Η Ευρώπη και τα κέρατα του Ταύρου

Posted by economia 08/03/2019 0 Comment(s) Οικονομική Επιθεώρηση,

Οικονομική Επιθεώρηση, Mάρτιος 2019, τ. 980
ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΕΝΩΣΗ της Κατερίνας Δασκαλάκη

 

 

«Ανήκομεν εις την Δύσιν», σίγουρα. Είμαστε, όμως, «δυτικοί»;

 

 

Ενόψει των ευρωεκλογών του Μαΐου, η Οικονομική παρουσιάζει σειρά θεμάτων σχετικών με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μετά το αφιέρωμα στα 20 χρόνια της Ευρωζώνης, στο προηγούμενο τεύχος, σειρά έχει η μαρτυρία της Κατερίνας Δασκαλάκη, επί χρόνια δημοσιογράφου του περιοδικού, που πέρασε και από τα έδρανα του Στρασβούργου.

 

 

Οι Έλληνες υπάγονται σε δύο κατηγορίες: είναι ή χωρικοί ή χωριάτες», υποστήριζε παλιά, μεταξύ αστείου και σοβαρού, ο Δημήτρης Γαλανός, ο γνωστός καθηγητής της Χημείας των Τροφίμων στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, άκρως πνευματώδης και είρων συζητητής. Το συμπέρασμά του; «Ευτυχώς, μερικοί από μας είμαστε μόνο χωρικοί». Δεν επέζησε όσο χρειαζόταν για να δει τους «χωριάτες» να γίνονται εξώφυλλα στα έντυπα του «λάιφ στάιλ» και να κατασπαταλούν ασύστολα δάνεια κεφάλαια και κοινοτικές επιδοτήσεις. Ήταν τον καιρό που ο Τσοβόλας (ερήμην του, ο δυστυχής) κλήθηκε να τα «δώσει όλα» και που ο επιδειξιομανής νεοπλουτισμός έγινε «στυλ»: από τα σκυλάδικα μέχρι το φουαγιέ του Μεγάρου, που τότε ήταν ακόμη στις δόξες του. Το φαινόμενο, βέβαια, συνεχίστηκε και αργότερα, για πολλά χρόνια. Όχι μόνον επί των διαδόχων και των επιγόνων της λεγόμενης «Αλλαγής», αλλά και κατόπιν, στη διάρκεια των επτά πολύ προβληματικών χρόνων διακυβέρνησης του άλλου –του λεγόμενου συντηρητικού– πόλου, επτά χρόνια που κι αυτά συνέβαλαν αποφασιστικά για να φθάσουμε εδώ που φθάσαμε: στην κρίση που συγκλόνισε πολλά και πολλούς.

 

«Το λάιφ-στάιλ είναι σπουδαίο πράγμα· σε παίρνει μηδενικό και σε κάνει νούμερο», έλεγε κάποτε ένα αναρχικό σύνθημα στον πλαϊνό τοίχο της Νομικής Αθηνών. Μπορεί να υπάρχει ακόμη, αλλά κι αν υπάρχει θα έχει κι αυτό ξεθωριάσει από τους ανέμους, από τις βροχές και από την περιφερόμενη κουκουλοφόρο, δήθεν αναρχική, βία που μουτζουρώνει
όλη την πόλη, μεταφορικά και κυριολεκτικά. Ακόμα και τ’ αναρχικά συνθήματα έχουν χάσει την έμπνευση και την πρωτοτυπία τους σ’ αυτούς τους καιρούς της ποταπότητας και της παρακμής, με τις κατά καιρούς εξάρσεις της επετειακής βίας, με την αναισχυντία των περιπάτων του κατά συρροήν δολοφόνου αρχιτρομοκράτη στους δρόμους της πρωτεύουσας και με την παραβατικότητα που χαίρει πανεπιστημιακού «ασύλου», υπό τα δειλά ψελλίσματα των πρυτάνεων, τις ανίσχυρες διαμαρτυρίες όσων φοιτητών διατηρούν ακόμη την παρωχημένη αντίληψη ότι τα Πανεπιστήμια είναι χώροι μάθησης, και τη σεμνοπρεπή στήριξη των αρμοδίων αρχών.

