Αξιολογώντας τους αξιολογητές των πανεπιστημίων

Posted by economia 18/04/2019 0 Comment(s) Οικονομική Επιθεώρηση,

Μελέτη του ΕΚΠΑ ακτινογραφεί τα κριτήρια κατάταξης


των ανώτατων ιδρυμάτων στις διεθνείς λίστες

 

Οικονομική Επιθεώρηση, Aπρίλιος 2019, τ. 981

ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ από τον Απόστολο Λακασά

 

Σε μια διεθνοποιημένη τριτοβάθμια εκπαίδευση, αλλά και εξαιτίας της «πτώσης» των συνόρων και των εύκολων μετακινήσεων ανά τον κόσμο, οι λίστες που αξιολογούν τα ΑΕΙ διεθνώς έχουν γίνει σημαντικό εργαλείο για την επιλογή πανεπιστημίου από εκείνους που θέλουν να σπουδάσουν σε άλλη χώρα. Χαρακτηριστικά, η παγκόσμια αγορά τριτοβάθμιας εκπαίδευσης διευρύνεται και εμπλουτίζεται συνεχώς από το 1975 έως σήμερα· ο αριθμός των «μεταναστών» φοιτητών από τις 800.000 το 1975 προσεγγίζει πλέον τα πέντε εκατομμύρια, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ. Οι λίστες αξιολόγησης έχουν επηρεάσει και τα ελληνικά ΑΕΙ, εάν κρίνουμε από τη σπουδή των καθηγητών τους να αναδείξουν τις επιτυχίες τους αλλά και να υποβαθμίσουν τα αδύναμα σημεία τους. Ωστόσο, πόσο αξιόπιστες είναι οι διεθνείς λίστες αξιολόγησης με δεδομένο ότι καθεμιά δίνει άλλη βαρύτητα στα κριτήρια αξιολόγησης; Πόσο μάλλον που, όπως αναφέρει το Πανεπιστήμιο Αθηνών σε μελέτη που παρουσιάζει η Οικονομική, τα περισσότερα συστήματα κατάταξης από το σύνολο των ΑΕΙ, τα οποία σύμφωνα με το International Handbook of Universities (International Association of Universities) ξεπερνούν τις 18.000 παγκοσμίως, ξεχωρίζουν τα καλύτερα 1.000 ή 4.000 ιδρύματα (1η φάση αξιολόγησης) και κατόπιν προχωρούν στις τελικές κατατάξεις (2η φάση αξιολόγησης) σε έναν πιο σύντομο κατάλογο 500 ή 1.000 ιδρυμάτων. Επομένως, όσα ΑΕΙ εμφανίζονται στους τελικούς καταλόγους κατάταξης συγκαταλέγονται στο 5% περίπου των καλύτερων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στον κόσμο.

 

Ειδικότερα, η γνωστότερη λίστα κατάταξης ΑΕΙ είναι της Σαγκάης, που δημιουργήθηκε από το Shanghai Jiaotong University το 2003. Αξιολογούνται συνολικά τα καλύτερα 1.200 πανεπιστήμια σε ετήσια βάση επί του συνόλου των 18.000 ιδρυμάτων, και δημοσιεύεται η κατάταξη των 500 πρώτων. Επίσης, υπάρχει η QS World University Rankings. Η έκδοση του διεθνούς πίνακα κατάταξης πανεπιστημίων ανά διδακτικό αντικείμενο της QS περιλαμβάνει έναν αριθμό ρεκόρ 42 κλάδων, καθιστώντας αυτόν τον πιο μεγάλο διεθνή πίνακα κατάταξης ανά διδακτικό αντικείμενο που συντάχθηκε ποτέ. Στη φετινή έρευνά της η QS ανακοίνωσε ότι μεταξύ 2014 και 2018 συγκέντρωσε πάνω από 83.000 ερωτηματολόγια ακαδημαϊκών από όλο τον κόσμο. Επίσης, πάνω από 42.000 ερωτηματολόγια εργοδοτών έχουν ληφθεί υπόψη μεταξύ των ετών 2014 και 2018.

 

Παράλληλα, οι ερευνητές των Times Higher Education World University Rankings «τρέχουν» μια νέα κατάταξη και τα κριτήριά της, ενώ μεταξύ εκείνων που διεθνώς παρουσιάζονται περισσότερο είναι η Webometrics Ranking of World Universities (καταρτίζεται από τη μονάδα Cybermetrics, του Ισπανικού Εθνικού Κέντρου Ερευνών, κύριου ερευνητικού ιδρύματος της χώρας), η κατάταξη του US News (βασίζεται σε στοιχεία της Thomson Reuters InCitesTM research analytics solutions), η κατάταξη του Center for World University Rankings και εκείνη του National Taiwan University (Performance ranking of Scientific Papers).

