Γερμανική συνταγή για ανταγωνιστικότητα με υψηλούς μισθούς

Posted by economia 22/01/2019 0 Comment(s) Οικονομική Επιθεώρηση,

Oικονομική Επιθεώρηση, Ιανουάριος 2019, τ. 978

ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ του Απόστολου Λακασά

 

 

Με επίκεντρο το Ινστιτούτο Γκαίτε η Γερμανία προσφέρει τεχνογνωσία για την 4η βιομηχανική επανάσταση

 

Οι τίτλοι των πάνελ της διημερίδας που οργανώθηκε πρόσφατα στο Ινστιτούτο Γκαίτε καταδεικνύουν πόσες προκλήσεις για την εκπαίδευση, την οικονομία και την αγορά εργασίας ανοίγει η νέα τεχνολογική εποχή. Προκλήσεις στις οποίες η Ελλάδα οφείλει να έχει σαφείς απαντήσεις από τον χώρο της οικονομίας, αλλά και της εκπαίδευσης. Πώς μπορεί να γίνει η ενίσχυση των δημιουργικών επιχειρηματικών δεξιοτήτων στην πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση; Πόσο ανταποκρίνεται στον στόχο αυτό το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα; Ποιος ο ρόλος του Tech Coaching και άλλων θεσμικών μηχανισμών στη γεφύρωση του χάσματος μεταξύ της έρευνας και της καινοτομίας επιχειρηματικότητας έντασης γνώσης; Πώς θα επηρεάσει την ελληνική οικονομία ο ψηφιακός μετασχηματισμός στο πλαίσιο της 4ης βιομηχανικής επανάστασης; Πώς θα βρεθεί η ισορροπία μεταξύ της προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας και της ανοιχτής καινοτομίας;

 

Ημερίδα στο Γκαίτε

 

«Στην Ελλάδα πρέπει να ενισχυθεί η συνεργασία της εκπαίδευσης και της καινοτόμου έρευνας με τον επιχειρηματικό κόσμο. Μόνο αυτό μπορεί να κρατήσει τη χώρα στον διεθνή ανταγωνισμό, που ενισχύεται από τις αναπτυσσόμενες χώρες. Η Ελλάδα πρέπει να αλλάξει στρατηγική και να επενδύσει στην εκπαίδευση, την έρευνα, την καινοτομία και την επιχειρηματικότητα», ανέφερε στην Οικονομική ο Γιάννης Καλογήρου, καθηγητής ΕΜΠ και διευθυντήςτουΕργαστηρίου Βιομηχανικής και Ενεργειακής Οικονομίας του ΕΜΠ. Το Εργαστήριο συνδιοργάνωσε πρόσφατα διημερίδα μαζί με το Ινστιτούτο Γκαίτε (Goethe-Institut Athen) και τον Οργανισμό Ανοιχτών Τεχνολογιών με θέμα «Research, Innovation and Entrepreneurship: A new agenda for the enhancement of structural competitiveness». Αρωγός σε αυτή την προσπάθεια είναι η Γερμανία.

 

Καθ’ όλη τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, τα αρμόδια υπουργεία της Γερμανίας έχουν παρουσιάσει μεταρρυθμιστικές προτάσεις για αλλαγές στην εκπαίδευση και σύνδεσή της με τον χώρο της οικονομίας. Χαρακτηριστική είναι η υλοποίηση προγραμμάτων διττής επαγγελματικής εκπαίδευσης, αλλά και, σε επίπεδο έρευνας, η στενή συνεργασία ερευνητικών κέντρων από την Ελλάδα και τη Γερμανία.

 

Έμφαση σε έρευνα και καινοτομία Σύμφωνα με τον Michael Dorn, διευθυντή του Οικονομικού Τμήματος της Πρεσβείας, μέσα στο 2018 υλοποιήθηκαν 24 προγράμματα έρευνας και καινοτομίας ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Γερμανία. Το πρότζεκτ έχει συνολική διάρκεια τρία έτη και χρηματοδότηση 18 εκατομμύρια ευρώ. Οι τομείς έρευνας ήταν η βιοοικονομία, οι νέες τεχνολογίες και οι ανθρωπιστικές σπουδές.