 

Ναι, υπήρξαν πολλές οι περιπτώσεις στο παρελθόν που και ο γιαλός ήταν στραβός και στραβά αρμενίσαμε. Αλλά… είναι ποτέ δυνατόν η απάντηση σ’ αυτό να είναι η τωρινή διάλυση, η μαζική φυγή της αφρόκρεμας των νέων, τα πανεπιστήμια-άντρα ναρκεμπόρων και αλητών, η αχαλίνωτη ψευδολογία, η (ασυστόλως ενισχυόμενη από τις διευκολύνσεις που παρέχουν τα «κοινωνικά δίκτυα» και τα συναφή fake news) λασπολογία, η περιρρέουσα χυδαιότητα σε όλα τα επίπεδα;

 

Μια φροϋδική προσέγγιση

 

Πλήρης ημερών κηδεύτηκε το περασμένο φθινόπωρο η γυναίκα η οποία είχε υπάρξει προσωπική γραμματεύς και σκιά του πολιτικού που προσπάθησε να στρέψει τον αλλόκοτο τούτο τόπο προς δυσμάς. «Ανήκομεν εις την Δύσιν», είχε τολμήσει εκείνος να διακηρύξει, αναφερόμενος στη χώρα που κοντεύει να αναγάγει τα παλιά τραγούδια της κάποτε Τρούμπας σε εθνική ταυτότητα, αλλά δεν έτρεφε αυταπάτες: «έχει μεταβληθεί σε απέραντο φρενοκομείο», είχε δηλώσει αργότερα για τον ίδιον αυτόν τόπο. Και θα έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον να εξετάσει κανείς σοβαρά, υπό καθαρά φροϋδικό πρίσμα, την προσωπικότητα αυτού του πολιτικού ηγέτη, που υπέρβασή του ήταν «η Δύση» και που μολαταύτα είχε γεννηθεί σ’ ένα τότε ακόμη τουρκοκρατούμενο χωριό της Μακεδονίας, γιος Έλληνα δασκάλου ωστόσο. Χωρικός οπωσδήποτε, πλην όμως όχι χωριάτης. Απέναντί του στάθηκε κατόπιν ένας άλλος, αναμφισβήτητα χαρισματικός, και υπό μία έννοια αρκούντως αμοραλιστής, πολιτικός, ο οποίος θα έκλεινε τα εκατό εφέτος, αυτός που πήρε την εξουσία στο όνομα της «αριστεράς», αν και η επινόηση της «πρώτης φοράς» έπρεπε να περιμένει κάποιες δεκαετίες και την εγγενή στους Νεοέλληνες λήθη για να εκδηλωθεί. Σαν από παρθενογένεση. Γενναιόδωρα συλλέγοντας ταυτοχρόνως πλείστα όσα λύματα της κάποτε «αλλαγής».

 

Και η δική του, επίσης, περίπτωση εμπίπτει σε φροϋδικού τύπου ανάλυση. Με όποια συμπεράσματα κι αν μπορεί να συναγάγει κανείς. Παρά τις πατρικές ρίζες από το Καλέντζι, αυτός δεν ήταν ούτε καν «χωριάτης». Μεγαλωμένος σε άκρως αστικό περιβάλλον, σε άκρως μεγαλοαστικό προάστιο, με δασκάλες στο σπίτι και όλα τα σχετικά (που δεν έχουν τίποτα το επιλήψιμο, εξυπακούεται), φυγαδεύτηκε πάρα πολύ νωρίς εκτός πατρίου εδάφους, στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου ακολούθησε λαμπρές σπουδές και εξίσου λαμπρή πανεπιστημιακή σταδιοδρομία. Ο Μακεδόνας «χωρικός», που έβλεπε μακριά, συνέβαλε σε πολύ μεγάλο βαθμό στον καταρχάς επαναπατρισμό του λαμπρού αυτού τέκνου της πα-τρίδος, το οποίο, ακολούθως, αναμείχθηκε ορμητικά στον δημόσιο βίο (δεν είναι της παρούσης η παράθεση των ιστορικών γεγονότων, τα οποία είναι άλλωστε πασίγνωστα), προσπαθώντας στην αρχή ν’ ανατρέψει οτιδήποτε είχε σταθεί ή προσπαθούσε να σταθεί όρθιο μέχρι εκείνη τη στιγμή, με πρώτο και καλύτερο τον ίδιο τον γεννήτορά του. Στην πορεία, βέβαια, τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν ακριβώς έτσι. Η δική του «υπέρβαση» –στον αντίποδα της αγωγής και της παιδείας του– ήσαν τα «σκυλάδικα», οι λαϊκές ντίβες, τα τσιφτετέλια και τα ζεϊμπέκικα στα οποία διαγωνίζονταν ο ίδιος και οι υπουργοί του, καθώς κι ένας περίγυρος συχνά θολής προέλευσης και επιεικώς «γραφικός», τουλάχιστον σε σύγκριση με τους διανοούμενους και τους καλλιτέχνες που συνήθως συντρόφευαν τον «άλλον», τον «χωρικό», στις κυριακάτικες εμφανίσεις του.

