Λησμονημένοι αγωνιστές της Επανάστασης

Posted by economia 01/02/2019 0 Comment(s) ,

Οικονομική Επιθεώρηση, Ιανουάριος 2019, τ. 978

Αισθημάτων Νομίσματα του Βασίλη Βασιλικού

 

 

 

 

 

 

 

 

Στο εξώφυλλο του βιβλίου του Φοίβου Ν. Προύντζου με τίτλο Ο Παναγιώτης Προύντζος και το χρονικό της οικογένειάς του (εκδόσεις Μένανδρος) υπάρχουν δύο φράσεις του Φωτάκου, πρώτου τη τάξει υπασπιστή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, από το δικό του πόνημα Βίοι Πελοποννησίων ανδρών για «τον περίφημο και πασίγνωστο εις την περιοχή καπετάνιο Προύντζο, καταγόμενο από χωρίον τι ονομαζόμενον Καρδαρά». Και: «…Αι θυσίαι και εκδουλεύσεις της οικογενείας ταύτης προς την πατρίδα δεν έχουν σύγκρισιν με καμμίαν άλλην της Πελοποννήσου…».

Μέσα από εξαντλητική έρευνα στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, ο συγγραφέας ανακάλυψε ένα πλήθος ανέκδοτων αναφορών για τον θρυλικό πρόγονό του, τον Παναγιώτη Προύντζο, που έχασε και τους εφτά του γιους στον πόλεμο της Ανεξαρτησίας. Kαι με ένα κινηματογραφικό μοντάζ του υλικού, καταφέρνει να μας δώσει μια διαφορετική εικόνα της Εξέγερσης του 1821, που θα τη ζήλευε ακόμα κι ο Σκαρίμπας (Το 1821 και η αλήθεια, εκδόσεις Κάκτος, 1971).

Ο Παναγιώτης Προύντζος, που ως και ο Καποδίστριας πήγε να τον γνωρίσει από κοντά στο χωριό του (και μάλιστα, «ετσιθελικά», του έβγαλε και μια μικρή σύνταξη για τα γεράματα), είναι ο γενάρχης μιας ολόκληρης «φυλής» Προυντζαίων στην κεντρική Πελοπόννησο.

Οι πρωταγωνιστές του πολέμου με τις εμφύλιες διαμάχες τους παρελαύνουν στο βιβλίο όχι σαν απλές αναφορές, αλλά με καινούργια, άγνωστα κείμενα από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους. Τεκμηριωμένο και εξαιρετικά καλογραμμένο, έρχεται στην ώρα του, δύο χρόνια πριν από τον Εορτασμό του 2021, να ρίξει μια «πλαγιοσκοπική» ματιά στα συμβάντα.

Όπως: διαδοχικοί εμφύλιοι (Ύδρα-Σπέτσες κόντρα στον Καποδίστρια, Μοραΐτες κόντρα στους Ρουμελιώτες, οι οποίοι «άρπυιαι επί πτωμάτων καταπλημμύρισαν ως άλλος Δράμαλης την Πελοπόννησον», καλοπληρωμένοι Μανιάτες μισθοφόροι), ενώ απογυμνώνονται από τους μύθους τους βάσει ντοκουμέντων μορφές όπως ο ιδιοτελής Κωλέττης και άλλοι.

«Οι εμφύλιες διαμάχες», γράφει ο Φοίβος Προύντζος, «σε όλες τις εποχές και σε όλους τους τόπους χωρίζουν τον κόσμο σε αδελφοκτόνες παρατάξεις. Το ρουμελιώτικο όμως λεφούσι ξεπέρασε κάθε προηγούμενο». Και προς επίρρωσιν, παραθέτει ένα απόσπασμα από το τετράτομο Απομνημονεύματα του Κανέλλου Δεληγιάννη: «Τας αρπαγάς, βιαιοπραγίας και παραβιάσεις υπάνδρων και παρθένων γυναικών τας οποίας διέπραξαν οι Γκούρας, Τζαβέλας, Καραϊσκάκης και η συντροφία των δεν δύναται να εξιστορήσει κάλαμος ανθρώπου. Παρόμοιες αθεμιτουργίες δεν διέπραξαν ούτε οι Τούρκοι.»