 

Στο ίδιο πλαίσιο, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΕΚΠΑ, υπάρχουν τα συστήματα CHE Excellence Ranking, High Impact Universities (από δίκτυο ερευνητών της Αυστραλίας), Leiden Ranking (από το Κέντρο Σπουδών της Επιστήμης και Τεχνολογίας του Παν/μίου του Λέιντεν), το ισπανικό SCImago Institutions Rankings και το γαλλικό Professional Classification of Higher Education.

 

Σημαντικές αποκλίσεις

«Από τη μελέτη των πινάκων κατάταξης και των κριτηρίων τους διαπιστώνονται σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ τους, γεγονός που οφείλεται στην εφαρμογή διαφορετικών κριτηρίων και μεθοδολογιών και αποδεικνύει την τελική υποκειμενικότητα των κριτηρίων επιλογής. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι οι πίνακες κατάταξης δεν είναι μια κατ’ αρχήν αποδεκτή μέθοδος αξιολόγησης των πανεπιστημίων. Απλώς, ένας προσεκτικός αναγνώστης θα διαπιστώσει, οπωσδήποτε, ότι δεν μπορούν να αποτελούν το μοναδικό κριτήριο αξιολόγησης και επιλογής», αναφέρει η μελέτη του ΕΚΠΑ, που υπογράφεται από τον πρύτανη του ιδρύματος Θάνο Δημόπουλο, τον αναπληρωτή πρύτανη Κωνσταντίνο Μπουραζέλη, τον γραμματέα της Μονάδας Διασφάλισης Ποιότητας του ΕΚΠΑ Κωνσταντίνο Μπουρλετίδη και τον υπεύθυνο Γραφείο Τύπου Δημήτρη Κουτσομπόλη.

Η μελέτη του ΕΚΠΑ καταδεικνύει πως ένα ΑΕΙ μπορεί να εκτιναχθεί ή να καταβαραθρωθεί, ανάλογα με τη βαρύτητα κάθε κριτηρίου:

 

- Έρευνα-Δημοσιεύσεις: Αναλύοντας τα δεδομένα της βάσης Scopus παρατηρεί κανείς ότι ένα τυπικό (μέσο) πανεπιστήμιο λαμβάνει το 49,1% των αναφορών από τον τομέα της ιατρικής και των επιστημών υγείας, 27,6% από τις φυσικές επιστήμες, 16,5% από τη μηχανική και την τεχνολογία, 5,8% από τις κοινωνικές επιστήμες και μόλις 1% από τις ανθρωπιστικές επιστήμες και τις τέχνες. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι μεθοδολογίες κατάταξης που παίρνουν συνολικό αριθμό αναφορών ή δημοσιεύσεων και τον διαιρούν με τον αριθμό καθηγητών του ιδρύματος χωρίς κάποια στάθμιση πριμοδοτούν ΑΕΙ που έχουν ιατρικές σχολές ή και σχολές από τον χώρο των φυσικών επιστημών έναντι των ιδρυμάτων που έχουν τμήματα ανθρωπιστικών σπουδών και κοινωνικών επιστημών. Η μείωση της χρηματοδότησης της έρευνας λόγω κρίσης ή/και η χρήση αποθεματικών πόρων των ελληνικών πανεπιστημίων, που θα πήγαιναν στην ενίσχυση της έρευνας για την κάλυψη λειτουργικών αναγκών, οδηγεί –και θα οδηγεί– σε μείωση της παραγωγής ερευνητικών αποτελεσμάτων και άρθρων. Κατά συνέπεια, θα χαμηλώνει συνεχώς και η βαθμολογία των ελληνικών πανεπιστημίων στα αντίστοιχα κριτήρια των πινάκων κατάταξης. Προς την ίδια κατεύθυνση λειτουργεί και η υποστελέχωση των πανεπιστημιακών μας ιδρυμάτων και η μη άμεση κάλυψη του προσωπικού που αφυπηρετεί λόγω των δημοσιονομικών περιορισμών. Λιγότερος αριθμός διδακτικού προσωπικού όλων των κατηγοριών και ερευνητών θα οδηγεί σε συνολικά μικρότερο αριθμό δημοσιεύσεων.