 

Τα πρώτα «επαναστατικά» συνθήματα εκείνης της –πώς να το κάνουμε;– προηγηθείσης της «πρώτης φοράς» αριστεράς δεν είχαν μεγάλες διαφορές από τα συνθήματα που χρησιμοποιήθηκαν πριν από τις εκλογές του 2015, επειδή ουδέν καινόν υπό τον ήλιον και λιγότερο από οτιδήποτε άλλο τα κενά συνθήματα σε κενούς καιρούς. Ήσαν, λοιπόν, τα συνθήματα εκείνα, για όποιον τυχόν τα έχει ξεχάσει αλλά και για όλους εκείνους που τότε δεν είχαν ακόμη γεννηθεί, κυρίως δύο και βροντερά: «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο», και «Έξω οι βάσεις του θανάτου», χωρίς να λησμονούμε φυσικά και το μακροβιότερο όλων, άφθαρτο θα έλεγε κανείς, «Φονιάδες των λαών Αμερικάνοι», πρόχειρο σε κάθε περίσταση.

 

Σε ό,τι αφορά τις «βάσεις του θανάτου», όσοι τον καιρό εκείνο είχαν ελάχιστη γνώση της πραγματικότητας γέλασαν με την καρδιά τους. Γιατί το συμβόλαιο των «βάσεων του θανάτου», και κυρίως εκείνο της βάσης στη Νέα Μάκρη, έληγε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα και γιατί μόνον ένας λαός αφελέστατος, ουσιαστικά απληροφόρητος και απαίδευτος, αλλά και συστηματικά αρνούμενος να κοιτάξει την πραγματικότητα κατάματα, «πάντοτε ευκολόπιστος και πάντα προδομένος» όπως ακριβώς τον θέλει ο ποιητής, θα μπορούσε να βροντοφωνάζει στους δρόμους τέτοιες ηχηρές ανοησίες και να νομίζει ότι φέρνει και αποτέλεσμα. Όσο για το πρώτο σύνθημα, το «συνδικάτο» έμεινε, όπως είναι γνωστό, αμετακίνητο, ακόμη και μετά το περίφημο 1989, που κοντεύουμε να το ξεχάσουμε. Η εξέλιξη των πραγμάτων μάλιστα, ακόμη και η διαμάχη για τις «Πρέσπες» και όλη η σύγχυση και η αμηχανία που την περιέβαλε, έδειξε ότι η «κωλοτούμπα» δεν είναι μόνον σημερινή πολιτική πρακτική. Έχει προϋπάρξει και στη θεωρία και στην πράξη. Απλώς σήμερα ο όρος έγινε διεθνής και πέρασε αυτούσιος στο παγκόσμιο πολιτικό λεξιλόγιο. Μία ακόμη ελληνική πρωτιά με πλανητική εμβέλεια.

 

Ο Μακεδόνας «χωρικός» είχε από πολύ νωρίς στραφεί προς δυσμάς. Με μια σχεδόν καταναγκαστική εμμονή είχε επιχειρήσει την προσέγγιση με τη Δύση ήδη από το 1952. Τότε ακόμη στην Ευρώπη άχνιζαν τα ερείπια που είχε αφήσει ο πόλεμος, η Γερμανία είχε «οριστικά» χωριστεί στα δύο (τουλάχιστον αυτή ήταν η κρατούσα εντύπωση για πάνω από μισόν
αιώνα), οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης είχαν περάσει με περισσότερη ή λιγότερη βία πίσω από το λεγόμενο Σιδηρούν Παραπέτασμα, και μια πολύ βολική –και άκρως λειτουργική– ισορροπία του τρόμου κυριάρχησε για μερικές δεκαετίες.