Αλλά δεν ήταν μόνο οι εμφύλιοι. Ήταν και οι από το εξωτερικό ερχόμενοι για να ηγηθούν της Επαναστάσεως, όπως ο Υψηλάντης: «Και γενόμενος αυτοχειροτόνητος δικτάτωρ μονάρχης, εσχημάτισεν Κυβέρνησιν και Καγκελαρίαν και διά του αρχικαγκελαρίου του Βάμβα εξέδιδεν οκάζια διατάγματα, που τον έκαναν τον δυστυχή τόσον γελοίον, ώστε μίαν ημέραν ο Αλωνιστιώτης γέρων Προύντζος του είπεν: “Θα μας κάνεις ωσάν το κεφαλάκι σου, Πρίγκηπά μου!”» Και σε παρένθεση, επεξηγηματικά, συνεχίζει: «Ήτο γαρ ο Υψηλάντης κοντός το ανάστημα, ισχνός, αδυνάτου κράσεως και φαλακρός με κεφαλήν ως κολοκύνθη». Και από την Ιστορία του Ναυπλίου του Θεόδωρου Δημόπουλου (2010): «Κάποιος, ονόματι Προύντζος, όταν τον πρωτοείδεν, είπεν προς τους άλλους: “Σαν τη φαλάκρα του θα μας κάνει τον Μοριά”».

«Ενδεχομένως», γράφει ο απόγονος Φοίβος Προύντζος, «ο Υψηλάντης ξένιζε τους Μοραΐτες, με την κυριολεκτική σημασία του ρήματος, ως “εξάρτυση” και ως “σκευή”. Θα μπορούσε κανείς να τοποθετήσει δίπλα στην πορσελάνινη κούπα του με τη χρυσή διακόσμηση, αν όχι τα ξύλινα ρακοπότηρα του Παναγιώτη Προύντζου, τα ασημένια τάσια του Μακρυγιάννη για να αντιληφθεί το πολιτιστικό χάσμα. ΄Η το σκάκι του, ρωσική συνήθεια μεταφερμένη στην ύπαιθρο της Πελοποννήσου».

Το βιβλίο μετά εξαπλώνεται στην αναζήτηση της ρίζας των Προυντζαίων. «Κατά μία ατεκμηρίωτη εκδοχή κατέβηκαν στην Πελοπόννησο από τη Βόρειο Ελλάδα, χωρίς βέβαια να αποκλείεται ότι αυτό συνέβη σε βάθος χρόνου. Από τον θείο μου, αδελφό του πατέρα μου Αριστοτέλη, είχα ακούσει –κι αυτός το είχε μάθει από το νονό του– ότι οι Προυντζαίοι είχαν έρθει στον Καρδαρά από τη Στεμνίτσα. Εκεί δουλέψαν σαν επεξεργαστές χαλκού και μετάλλων. Προσαρμοσμένοι στις απαιτήσεις της εποχής φτιάχναν τεντζερέδια, σαγάνια (τηγάνια ή μικρό ταψί, από το τουρκικό sahan), μουρχούτες (είδος σκεύους σαν γαβάθα), ταψιά, λεβέτια (καζάνια), δόκανα, σιδεροστιές, καντάρια, μπότσες, λαδικά, τροκάνια, τσοκάνια (κουδούνες για τα αιγοπρόβατα με άλλον ήχο το καθένα) και άλλα σκεύη από σίδερο ή μπρούντζο (κράμα κασσίτερου και χαλκού), από το οποίο προέκυψε πιθανότατα και το όνομα (χωρίς το «μ»). Από προσωπική έρευνα διαπίστωσα ότι πράγματι στη Στεμνίτσα υπήρχαν πολλοί με το επώνυμο αυτό. […] Και το χωριό Προυντζαίικα είναι το σημερινό Αρκαδικό».

Το βιβλίο διαβάζεται απνευστί, σαν ένα οδοιπορικό για μια πατρίδα που ενώ παλεύει να ξεσκλαβωθεί, κονταροχτυπιέται αλύπητα μεταξύ της και επισφραγίζει το διχαστικό DNA της με τη δολοφονία του πρώτου Κυβερνήτη της στ’ Ανάπλι.

Ερευνητής και ταλαντούχος συγγραφέας, ο Φοίβος Προύντζος κλείνει ως εξής: «Οι επερχόμενοι θα αποτιμήσουν αν αυτά έχουν θέση στις παρακαταθήκες ή ανήκουν στα απόβλητά τους. Μια και ο θάνατος όμως γενετικά δεν έχει προδιαγραφτεί και η αναπαραγωγή της ζωής συνεχίζεται, η δημιουργία υποδειγματικής οικογένειας αποτελεί εντελέχεια, με την αριστοτελική έννοια του όρου. Στη βάση μιας τέτοιας αντίληψης, το ιστόρημά μου αυτό αφιερώνεται στους μικρότερους οικογενειακούς “συνεχιστές”, Φοίβη και Φίλιππο».

Leave a Comment