 

Πιο συγκεκριμένα, με βάση την τελευταία μελέτη του World Economic Forum για το 2017-2018, η ανταγωνιστικότητα της Ελλάδος είναι πολύ χαμηλή, καθώς η χώρα μας κατατάχθηκε στην 87η θέση μεταξύ 137 χωρών. Ωστόσο, έως τώρα το βάρος της στρατηγικής για ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών επιχειρήσεων και κατ’ επέκταση της οικονομίας δόθηκε στον περιορισμό του κόστους εργασίας. «Η ανταγωνιστικότητα δεν μπορεί να ενισχυθεί μόνο με μέτρα περιοριστικά. Πρέπει να υπάρχουν πρωτοβουλίες για επενδύσεις στην έρευνα και την καινοτομία, που αποτελούν πυλώνα της ανάπτυξης», ανέφερε, μιλώντας στην Οικονομική η Ηλιάννα Κικίδου, επικεφαλής του τμήματος εκπαιδευτικών συνεργασιών στο Ινστιτούτο Γκαίτε της Αθήνας. «Καθώς η ιστορία της χώρας έχει και άλλες χρεοκοπίες, αυτό στο οποίο πρέπει να εστιάσουμε είναι η μακροχρόνια στρατηγική», προσθέτει από την πλευρά του ο Γ. Καλογήρου.

 

Το γερμανικό μοντέλο

 

Και την τεχνογνωσία τη διαθέτει η Γερμανία, η οποία, όπως αποδεικνύεται και από το μείγμα πολιτικής που διαχρονικά εφαρμόζει, δεν στέκεται μόνο στον έλεγχο των δημοσιονομικών δαπανών της, αλλά και στις επενδύσεις στην εκπαίδευση, την έρευνα και την καινοτομία. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Γερμανία έχει το καλύτερο σύστημα τεχνικής-επαγγελματικής εκπαίδευσης, για την «εξαγωγή» του οποίου έχει συνεργαστεί και με τις χώρες του ευρωπαϊκού νότου αλλά και της κεντρικής Ευρώπης. Στη διαμόρφωση του προγράμματος σπουδών σημαντικό λόγο έχουν και οι επιχειρήσεις. Βάσει των αναγκών τους ουσιαστικά διαμορφώνονται τα προγράμματα για τις δεξιότητες που πρέπει να αποκτήσουν οι απόφοιτοι των επαγγελματικών λυκείων. Αντίθετα, στην Ελλάδα το βάρος δίνεται στην εκπαίδευση με βάση το πρόγραμμα σπουδών που οργανώνεται από το Υπουργείο Παιδείας και ακολουθεί μονοετές πρόγραμμα μαθητείας, με τα 2/3 των σπουδών σε μια επιχείρηση και το υπόλοιπο στο σχολείο. Ωστόσο, αυτή η διάρθρωση υπαγορεύεται εν πολλοίς από τις ανάγκες, ώστε οι εκπαιδευτικοί των επαγγελματικών λυκείων να καλύπτουν τις ώρες διδασκαλίας τους και να μην πλεονάζουν.

 

«Στόχος είναι να συζητηθεί με τους Γερμανούς εμπειρογνώμονες η δυνατότητα συντονισμού των σχετικών δράσεων-έργων, και συγκεκριμένα ως προς το ζήτημα της εκπαίδευσης η δυνατότητα δημιουργίας ενός δικτύου σχολείων και άλλων φορέων με στόχο την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών και την επίτευξη μέγιστων δυνατών συνεργιών προς την κατεύθυνση αυτή», λέει ο Γ. Καλογήρου, ο οποίος προσθέτει ότι «πρέπει να αλλάξει η ατζέντα συνολικά στηνΕλλάδα και η επένδυση στην εκπαίδευση και την έρευνα να γίνει εθνική υπόθεση ως εθνική πολιτική».