 

Ένα γερμανικό αίνιγμα

 

Την ίδια περίπου εποχή, οι Ευρωπαίοι ηγέτες αποφάσιζαν ότι «ποτέ πια» δεν έπρεπε να ξαναζήσει η γηραιά ήπειρος τέτοιο μακελειό και τέτοια φρίκη. Στην αρχή έξι (ανάμεσά τους και οι δύο του Άξονα, οι ίδιοι που είχαν αιματοκυλήσει την Ευρώπη, αλλά με διαφορετικό καθεστώς και υπό διαφορετικές ηγεσίες, εξυπακούεται) ενώθηκαν για να συστήσουν τις πρώτες «ευρωπαϊκές κοινότητες».

 

Πρώτη απ’ όλες η ΕΚΑΧ, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα. Πασίγνωστα πράγματα μπορεί να παρατηρήσει κανείς. Πασίγνωστα σίγουρα, λησμονημένα ωστόσο σε πολύ μεγάλο βαθμό και κατά πάσα βεβαιότητα αγνοούμενα από τις νεότερες γενιές, πράγμα που μπορεί να πάρει και τραγικές διαστάσεις ενόψει ευρωεκλογών και με τα φαντάσματα της φασιστικής ακροδεξιάς να σηκώνουν κεφάλι. Μια άγνοια για την οποία η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι θεσμοί της φέρουν μεγάλη ευθύνη, με τη βαριά υστέρηση που έδειξαν σ’ αυτό που κοινώς ονομάζεται «επικοινωνιακή πολιτική». Μπορεί στη χαραυγή του μύθου ο Ταύρος να άρπαξε την Ευρώπη από τη μακρινή Φοινίκη και να τη μετέφερε κατακτητικός προς δυσμάς, αλλά φαίνεται ότι, μέχρι τώρα τουλάχιστον, η Ευρώπη δεν κατάφερε ν’ αρπάξει τον ταύρο από τα κέρατα και να δείξει σε όλους την πραγματική δύναμή της.

 

Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα φτιάχτηκε για να μην μείνουν συγκεντρωμένες οι πρώτες ύλες της καταστροφής (ο άνθρακας και ο σίδηρος, από τους οποίους κατασκευάζεται ο χάλυβας, από τον οποίο φτιάχνονταν τα όπλα) στα χέρια των Γερμανών, του πιο πολεμοχαρούς, ίσως, λαού της Ευρώπης. Ακολούθησε η περίφημη ΕΟΚ, η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, που το όνομά της μιλούσε για μια οικονομική ένωση, αλλά που οι ιδρυτές πατέρες την οραματίστηκαν σαν μια κοινότητα συνεργασίας και ειρήνης και συναδέλφωσης των λαών, με όλες τις διαφορές τους, σ’ αυτό το υπέροχο και μοναδικό πολιτισμικό παλίμψηστο που είναι η Ευρώπη. Η αλήθεια είναι ότι εκείνοι οι ιδρυτές πατέρες ήσαν όντα λίγο διαφορετικά από τους μικρομεσαίους επαγγελματίες της πολιτικής που κυριαρχούν σήμερα. Την εποχή εκείνη αναδύθηκαν στο ευρωπαϊκό στερέωμα μορφές όπως ο Ζαν Μονέ, ο Ρομπέρ Σουμάν, ο Πολ-Ανρί Σπάακ, ο Κόνραντ Αντενάουερ, ο Ντε Γκάσπερι, ο Σαρλ ντε Γκολ, αλλά και ο Μπερλιγκουέρ πολύ αργότερα ή ο Βίλι Μπραντ, ο Χέλμουτ Σμιτ, ο Φρανσουά Μιτεράν και ο Χέλμουτ Κολ, για να σταθούμε μόνον σε μερικούς από αυτούς που πρόβαλαν και διατήρησαν το όραμα της ενωμένης Ευρώπης.

