Νέο συνυποσχετικό εφοπλισμού - πολιτείας

Posted by economia 05/03/2019 0 Comment(s) Οικονομική Επιθεώρηση,

Οικονομική Επιθεώρηση, Mάρτιος 2019, τ. 980
NAΥΤΙΛΙΑ του Αντώνη Τσιμπλάκη

 

 

Σε υψηλή τροχιά παραμένει η ελληνική ναυτιλία

 

Τη νέα συμφωνία μεταξύ ελληνικού εφοπλισμού και πολιτείας, για την οικειοθελή προσφορά της ελληνικής ναυτιλίας προς τη χώρα, προανήγγειλε ο πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Εφοπλιστών Θεόδωρος Βενιάμης.

 

Στην καθιερωμένη ομιλία του στο πλαίσιο των εργασιών της γενικής συνέλευσης της Ένωσης, υπενθύμισε ότι στο τέλος του 2018 εξέπνευσε το πενταετούς διάρκειας Συνυποσχετικό μεταξύ της ναυτιλιακής κοινότητας και της πολιτείας. «Η ναυτιλιακή κοινότητα, με συντριπτική πλειοψηφία σε αριθμό πλοίων και χωρητικότητα, έχει ήδη αποφασίσει να συνάψει ένα νέο συνυποσχετικό οικειοθελούς παροχής με την πολιτεία, το οποίο σε κάθε περίπτωση θα σέβεται νομοτεχνικά το υφιστάμενο θεσμικό ναυτιλιακό πλαίσιο», ανέφερε στη συνέχεια ο Θ. Βενιάμης.

 

Τα κύρια χαρακτηριστικά του νέου Συνυποσχετικού έγκεινται στην αόριστη χρονική του διάρκεια και στην καταβολή ενός σταθερού ποσοστού 10% επί των εισαγόμενων ναυτιλιακών μερισμάτων των φυσικών προσώπων. Είναι σημαντικό να τονισθεί ότι «η απόφαση αυτή αποδεικνύει για άλλη μία φορά την υπευθυνότητα και ενότητα του κλάδου μας, καθώς και την ισχυρή βούλησή μας να συνεχίσουμε τη διαχρονικά ενεργή παρουσία μας στον τόπο μας», δήλωσε ο Θ. Βενιάμης.

 

Ναυτική εκπαίδευση

Εξακολουθεί να χωλαίνει το σύστημα ναυτικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Μπορεί το προηγούμενο έτος να έγιναν προσπάθειες βελτίωσης των αδυναμιών της, αλλά δυστυχώς, τόνισε ο Θ. Βενιάμης, το όλο σύστημα συνεχίζει να χωλαίνει λόγω της έλλειψης μιας ολιστικής πολιτικής, προσανατολιζόμενης στη ριζική αναβάθμιση αυτής και όχι σε άστοχες μεμονωμένες προσπάθειες ανωτατικοποίησής της.

 

Η ναυτιλιακή κοινότητα αναμένει πλέον τα αποτελέσματα από τη λειτουργία, σε πλήρη πια επιχειρησιακή δομή, του Γραφείου Σταδιοδρομίας, που θα συνδράμει στην καλύτερη διασύνδεση των σπουδαστών των Ακαδημιών Εμπορικού Ναυτικού με τις ναυτιλιακές εταιρείες για την εκτέλεση των εκπαιδευτικών τους ταξιδιών, καθώς επίσης και στη λειτουργία του Κέντρου Επιμόρφωσης Στελεχών Εμπορικού Ναυτικού (ΚΕΣΕΝ) Βορείου Ελλάδος, η ίδρυση του οποίου έχει ανακοινωθεί από τον Μάιο του 2016.

 

Στο σημείο αυτό ο πρόεδρος της ΕΕΕ Θεόδωρος Βενιάμης υπενθύμισε ότι έχει κατατεθεί προ καιρού πρόταση για αλλαγές στη νομοθεσία σχετικά με τη δυνατότητα επαγγελματικής ανέλιξης των αποφοίτων των Επαγγελματικών Λυκείων Ναυτικής Κατεύθυνσης (ΕΠΑΛ) σε συνδυασμό με την ευρύτερη αναβάθμιση του επιπέδου μάθησης και μετεκπαίδευσής τους, ώστε να γίνει κατορθωτό να αξιοποιηθούν οι νέοι άνθρωποι που συνειδητά έχουν επιλέξει την κατεύθυνση του ναυτικού επαγγέλματος.