 

Οι Γερμανοί μέσα από αυτές τις επαφές με Έλληνες παράγοντες στοχεύουν στο να προωθηθεί ο διάλογος και η συνεργασία μεταξύ Ελλήνων και Γερμανών πανεπιστημιακών, εκπαιδευτικών, αναλυτών και διαμορφωτών πολιτικής, και στελεχών της βιομηχανίας.

 

Ενδεικτικά, παρόντες στη διημερίδα ήταν καθηγητές από τα Πολυτεχνεία του Μονάχου και της Καρλσρούης (στο ίδρυμα αποδίδεται η ιδέα για την 4η βιομηχανική επανάσταση και τις επιπτώσεις που θα έχει στην οικονομία και την αγορά εργασίας), Έλληνες πανεπιστημιακοί, αλλά και εκπρόσωποι επιχειρηματικών ενώσεων.

 

«Το ζητούμενο είναι τα ερευνητικά αποτελέσματα να γίνουν πράξη, να υλοποιηθούν και να αποφέρουν καρπούς. Για να γίνει αυτό χρειάζεται εκπαίδευση και στήριξη από την πρωτοβάθμια εκπαίδευση», παρατηρεί ο Γ. Καλογήρου.

 

ΑΕΙ

 

Το ανθρώπινο δυναμικό πρέπει να εκπαιδευτεί στη λογική αξιοποίησης της παραγόμενης γνώσης, και η κουλτούρα αυτή να περάσει και στην οικονομία. Η Ελλάδα υστερεί στη σύνδεση των ΑΕΙ με την επιχειρηματικότητα. Χαρακτηριστικό είναι ότι η ανταγωνιστικότητα της Ελλάδος στην καινοτόμο επιχειρηματικότητα βρίσκεται στην 73η θέση και στην εταιρική έρευνα και ανάπτυξη στην 87η θέση. Ως προς τη συνεργασία της ελληνικής βιομηχανίας με τα ελληνικά ΑΕΙ, η Ελλάδα βρίσκεται στην τελευταία δεκάδα, δηλαδή στην 129η θέση μεταξύ των 137 χωρών.

 

Σύμφωνα με τον Γ. Καλογήρου, αυτό οφείλεται και στις δύο πλευρές. Από τη μία, τα πανεπιστήμια θεωρούν –παρότι αυτό αμβλύνεται– ότι τυχόν συνεργασία με την οικονομία θα αλλοιώσει τον ρόλο τους και τον δημόσιο χαρακτήρα τους. Ωστόσο, οι θετικές επιστήμες και οι επιστήμες υγείας σαφώς έχουν ρίξει γέφυρες με την οικονομία, ενώ και οι τεχνολογικές επιστήμες αναζητούν τη χρυσή τομή για να μπορούν να κάνουν βασική και εφαρμοσμένη έρευνα χωρίς να κάνουν έρευνα με βάση τις ανάγκες της οικονομίας. Όμως, σε αυτό το σημείο είναι και το πρόβλημα. Διότι τα δυτικά κράτη χαράσσουν στρατηγικούς στόχους μαζί με τον επιχειρηματικό κόσμο και κατόπιν εστιάζουν την έρευνά τους στην υλοποίηση των στόχων αυτών. Ενδεικτικό είναι, όπως λέει ο Γ. Καλογήρου, «το στρατηγικό σχέδιο της Δανίας για την αξιοποίηση των ενεργειακών της πόρων έως το 2030 και ο τρόπος με τον οποίο οικονομία και ακαδημαϊκή κοινότητα συνεργάζεται πάνω σε αυτό το σχέδιο».