 

Η ΕΟΚ μπορεί να είχε ένα όνομα που παρέπεμπε σε πεζές οικονομικές διαδικασίες, αλλά υπηρέτησε πολύ πλατύτερους σκοπούς και αληθινά οράματα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, με το βαρύ όνομα, κατάφερε στις μέρες μας να μιλάει μόνον με αριθμούς, να γεννάει πλείστα όσα «νούμερα» αντί για αληθινούς πολιτικούς και να αποδίδει την κρίση που τη μαστίζει αποκλειστικά στις οικονομικές συνθήκες και τη διεθνή οικονομική συγκυρία (με την ίδια τυφλότητα ακριβώς με την οποία ο homo neohellenicus  πιστεύει ότι τα μνημόνια έφεραν την κρίση και όχι η κρίση τα μνημόνια). Δεν είναι και τόσο τυχαίο, λοιπόν, που πορεύεται έτσι, παραπαίοντας, έχοντας αφήσει πίσω της και διαγράψει από το λεξιλόγιό της όλες εκείνες τις αρχές πάνω στις οποίες στηρίχτηκαν κάποτε οι «Έξι», όχι μόνον για να απομακρύνουν το φάσμα του πολέμου, αλλά και για να πείσουν τους λαούς ότι αυτός ο «γηραιός» γεωγραφικός χώρος τον οποίο όλοι κατοικούμε έχει κοινές, αρχαιότατες, ιστορικές και πολιτισμικές αναφορές και οφείλει να ακολουθήσει κοινή ειρηνική πορεία. 

 

Λες και η οικονομική κρίση να είναι η ασθένεια και όχι το σύμπτωμα.

 

Λες και δεν είχε προηγηθεί μια βαθιά (ιδιαίτερα αισθητή και ορατή στη δική μας χώρα, αλλά όχι μόνον σ’ αυτήν) πολιτιστική, ηθική, κοινωνική κρίση, στην οποία η ψευδοευμάρεια («les trente glorieuses», αποκάλεσαν ποιητικότατα οι Γάλλοι τις χρυσές δεκαετίες) και τα σκάνδαλα (περισσότερο κι από τα σκάνδαλα, η γενικευμένη αντίληψη ότι αυτά «έτσι είναι», ότι «όλοι τους είναι ίδιοι» και ότι «δεν πειράζει»), ο γενικευμένος μηδενισμός και η περιφρόνηση των νόμων και των αρχών εκείνων που είναι εκ των ων ουκ άνευ προκειμένου να στέκονται οι Δημοκρατίες στα πόδια τους υπήρξαν τα κύρια χαρακτηριστικά. Όλα αυτά ενισχυμένα από τη ραγδαία και όχι αναγκαστικά «τρομακτική» ανάπτυξη της λεγόμενης τεχνολογίας, την οποία είναι φανερό ότι ακόμη δεν μπορούμε να τη διαχειριστούμε με τη δεκτικότητα και την άνεση που, πιθανότατα, θα δείξουν απέναντί της οι γενιές που έρχονται.

 

Μια «γέφυρα» στο Στρασβούργο

 

Είναι γνωστό ότι «επίσημη» έδρα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου είναι το Στρασβούργο. Η πόλη είναι γαλλική σήμερα, πρωτεύουσα της Αλσατίας, αλλά το όνομά της παραμένει γερμανικό, μέχρι πριν από όχι και τόσο πολλά χρόνια οι κάτοικοί της (οι πιο ηλικιωμένοι) μιλούσαν και τις δύο γλώσσες, πέρα από την τοπική (γερμανική) διάλεκτο, πολλά ονόματα στους δρόμους παραπέμπουν στη Γερμανία, σε μια από τις πιο κεντρικές πλατείες δεσπόζει το μνημείο στον παμμέγιστο Γκαίτε. Ποτάμια αίματος έχουν κυλήσει πάνω σ’ αυτά τα χώματα, χιλιάδες χιλιάδων κουφάρια είχαν κάποτε μετρηθεί σε ολόκληρη την περιοχή στην οποία είχαν γίνει μερικές από τις φονικότερες μάχες του πρώτου ιδίως, αλλά και του δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Σήμερα, ένα αστικό λεωφορείο μεταφέρει καθημερινά εργαζομένους και περιπατητές από τις δυο μεριές των συνόρων, μια γέφυρα που την περπατούν παιδάκια με τα ποδήλατά τους χωρίζει τους κάποτε εμπολέμους και πολλές γυναίκες από το Στρασβούργο πηγαινοέρχονται «απέναντι» στη μικρή γερμανική πόλη Κελ, επειδή πολλά πράγματα καθημερινή χρήσης τα βρίσκουν λίγο φθηνότερα εκεί.

