίτευξη των κλιματικών στόχων που έχει θέσει η ΕΕ για το 2030, στο πλαίσιο της Συμφωνίας του Παρισιού για το Κλίμα. Έτσι, το κείμενο θα οριστικοποιηθεί έως τις αρχές της επόμενης χρονιάς, για να υποβληθεί στις Βρυξέλλες.

 

Σύμφωνα πάντως με το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, για τα ελληνικά δεδομένα μια ιδιαιτερότητα του «οδικού χάρτη» είναι πως για πρώτη φορά ένα ανάλογο σχέδιο καταρτίσθηκε μέσα από εκτεταμένες διαβουλεύσεις με τους εμπλεκόμενους φορείς (όπως τους ηλεκτροπαραγωγούς και τους προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου, τους διαχειριστές των δικτύων ή εκπροσώπους του κλάδου των ΑΠΕ), ώστε να αποσπάσει την ευρύτερη δυνατή συναίνεση, αποτελώντας την κοινή συνισταμένη των διαφορετικών προσεγγίσεων που κατατέθηκαν στον διάλογο. Υπό την ίδια λογική θα συζητηθεί επίσης και στη Βουλή, ώστε να αναζητηθεί και η μεγαλύτερη πολιτική συναίνεση.

 

Ο λόγος είναι πως, πέρα από την εκπλήρωση της υποχρέωσης της χώρας μας ως κράτους-μέλους της ΕΕ, το κείμενο εκπονήθηκε για να εξυπηρετήσει έναν ακόμη σκοπό, και πιο συγκεκριμένα για να αποτελέσει παράλληλα τον ενεργειακό σχεδιασμό της χώρας μας έως το τέλος της επόμενης 10ετίας. Επομένως, σηματοδοτεί επίσης την πρώτη φορά που η Ελλάδα θα αποκτήσει ένα μακρόπνοο πλάνο ενεργειακής πολιτικής.

 

Σύμφωνα με αυτό το πλάνο, η χώρα μας θα υπερκαλύψει τους στόχους για μείωση των αέριων ρύπων· για παράδειγμα, σύμφωνα με το βασικό σενάριο, στην περίπτωση των ρύπων που εντάσσονται στο σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών (ETS), επιτυγχάνεται ελάττωση των εκπομπών στο 63%, όταν η ελάχιστη απαίτηση ήταν 43%. Όσον αφορά την επιλογή των μέτρων και των πολιτικών που θα πετύχουν αυτούς τους στόχους, αξίζει να επισημανθεί πως και πάλι ακολουθήθηκε η λογική της κοινής συνισταμένης, καθώς οι λύσεις θα έπρεπε να ικανοποιούν τους εν πολλοίς αντικρουόμενους σκοπούς του μακρόπνοου σχεδιασμού – αφού η πορεία προς την απανθρακοποίηση είναι απαραίτητο να γίνει με τη συγκράτηση παράλληλα του ενεργειακού κόστους, αλλά και τη μεγαλύτερη δυνατή μείωση της ενεργειακής εξάρτησης.

 

 

Ενδεικτική περίπτωση αποτελούν οι ΑΠΕ, όπου από τη μια μεριά το Εθνικό Σχέδιο επιταχύνει τη διείσδυσή τους, αφού σύμφωνα με το ΥΠΕΝ αποκλειστικά με βάση τους ρυθμούς ανάπτυξης της αγοράς το μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών θα άγγιζε το 26% το 2030, και όχι το 32% που προβλέπει το ΕΣΕΚ. Από την άλλη πλευρά, τα μοντέλα που «έτρεξε» το Υπουργείο έδειξαν πως ο πήχυς μπορεί να τεθεί στο 32% χωρίς σημαντική επιβάρυνση του ενεργειακού κόστους, καθώς είναι μικρή η οικονομική διαφορά από ένα πιο συντηρητικό μερίδιο των ΑΠΕ, στο 30%.

 

Με την ίδια λογική, ο προσδιορισμός στο 17% του μεριδίου του λιγνίτη στην ηλεκτροπαραγωγή μεταφράζεται σε σταδιακή απόσυρση των λιγνιτικών μονάδων, ώστε η απανθρακοποίηση να γίνει με σημαντική συμμετοχή του εγχώριου καυσίμου και επομένως χωρίς να επιβαρυνθεί η ενεργειακή εξάρτηση της χώρας. Επομένως, συμπληρώνει τον μεταβατικό ρόλο που θα έχει το φυσικό αέριο στην ηλεκτροπαραγωγή, το οποίο είναι εισαγόμενο. Την ίδια στιγμή, όπως συμβαίνει και με τα υπόλοιπα «καύσιμα» για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, το ΕΣΕΚ καθορίζει απλώς το μερίδιό τους και όχι το χαρτοφυλάκιο των μονάδων που θα το αντιπροσωπεύουν. Κάτι που σημαίνει πως η ίδια η αγορά θα αποφασίσει αν υπάρχει ή όχι χώρος για νέες επενδύσεις.

 

ΗΛΕΚΤΡΟΚΙΝΗΣΗ

 

Η ηλεκτροκίνηση αποτελεί τον ενεργειακό τομέα όπου καταγράφεται ευρεία συναίνεση της κυβέρνησης και της αξιωματικής αντιπολίτευσης, καθώς και οι δύο προτάσσουν την ανάγκη κατακόρυφης αύξησης του εγχώριου στόλου ηλεκτρικών οχημάτων, για την προώθηση μεταξύ άλλων των ΑΠΕ στις μεταφορές. Με αυτό τον τρόπο, όπως σημειώνεται στο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα, η ηλεκτροκίνηση θα αποτελέσει βασικό πυλώνα για να μειωθεί το μερίδιο των πετρελαϊκών προϊόντων, ώστε το 2030 να φτάσει το 87%, έναντι 96% το 2016.