 

Η ανάπτυξη μιας τέτοιας στρατηγικής θα μπορούσε να αποτελέσει δέλεαρ για την ανακοπή της φυγής των Ελλήνων επιστημόνων στο εξωτερικό ή έστω για την αξιοποίηση όσων ήδη έχουν μεταναστεύσει, μέσω των πολλών προγραμμάτων που έχει η Ελλάδα. Ήδη το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛΙΔΕΚ), από την ίδρυσή του τον Οκτώβριο του 2016, στηρίζει τους νέους επιστήμονες και την ελεύθερη έρευνα σε ΑΕΙ και ερευνητικά κέντρα. Το ΕΛΙΔΕΚ θα έχει δημιουργήσει 4.000 νέες θέσεις έως το 2019. Παράλληλα, με το πρόγραμμα «Ερευνώ, Δημιουργώ, Καινοτομώ» της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας χρηματοδοτούνται με 360 εκατ. ευρώ συνεργασίες επιχειρήσεων με πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα.

 

Από την άλλη, η πλειονότητα των ελληνικών επιχειρήσεων ενδιαφέρονται πρωτίστως να επιβιώσουν με εύκολες και έτοιμες λύσεις (ακόμη και στο σκέλος της έρευνας). Αλλά, όπως λέει ο Γ. Καλογήρου, «τώρα πολλές ελληνικές επιχειρήσεις κατανοούν ότι υπάρχει ζήτημα και σπεύδουν να ζητήσουν τη συνδρομή των Ελλήνων ερευνητών. Αν ξεκινούσα- με το 2010 θα ήταν όλα καλύτερα…».

 

 

 

Thomas Rachel

 

Όπως δήλωσε στην Οικονομική ο Thomas Rachel, ομοσπονδιακός κοινοβουλευτικός υφυπουργός Παιδείας και Έρευνας της Γερμανίας, «το κοινό πρόγραμμα είναι ένας φάρος της γερμανοελληνικής συνεργασίας. Έχει προκύψει από τη γερμανοελληνική πρωτοβουλία και έχει συμβάλει ουσιαστικά στο ελληνογερμανικό διμερές σχέδιο δράσης. Ο γενικός του σκοπός είναι η ενίσχυση της συνεργασίας στην επιστήμη και την καινοτομία με εταίρους από τα πανεπιστήμια και τη βιομηχανία. Επιπλέον, στο πλαίσιο του Προγράμματος Έρευνας και Καινοτομίας, θα διερευνηθεί περαιτέρω η δυνατότητα ανταλλαγών και συνεργασίας στο πεδίο της γνώσης και της τεχνολογίας». Παράλληλα, σύμφωνα με τον Th. Rachel θα οργανωθούν στην Ελλάδα το 2019 δύο σεμινάρια (workshops), στα οποία θα συζητηθούν συγκεκριμένες ανάγκες και προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι κοινοπραξίες των ερευνητικών έργων ώστε να δοθεί στους ερευνητές εξειδικευμένη κατάρτιση. Το πρώτο σεμινάριο είναι προγραμματισμένο να γίνει στο πρώτο μισό του 2019, και οι συμμετέχοντες θα έχουν την ευκαιρία να αποκτήσουν πρακτική εμπειρία και να βελτιώσουν τις δεξιότητές τους σχετικά με τη μεταβίβαση γνώσεων και την τεχνολογία. Το δεύτερο σεμινάριο, με θέμα τη στρατηγική και την πιστοποίηση, θα λάβει χώρα στο δεύτερο μισό του 2019. Ο σκοπός του θα είναι να δώσει στους συμμετέχοντες την ευκαιρία να εφαρμόσουν στην πράξη τις προσεγγίσεις και τις υποθέσεις που ανέπτυξαν στο στάδιο του πρώτου σεμιναρίου.

 

 

 

 

Αγαπητοί αναγνώστες της Οικονομικής

 

 

Εγγραφείτε τώρα για απεριόριστη πρόσβαση στην Οικονομική Επιθεώρηση

 

 

ή

 

 

Αγοράστε το τεύχος Iανουαρίου 2019

Leave a Comment