 

Ε, λοιπόν, γι’ αυτόν τον περίπατο σε μια τέτοια γέφυρα φτιάχτηκε η Ευρώπη και για όλους τους περιπάτους του είδους του.

 

Για το ξεχασμένο εκείνο σύνθημα «Ποτέ πια!». Ποτέ πια πόλεμος, ποτέ πια τέτοια φρίκη, ποτέ πια τέτοια σφαγή, ποτέ πια ρατσιστικές και θρησκευτικές ιδεοληψίες, όπως αυτές που οδήγησαν σε μια πρωτοφανή, τεχνικά και επιστημονικά οργανωμένη, γενοκτονία με κριτήριο έναν συγκεκριμένο θρησκευτικό προσανατολισμό κι ένα πρωτοφανές για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό ρατσιστικό μίσος.

 

Να, όμως, που τώρα η λήθη απλώνεται σαν γκρίζο σύννεφο πάνω από τον ουρανό της Ευρώπης, παρ’ όλες τις επίσημες περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις. Κι αν επί του προκειμένου υπάρχει ένα ενδιαφέρον παράδοξο, αυτό είναι το γεγονός ότι ο λαός που γέννησε τους θύτες είναι κι εκείνος που περισσότερο αντιστέκεται στη λήθη, έστω κι αν η αντίσταση αυτή δείχνει σημεία χαλάρωσης τα τελευταία χρόνια. Η πρώτη, ίσως, σημαντική σεισμική δόνηση που προκάλεσε αληθινές ρωγμές, και που οι επιπτώσεις της είναι πάντα ορατές, ήταν η κάπως απότομη και μεγάλη διεύρυνση με τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, αυτές που μέχρι το 1989 βρίσκονταν πίσω από το λεγόμενο Σιδηρούν Παραπέτασμα. Δεν ήσαν λίγοι εκείνοι που τότε εξέφρασαν σημαντικές και τεκμηριωμένες αντιρρήσεις. Ήταν η εποχή που ακούστηκε πιο έντονα παρά ποτέ ο όρος «εμβάθυνση». Εμβάθυνση των ευρωπαϊκών θεσμών πριν από την οποιαδήποτε διεύρυνση, καθώς οι προς ένταξη τότε χώρες παρουσίαζαν –μετά από εβδομήντα πάνω-κάτω χρόνια σοβιετικού καθεστώτος– όχι μόνον παρωχημένες οικονομικές δομές, αλλά και θεσμικά πλαίσια που έχρηζαν εκ βάθρων αναθεώρησης. Αποφασιστικά παρέκαμψε την εμβάθυνση η ίδια η ΕΕ προκειμένου να εντάξει, με περίπου συνοπτικές διαδικασίες, τους Ανατολικούς στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα – κι αν θέλει κανείς να είναι όσο αντικειμενικός και ψύχραιμος γίνεται ή όσο το απαιτούν οι περιστάσεις, θα παραδεχτεί ότι ήταν πολύ δύσκολο να ταχθεί κανείς είτε με τη μία είτε με την άλλη πλευρά. Η Δύση βιαζόταν να εντάξει τους πρώην σοβιετικούς δορυφόρους επειδή ο στρατηγικός της σχεδιασμός (και του ΝΑΤΟ συγκεκριμένα) απαιτούσε οι χώρες αυτές να αποσπασθούν μια για πάντα από τον ρωσικό εναγκαλισμό, σοβιετικό ή όχι. Οι ίδιες αυτές χώρες πάλι που είχαν αποτελέσει το αντικείμενο μιας απόλυτα κυνικής μοιρασιάς (επί χάρτου μάλιστα: τα «Απομνημονεύματα» του Τσώρτσιλ είναι σαφέστατα) στη Μόσχα και στη Γιάλτα χωρίς καθόλου να ερωτηθούν, ήθελαν κι αυτές να απομακρυνθούν από το δυνατό πάτημα της «Αρκούδας» για λόγους που δεν είχαν μόνον σχέση με τον σταλινισμό που τους είχε τότε επιβληθεί, αλλά που είχαν να κάνουν με αιώνες ταραγμένους στην Ιστορία. Ιστορικοί και παλιοί είναι οι λόγοι για τους οποίους οι χώρες αυτές προκάλεσαν και συνεχίζουν να προκαλούν πολλές ισχυρότερες ή ασθενέστερες αναταράξεις στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα με συναφείς ρωγμές στην ευρωπαϊκή συνοχή. Θα μπορούσε κανείς να πει πολύ ισχυρότερες αναταράξεις από αυτές που προκάλεσαν και προκαλούν οι οικονομικές δυσκολίες (και ατασθαλίες) του Νότου. Όσοι απορούν επειδή οι πρώην δορυφόροι της πρώην Σοβιετικής Ένωσης εμφανίζονται δεδηλωμένοι ατλαντιστές πρέπει να ξοδέψουν λίγες ώρες διαβάζοντας την Ιστορία. Κουβαλούσαν βαριές ιστορικές αποσκευές στη ράχη τους οι ανατολικές χώρες όταν χτύπησαν την πόρτα της ΕΕ. Και το έκαναν με το βλέμμα στραμμένο πέρα από τον Ατλαντικό, στη Μεγάλη Υπερδύναμη και, εν κατακλείδι, στο ΝΑΤΟ, το οποίο καλώς ή κακώς θεωρούν εχέγγυο για τη μελλοντική τους ασφάλεια.