 

Παράλληλα έστειλε και ένα μήνυμα για τη ναυτεργασία, τονίζοντας ότι χρειάζεται να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη ο θεμελιώδης παράγοντας της ανταγωνιστικότητας της ναυτιλίας μας. «Η ελληνική ναυτεργασία καλείται να ακολουθήσει τα βήματα της παγκοσμιοποίησης και να συμπλεύσει με τις αρχές της ανταγωνιστικότητας της διεθνούς ναυτεργασίας», σημείωσε χαρακτηριστικά ο Θ. Βενιάμης και πρόσθεσε: «Και μόνο τότε θα δοθεί στους νέους της πατρίδας μας η επαγγελματική διέξοδος του ναυτικού επαγγέλματος, μια επιλογή που τώρα μπλοκάρεται από τελματώδεις συνδικαλιστικές πρακτικές και νοοτροπίες άλλων εποχών».

 

Ναυτιλιακά καύσιμα

 

Εν αναμονή της χρήσης ναυτιλιακών καυσίμων από την 1η Ιανουαρίου 2020, με περιεκτικότητα σε θείο μέχρι 0,5% από 3,5% (που είναι η περιεκτικότητα που επιτρέπεται σήμερα), έγινε εκτενής αναφορά στις εξελίξεις στον συγκεκριμένο τομέα. Όπως επεσήμανε ο Θ. Βενιάμης η ναυτιλία θα χρειασθεί, σε κάθε περίπτωση, ασφαλή, εναλλακτικά, χαμηλής ή μηδενικής περιεκτικότητας σε ορυκτό άνθρακα, ασφαλή καύσιμα, για να μπορέσει να επιτύχει την απεξάρτησή της από αυτόν.

 

«Είναι επομένως φανερό ότι όλα τα μέρη της ναυτιλιακής αλυσίδας –και αναφέρομαι στην ανάγκη δραστηριοποίησης των προμηθευτών ενέργειας και καυσίμων, των ναυπηγείων, των κατασκευαστών μηχανών, των εταιρειών ναυτιλιακής τεχνολογίας– πρέπει να συνδράμουν στην επιτυχή υλοποίηση των στόχων της στρατηγικής του ΙΜΟ», σημείωσε χαρακτηριστικά ο πρόεδρος της ΕΕΕ και πρόσθεσε: «Εξάλλου, θέλω να υπενθυμίσω ότι η πλοιοκτησία δεν έχει ευθύνη για την ποιότητα των μηχανών, ούτε για την ποιότητα και την ασφάλεια τωνκαυσίμων που της παρέχονται για τη λειτουργία των πλοίων της».

 

Η ΕΕΕ συνεχίζει να παρακολουθεί διεξοδικά τις συζητήσεις σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο και με την εκπόνηση σχετικών μελετών στοχεύει σε πρώτο στάδιο στη διαμόρφωση ρεαλιστικών προτάσεων για το θέμα των βραχυπρόθεσμων μέτρων, που αποτελεί και την πολιτική προτεραιότητα των νομοθετικών οργάνων, κυρίως σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

 

Απαίτηση από την πρώτη στιγμή είναι τα ναυτιλιακά καύσιμα που θα χρησιμοποιεί η ναυτιλία μετά το 2020 όχι μόνο να συμμορφώνονται με την απαιτούμενη περιεκτικότητα σε θείο, αλλά και να είναι κατάλληλα για χρήση χωρίς να διακυβεύεται η ασφάλεια των πλοίων, των πληρωμάτων και η προστασία του περιβάλλοντος. «Έχουμε το δικαίωμα αλλά και την υποχρέωση ως υπεύθυνη βιομηχανία να προβάλουμε τις ενστάσεις μας και να απαιτούμε έγκαιρη συνεκτίμηση όλων των παραμέτρων του θέματος», υπογράμμισε ο Θ. Βενιάμης.

 