 

Σύμφωνα με το ΕΣΕΚ, ειδικά για την κατηγορία των επιβατηγών οχημάτων προβλέπεται πως τα ηλεκτρικά μοντέλα θα αγγίζουν το 10,2% του στόλου στο τέλος της επόμενης 10ετίας. Γι’ αυτό τον σκοπό, θα εξεταστεί η ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου πλαισίου οικονομικής υποστήριξης, όπως μέσω της θέσπισης αποδοτικών φοροκινήτρων ή/και φοροαπαλλαγών.

 

Παράλληλα, θα δοθεί έμφαση σε κατηγορίες οχημάτων με υψηλό μεταφορικό έργο (όπως ταξί, λεωφορεία και εταιρείες ταχυμεταφορών-ενοικιάσεων). Επίσης, όσον αφορά την ανάπτυξη ενός δικτύου κοινόχρηστων σημείων φόρτισης, σύντομα ολοκληρώνεται το κανονιστικό πλαίσιο για τη δυνατότητα εγκατάστασης τέτοιων σταθμών, καθώς και για τον καθορισμό των όρων, προϋποθέσεων και τεχνικών προδιαγραφών για τη φόρτιση των ηλεκτροκίνητων οχημάτων. Επίσης, σχεδιάζεται η ενίσχυση των πρατηρίων ώστε να υποστηρίζουν το σύνολο των εναλλακτικών καυσίμων, ενώ ήδη βρίσκεται σε φάση υλοποίησης το σχέδιο του ΔΕΔΔΗΕ για την εγκατάσταση κοινόχρηστων σταθμών στα μη διασυνδεδεμένα νησιά.

 

Από την άλλη πλευρά, σύμφωνα με τη Νέα Δημοκρατία, για τη διάδοση της ηλεκτροκίνησης χρειάζεται ένα ολιστικό σχέδιο, το οποίο θα τεθεί υπό τον συντονισμό του Γραφείου Πρωθυπουργού, ως διυπουργικού έργου καινοτόμου πολιτικής. Όσον αφορά την παροχή κινήτρων, το σχέδιο της αξιωματικής αντιπολίτευσης προβλέπει τη μείωση του συντελεστή ΦΠΑ στο 13% (από τον ισχύοντα 24%) για ηλεκτρικά ΙΧ και δίκυκλα, καθώς και τη θέσπιση κυκλοφοριακών προνομίων – όπως δωρεάν στάθμευση σε επιλεγμένα σημεία στο κέντρο της πόλης και παροχή έκπτωσης στα διόδια.

 

 

Επίσης, θα υπάρξουν κίνητρα για ειδικές κατηγορίες χρηστών, ξεκινώντας από τα ταξί, για τα οποία σχεδιάζεται επιδότηση 3.500 ευρώ για την αγορά ηλεκτρικού μοντέλου και 3.000 για την αγορά υβριδικού. Η επιδότηση θα αφορά περιορισμένο αριθμό οχημάτων ετησίως, ενώ θα υπάρχουν και κίνητρα αντικατάστασης για όσα ταξί πρέπει να αποσυρθούν από το 2021 και μετά.

 

Κίνητρα θα υπάρξουν επίσης και στα εταιρικά ΙΧ, με την αναστολή του φόρου χρήσης εταιρικού αυτοκινήτου για τα ηλεκτρικά μοντέλα, για περιορισμένο διάστημα 3-5 ετών. Επιπλέον, θα αυξηθεί ο συντελεστής απόσβεσης για την αγορά παγίου, καθώς και η έκπτωση δαπάνης για τη μίσθωση ηλεκτρικών ΙΧ.

 

Σχετικά με την ανάπτυξη του δικτύου φόρτισης, προβλέπεται η εγκατάσταση ταχυφορτιστών στις εθνικές οδούς, αλλά και η υποχρεωτική εγκατάσταση σταθμών επαναφόρτισης σε οικιστικά και μη οικιστικά κτήρια, νέα ή ανακαινιζόμενα. Επιπλέον, θα δοθούν κίνητρα στις επιχειρήσεις για να τοποθετούν κοινόχρηστους φορτιστές στις εγκαταστάσεις τους.

 

Τέλος, το σχέδιο της ΝΔ προβλέπει την αξιοποίηση της ηλεκτροκίνησης στον κρατικό στόλο, με σκοπό το 30% του στόλου να είναι χαμηλών ή μηδενικών ρύπων έως το 2025, όπως επίσης και την προμήθεια «καθαρών» και ενεργειακά αποδοτικών λεωφορείων για τις δημόσιες μεταφορές, με σκοπό το 2030 να αγγίζουν το 57%, όπως προβλέπει η σχετική κοινοτική Οδηγία.

 

 

ΘΕΣΕΙΣ ΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑ & ΤΟ ΚΛΙΜΑ

 

 

 

 

Αγαπητοί αναγνώστες της Οικονομικής

 

 

Εγγραφείτε τώρα για απεριόριστη πρόσβαση στην Οικονομική Επιθεώρηση

 

 

ή

 

 

Αγοράστε το τεύχος Iανουαρίου 2019

Leave a Comment