 

Πώς θα μπορούσε η Ευρωπαϊκή Ένωση να περιμένει την «εμβάθυνση» για να προχωρήσει στη «διεύρυνση»; Είναι φανερό ότι δεν μπορούσε ούτε και ήθελε. Βιαζόταν να ανακτήσει το χαμένο έδαφος την ίδια στιγμή που η Ρωσία ευλόγως βιαζόταν να μην αποτραβηχτεί από όλο το εύρος της αλλοτινής της «ζώνης επιρροής». Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και του Συμφώνου της Βαρσοβίας το ΝΑΤΟ παρέμεινε στη θέση του, η ΕΕ ενδυναμώθηκε, ή έτσι νόμισε στην αρχή, κι ένας καινούργιος πόλεμος ξέσπασε –για πρώτη φορά μετά τον δεύτερο παγκόσμιο– επί ευρωπαϊκού εδάφους: ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία. Με τη διαφορά ότι το έδαφος αυτό ήταν ακόμη «αδέσποτο», άρα όλα ήσαν δυνατά. Καλύτερα: επιτρεπτά. Η καινούργια μοιρασιά άρχισε από εκεί, συνεχίζεται στα Βαλκάνια κι ακόμη δεν έχει τελειώσει. Το ελληνο-σκοπιανό «ειδύλλιο» στις Πρέσπες αποτελεί κι αυτό μέρος της, το ίδιο όπως και τα παζάρια στο Κοσσυφοπέδιο, όπως –παραπέρα λίγο– και η κρίση στην Ουκρανία, με τη γνωστή έκβαση.

 

Εμείς, πάντως, «ανήκομεν εις την Δύσιν»: έτσι λέμε

 