Επίσης, χαρακτήρισε θετικό το γεγονός ότι η ορθότητα των θέσεων του ελληνικού εφοπλισμού επιβεβαιώθηκε για άλλη μία φορά, αφού οι δύο αρμόδιες Επιτροπές του ΙΜΟ, η Επιτροπή Προστασίας Θαλασσίου Περιβάλλοντος και η Επιτροπή Ναυτικής Ασφάλειας, αποφάσισαν ότι επιβάλλεται από τις περιστάσεις να ασχοληθούν η πρώτη με τη διαδικασία εφαρμογής του νέου Κανονισμού και η δεύτερη με τα θέματα ασφαλείας των νέων καυσίμων και των blended fuels. Σε κάθε περίπτωση, τα θέματα αυτά ανησυχούν περισσότερο την bulk/tramp ναυτιλία, που είναι υποχρεωμένη να προμηθεύεται καύσιμα στα διάφορα λιμάνια της υφηλίου. Στην προσεχή MEPC, τον Μάιο του 2019, αναμένεται νέα πρόταση που διαμορφώνεται από διευρυμένη ομάδα κρατών-μελών του ΙΜΟ, και όχι μόνο από τα τέσσερα μεγάλα νηολόγια (Νήσοι Μάρσαλ, Λιβερία, Παναμάς, Μπαχάμες) και τους οργανισμούς της διεθνούς ναυτιλίας που ανακίνησαν πρώτοι το όλο θέμα. Ειδική μνεία θα πρέπει να γίνει και στην ενεργή συμμετοχή των ΗΠΑ μετά τις δηλώσεις του προέδρου Τραμπ για τις πιθανές επιπτώσεις της εφαρμογής του νέου μέτρου στην αμερικανική οικονομία.

 

Ο στόλος

 

Οι ελληνικές θέσεις στην παγκόσμια ναυτιλιακή βιομηχανία εξακολουθούν να έχουν τη μεγαλύτερη βαρύτητα, αφού οι Έλληνες εφοπλιστές εξακολουθούν να είναι σταθερά στην πρωτοπορία. Στο τέλος την περσινής χρονιάς ο ελληνικός στόλος ήταν, σταθερά και για άλλη μία φορά, πρώτος τόσο σε ό,τι αφορά τον αριθμό πλοίων και τη χωρητικότητα, αλλά και την αξία.

Το 2018 και σύμφωνα με τα στοιχεία από τον μεγαλύτερο ναυλομεσιτικό οίκο του κόσμου Clarksons, η χωρητικότητα του ελληνόκτητου στόλου αυξήθηκε κατά 3,6% σε σύγκριση με το 2017, έφτασε τους 223,3 εκατ. τόνους και παραμένει πρώτος. Ο κινεζικός στόλος μεγάλωσε κατά 10,3% μέσα στο 2018 και έκλεισε τη χρονιά έχοντας ολική χωρητικότητα 176,6 εκατ. τόνων, παίρνοντας τα δεύτερη θέση από τους Ιάπωνες. Αλλά και σε ό,τι αφορά την αξία του στόλου, οι Έλληνες πλοιοκτήτες παραμένουν στην κορυφή του κόσμου. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Vasselsvalue, η αξία του ελληνόκτητου στόλου ανήλθε στο τέλος του 2018 στα 105,227 δισ. δολάρια, σημειώνοντας αύξηση κατά 5 δισ. δολ. σε σχέση με τα τέλος του 2017. Μάλιστα, είναι χαρακτηριστικό ότι στα πανάκριβα LNG carriers η χώρα μας κατέλαβε την πρώτη θέση, ξεπερνώντας την Ιαπωνία, η οποία χρειάζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό τα πλοία αυτά για να ικανοποιήσει και εγχώριες ανάγκες.

 

Η συνεισφορά

 

Ο παγκόσμια πρωτιά του ελληνικού στόλου συνδυάζεται και με την ισχυρή παρουσία ναυτιλιακών γραφείων στη χώρα μας. Μάλιστα, η Αθήνα θεωρείται διεθνώς ένα από τα μεγαλύτερα ναυτιλιακά κέντρα στον κόσμο, αποκλειστικά και μόνο εξαιτίας του αριθμού των πλοίων που διαχειρίζονται γραφεία που έχουν έδρα στη χώρα μας. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο συνολικός αριθμός για το έτος 2017 των εγκατεστημένων εταιρειών (1.387) εμφανίζει οριακή αύξηση κατά 0,36% σε σχέση με το 2016 (1.382), ενώ ο αριθμός
των διαχειριζόμενων πλοίων (4.353) παρουσιάζει αύξηση περί το 4,09% σε σχέση με το έτος 2016 (4.182).

 

Τέλος, αύξηση 3,6% σε σχέση με το 2016 εμφανίζει ο αριθμός του απασχολούμενου προσωπικού στα εγκατεστημένα ναυτιλιακά γραφεία το έτος 2017 (ξεπερνώντας σε απόλυτο αριθμό τον αντίστοιχο του απασχολουμένου προσωπικού του έτους 2008 (14.163 εργαζόμενοι), χρονική στιγμή κατά την οποία η διεθνής ναυλαγορά χαρακτηριζόταν από υψηλά
επίπεδα ναύλων και το διεθνές θαλάσσιο εμπόριο παρουσίαζε αυξητικές τάσεις.

 

Leave a Comment