 

Απήχηση και ετεροαναφορές (citations): Βασικό συμπέρασμα από την ανάλυση των συγκεκριμένων κριτηρίων είναι ότι ένα ΑΕΙ, όπως π.χ. το Πανεπιστήμιο Αθηνών, είναι ευνοημένο όταν διαθέτει διδακτικό και ερευνητικό προσωπικό με μεγάλο αριθμό ετεροαναφορών και σημαντική επιστημονική επίδραση. Διότι σίγουρα επηρεάζεται θετικά η θέση του στην κατάταξη, αλλά και η ερευνητική του φήμη. Επιπροσθέτως, η ύπαρξη τμημάτων και σχολών θετικών επιστημών και υγείας προσθέτει πόντους, διότι αυτά είναι επιστημονικά πεδία που συγκεντρώνουν μεγάλο αριθμό δημοσιεύσεων και ετεροαναφορών. Βέβαια, παρατηρείται διαφοροποίηση στην τελική θέση των ίδιων πανεπιστημίων σε ίδιες κατηγορίες κριτηρίων. Αυτό οφείλεται σε έναν βαθμό στο ότι οι οργανισμοί που συντάσσουν πίνακες κατάταξης πανεπιστημίων απευθύνονται και χρησιμοποιούν διαφορετικές βάσεις δεδομένων και άρθρων (Scopus, Scimago, Thomson Reuters, Google Scholar κ.ά). Από την άλλη, παρόλο που λαμβάνονται υπόψη πολλά κριτήρια, αυτά σε ορισμένες περιπτώσεις δεν είναι ξεκάθαρα και υπάρχει μεγάλη αλληλεξάρτηση του ενός κριτηρίου από το άλλο. Για παράδειγμα, όταν επιλέγεται ως κριτήριο το «πλήθος δημοσιεύσεων τα τελευταία 11 χρόνια» και ταυτόχρονα το «πλήθος δημοσιεύσεων την προηγούμενη χρονιά», προφανώς το δεύτερο εμπεριέχεται στο πρώτο. Επιπλέον, παρατηρείται μια αλληλεξάρτηση και στις ετεροαναφορές. Οι πληροφορίες για τα πανεπιστήμια (π.χ. ο αριθμός των καθηγητών) που αντλούνται από τις ιστοσελίδες τους ενδέχεται να είναι ανακριβείς και μη επικαιροποιημένες. Επίσης, ο αριθμός των μελών ΔΕΠ στα περισσότερα πανεπιστήμια αλλάζει κάθε χρόνο. Συνεπώς, κριτήρια που βασίζονται σε μέσους όρους για τα τελευταία χρόνια θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους όλες αυτές τις ιδιομορφίες προκειμένου να είναι αξιόπιστα.

 

Διδασκαλία - Εξωστρέφεια: Ενα ίδρυμα που επιθυμεί να βελτιώσει τη βαθμολογία του στο κριτήριο της διδασκαλίας θα πρέπει να επιδιώξει στο μέτρο του δυνατού να βελτιώσει την αναλογία διδακτικού προσωπικού και φοιτητών και να μειώσει όσο το δυνατόν την καθυστέρηση ολοκλήρωσης προπτυχιακών και διδακτορικών σπουδών. Στην Ελλάδα αυτό είναι ιδιαίτερα δύσκολο, διότι η υποστελέχωση των πανεπιστημίων και οι δημοσιονομικοί περιορισμοί δεν επιτρέπουν τη βελτίωση της αναλογίας φοιτητών και καθηγητών μέσω και της πρόσληψης νέου διδακτικού προσωπικού. Ένα πανεπιστήμιο το οποίο θέλει να βελτιώσει τους δείκτες της διεθνούς εικόνας και της παρουσίας του θα πρέπει να ενισχύσει την εξωστρέφειά του μέσω βελτίωσης της κινητικότητας φοιτητών και ακαδημαϊκού προσωπικού, όπως και όσο θα είναι αυτό εφικτό, καθώς και μέσω της υποδοχής αλλοδαπών φοιτητών και καθηγητών (π.χ. μέσω Erasmus).

Όπως προκύπτει εν κατακλείδι, μια καλή θέση στις λίστες αξιολόγησης αποτυπώνει ένα γενικό πλαίσιο για τη θέση του ιδρύματος, αφού οι κατατάξεις δεν αποτυπώνουν επαρκώς τις διαφορές, τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα, των σχολών κάθε ιδρύματος.

Ως προς τα ελληνικά πανεπιστήμια, λίγα καταφέρνουν να βρεθούν μεταξύ των πρώτων 500 σε λίστες που αξιολογούν σχολές ανά αντικείμενο, και αυτά είναι τα μεγαλύτερα. Βέβαια, αν συνυπολογισθούν η δραματική μείωση της δημόσιας χρηματοδότησης, σε συνδυασμό με τη συνταξιοδότηση πολλών μελών διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού, τότε αυτές οι επιτυχίες αποκτούν ιδιαίτερη σημασία.

Leave a Comment