Η κανονικότητα δεν έχει επιστρέψει στην Ελλάδα

Posted by economia 15/10/2019 0 Comment(s) Οικονομική Επιθεώρηση,

Οικονομική Επιθεώρηση, Oκτώβριος 2019, τ. 987

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ στον Αντώνη Παπαγιαννίδη

 

 

 

 

Ο νομπελίστας Γίοζεφ Στίγκλιτς είναι μάλλον ο πλέον διάσημος μη νεοφιλελεύθερος οικονομολόγος. Σε μια περίοδο που η παγκόσμια οικονομία δείχνει να οδηγείται εκ νέου σε ύφεση και οι Financial Times αφιερώνουν ένθετο στις ιδέες για την «επανεκκίνηση του καπιταλισμού», οι απόψεις του νεοκεϋνσιανού Αμερικάνου έχουν πρόσθετο ενδιαφέρον. Η Οικονομική είχε την ευκαιρία να τον προσεγγίσει κατά την επίσκεψή του στην Ελλάδα, φέτος το καλοκαίρι, για τις εκδηλώσεις του Συμποσίου της Σύμης, που διοργανώνει ο πρώην πρωθυπουργός, Γιώργος Παπανδρέου.

 

Η γνωριμία Παπανδρέου – Στίγκλιτς ξεκίνησε από τη Σοσιαλιστική Διεθνή και τη συνεδρίαση της Επιτροπής της στον Πόρο, το καλοκαίρι του 2010. Ο κ. Παπανδρέου, η κυβέρνηση του οποίου είχε προσφύγει στο ΔΝΤ μόλις λίγες εβδομάδες νωρίτερα, άνοιγε τότε τη συζήτηση για τα μέτρα που πρέπει να υιοθετήσουν οι G-20 για την αντιμετώπιση της παγκόσμιας κρίσης. Μεταξύ άλλων είχαν κατατεθεί ιδέες για μια νέα χρηματοοικονομική αρχιτεκτονική, για τη φορολόγηση του χρηματοοικονομικού τομέα και την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων για τον εκδημοκρατισμό της παγκόσμιας διακυβέρνησης.

 

Ο κ. Στίγκλιτς επισκέφθηκε ξανά την Ελλάδα σε μια επίσης κρίσιμη στιγμή: το καλοκαίρι του 2015, λίγες μόλις ημέρες μετά την επίτευξη συμφωνίας της τότε ελληνικής κυβέρνησης με τους δανειστές. Τότε ήταν από τους βασικούς ομιλητές στις εργασίες του Συμποσίου που πραγματοποιήθηκαν στην Κέρκυρα.

 

Πρόσφατα κυκλοφόρησε το τελευταίο βιβλίο του Γ. Στίγκλιτς «Άνθρωποι, ισχύς και κέρδη», όπου περιγράφει ιδέες για έναν «προοδευτικό καπιταλισμό» που θα έρθει να αντικαταστήσει τον «φονταμενταλισμό της αγοράς» και να αντιμετωπίσει τη γενικευμένη δυσαρέσκεια που προκαλεί η περιθωριοποίηση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού από τη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης.

 

Η Οικονομική συζήτησε με τον Νομπελίστα οικονομολόγο για τις ιδέες που παρουσιάζει στο βιβλίο αλλά και για την κατάσταση στην οποία πλέον βρίσκεται η ελληνική οικονομία, καθώς και συνολικότερα η ευρωπαϊκή.

 

 

Παρακολουθείτε αρκετά στενά την πορεία της κρίσης στην Ελλάδα – κρίσης χρέους, δημοσιονομικής και οικονομικής, που εξελίχθηκε σε κοινωνική κρίση. Θα λέγατε ότι επιτέλους την αφήνουμε πίσω μας ή όχι ακόμα;

Όπως και να το υπολογίσουμε, η Ελλάδα έχει ακόμα πολύ δρόμο για να επιστρέψει στην κανονικότητα. Το κατά κεφαλήν εισόδημα είναι ακόμα πολύ χαμηλότερα από το επίπεδο όπου βρισκόταν πριν από την κρίση. Πολλοί άνθρωποι, μεταξύ των οποίων κάποιοι ιδιαίτερα ταλαντούχοι, έχουν εγκαταλείψει τη χώρα και υπάρχουν λίγα πράγματα να τους προσελκύσουν πίσω σε αυτήν. Οι δημόσιες δαπάνες συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν σημαντικούς περιορισμούς και, σύμφωνα με το σχέδιο της Τρόικα, η Ελλάδα θα πρέπει να διατηρεί πρωτογενές πλεόνασμα για χρόνια και χρόνια, εμποδίζοντας τις προοπτικές επιστροφής στην ευημερία. Αλλά υπάρχουν κι άλλα σύννεφα στον ορίζοντα: η Γερμανία ίσως εισέλθει σε ύφεση, επιβραδύνοντας την ανάπτυξη σε όλη την Ευρώπη και ακόμα δεν έχουν αντιμετωπιστεί προβλήματα στην κατασκευή της Ευρωζώνης.