Όπως είναι γνωστό, οι περισσότερες από τις «ομόσπονδες δημοκρατίες» που αποτελούσαν κάποτε τη Γιουγκοσλαβία του Τίτο αποτελούν τώρα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Σερβία, που «δαιμονοποιήθηκε» όσο καμιά άλλη χώρα τον καιρό της διάλυσης, περιμένει κι αυτή τη σειρά της και –όσο μπορεί– καταβάλλει φιλότιμες προσπάθειες, από τη μια για να μην χάσει τον παραδοσιακό και ομόδοξο υποστηρικτή της, που είναι η Ρωσία, κι από την άλλη για ν’ αποδείξει στη Δύση ότι έγινε «καλό και υπάκουο παιδί». Το Κοσσυφοπέδιο, το Κόσσοβο των σύγχρονων καιρών, ζητάει αναγνώριση κι αυτό, δυσφορεί με τη σερβική ζώνη στον βορρά του και προσπαθεί να χειριστεί τις αρπακτικές βλέψεις της όμορης και (κατά πλειοψηφία) ομόγλωσσης Αλβανίας στα ανατολικά του, η οποία ονειρεύεται επεκτατικές δόξες. Όλα αυτά, την ίδια στιγμή που με τη συμφωνία στις Πρέσπες η Ελλάδα στρώνει με κόκκινο χαλί τον δρόμο της μέχρι τώρα πΓΔΜ προς την ΕΕ και το ΝΑΤΟ, που είναι το κυρίως ζητούμενο, καθώς η Δύση προσπαθεί με κάθε τρόπο να περιορίσει τις κινήσεις της Ρωσίας. Και το μήνυμα για όποιους ενδεχόμενους νοσταλγούς είναι ένα και σαφές. Το επανέλαβε και η Άνγκελα Μέρκελ όταν έγινε μετά βαΐων και κλάδων δεκτή στην Αθήνα από το άλλοτε «κακό παιδί» που της φώναζε παλιότερα “go back” (όταν ήταν άλλος ο πρωθυπουργός που την υποδεχόταν, εννοείται): «Μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση είμαστε όλοι ασφαλείς». Οι Έλληνες, με μια ορισμένη πολιτική αφέλεια που τους χαρακτηρίζει, το ερμήνευσαν αυτό απλώς ως μια προειδοποίηση για την Τουρκία, η οποία τον τελευταίο καιρό έχει ανακαλύψει κι αυτή μια «γαλάζια πατρίδα» στα νερά του Αιγαίου. Και όχι ως τη σαφή διαπίστωση ότι, με όλα τα καλά και τα στραβά της, η Ευρώπη παραμένει το δικό μας οχυρό απέναντι σ’ αυτή την επιθετικότητα. Θα μπορούσε επίσης να είναι και μια σαφής επισήμανση –αν όχι προειδοποίηση– και προς ορισμένα «άτακτα παιδιά» στο πλαίσιο της Ένωσης. Τα επιλήσμονα. Και αυτό ο δικός μας, θαυμαστά πρωτεϊκός, πρωθυπουργός έδειξε να το έχει καταλάβει πολύ καλά, άσχετα με τις αριστερίστικες κορώνες προς εσωτερική χρήση.

 

«Οι Έλληνες δεν κατάλαβαν τι συνέβη», είχε πει κάποια χρόνια πριν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. «Αν εγώ τόσο πολύ θέλησα την ένταξη της χώρας στη μεγάλη ευρωπαϊκή οικογένεια, αυτό δεν ήταν ούτε για τα αγγουράκια του Ηρακλείου ούτε για τα ροδάκινα της Θεσσαλίας. Αλλά για να περιλαμβάνεται η Ελλάδα στους ισχυρούς της Δύσης, να μην κινδυνεύει από άλλες δικτατορίες και να είναι περισσότερο προστατευμένη απέναντι στην επιθετικότητα των Τούρκων». Την εποχή εκείνη η Ελλάδα ήταν η μόνη χώρα που δεν είχε ακόμη πουθενά κοινά σύνορα με την ΕΟΚ.

 

Αυτά, εδώ και σαράντα χρόνια πάνω-κάτω. Το καίριο ερώτημα σήμερα είναι αν μετά από όσα έχουν συμβεί οι Έλληνες έχουν καταλάβει επιτέλους κάτι. Και τι ακριβώς.

 

 

 

 

Kατερίνα Δασκαλάκη γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Νομικά και παρακολούθησε σεμινάρια δημοσιογραφίας στο Παρίσι. Ξεκινώντας (1961) από την τότε «Βιομηχανική Επιθεώρηση», εργάστηκε από νεαρότατη ηλικία στον περιοδικό και κατόπιν στον ημερήσιο Τύπο, όπου κατέλαβε επιτελικές θέσεις, αλλά και στο ραδιόφωνο. Μεταξύ άλλων διετέλεσε διευθύντρια, αρθρογράφος και χρονογράφος της εφημερίδας Μεσημβρινή. Ευρωβουλευτής (1994-1999), Πρέσβης, Μόνιμη Αντιπρόσωπος της Ελλάδας στην UNESCO (2013-2015), έχει δημοσιεύσει έξι βιβλία πεζογραφίας και έχει μεταφράσει φιλοσοφία, ιστορία και λογοτεχνία από γαλλικά και ιταλικά.

Leave a Comment