 

 

Παρακολουθήσατε, επίσης, την ευρωκρίση να ξεσπά, να εξελίσσεται και να υποχωρεί. Την έχει αφήσει πίσω της η Ευρώπη ή μήπως μια νέα κρίση μάς περιμένει στη γωνία; Περιμένετε η αλλαγή στην ηγεσία της ΕΚΤ να παίξει τον ρόλο της, εάν ξεσπάσει νέα κρίση; Είναι έτοιμη η Κριστίν Λαγκάρντ να παίξει τον ρόλο που είχε ο Μάριο Ντράγκι;

Τα περισσότερα από τα δομικά προβλήματα του ευρώ για τα οποία έγραψα στο βιβλίο μου, το Ευρώ, δεν έχουν αντιμετωπιστεί. Ενώ συζητείται η τραπεζική ένωση, το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό της στοιχείο, ένα σύστημα κοινής εγγύησης καταθέσεων, δεν είναι πιθανό να υλοποιηθεί στο προσεχές μέλλον. Η αποστολή της ΕΚΤ εστιάζει στον πληθωρισμό κι έτσι περιορίζει τη δυνατότητά της να αντιμετωπίσει τις βασικές προκλήσεις του σήμερα: την ανάπτυξη, την απασχόληση, τη χρηματοοικονομική σταθερότητα. Ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση, που απαιτεί το σύνολο των σημαντικών διπλωματικών ικανοτήτων της Κριστίν Λαγκάρντ, θα είναι να καταστούν συμβατές διαφορετικές κατανοήσεις σχετικά με το τι συνεισφέρει σε καλές οικονομικές επιδόσεις.

 

 

Περιμένετε να υπάρξει στην Ευρώπη κάποια δημοσιονομική χαλάρωση ή το φάρμακο της λιτότητας θα χορηγείται για καιρό ακόμα;

Αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη διαρθρωτική αλλαγή που είναι απαραίτητη στην Ευρώπη: να γίνει κατανοητό ότι, όταν η συνολική ζήτηση είναι ανεπαρκής (και συχνά είναι), υπάρχει ανάγκη επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής. Η λιτότητα είναι αντιπαραγωγική. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπου η νομισματική πολιτική έχει περιορισμένη αποτελεσματικότητα, όπως συμβαίνει τώρα. Όμως, δεν είμαι αισιόδοξος ότι θα είναι εύκολο να αλλάξουμε τα μυαλά των νεοφιλελεύθερων, που συνεχίζουν να πιστεύουν ότι όσο ο πληθωρισμός είναι χαμηλός και οι προϋπολογισμοί ισοσκελισμένοι, ο ιδιωτικός τομέας θα εξασφαλίζει την κοινή ευημερία.

 

 

Ο εμπορικός πόλεμος που βρίσκεται σε εξέλιξη επηρεάζει την άσκηση της νομισματικής πολιτικής; Στις ΗΠΑ, στην ΕΕ, οπουδήποτε; Ή μήπως ο όρος «εμπορικός πόλεμος» αναφέρεται σε κάτι που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει;

Κατά τον πρώτο χρόνο της προεδρίας Τραμπ η εμπορική σύγκρουση αφορούσε κυρίως αψιμαχίες. Έκτοτε, όμως, η κατάσταση έχει οξυνθεί, σε σημείο όπου μπορεί μόνο να περιγραφεί όχι απλώς ως εμπορικός πόλεμος αλλά ίσως ως ένας νέος ψυχρός πόλεμος, που αφορά παραδοσιακά εμπορικά ζητήματα, καθώς και ζητήματα ευρύτερης οικονομικής αντιπαλότητας ή και εθνικής ασφάλειας.

 

Ο φόβος για μια σημαντική παγκόσμια επιβράδυνση επηρεάζει τη νομισματική πολιτική, αν και ο επικεφαλής της Fed έχει υπογραμμίσει την περιορισμένη ικανότητα της κεντρικής τράπεζας να αντισταθμίσει τις επιπτώσεις του εμπορικού πολέμου. Εφεξής οι επιπτώσεις θα είναι πολύπλοκες και δύσκολα προβλέψιμες. Αν όντως ο Τραμπ προχωρήσει στις δασμολογικές αυξήσεις που λέει, οι τιμές θα αυξηθούν και κανονικά αυτό σημαίνει ότι η Fed θα πρέπει να αυξήσει τα επιτόκια. Αλλά η Fed δέχεται έντονη πολιτική πίεση από τον Τραμπ να μειώσει τα επιτόκια.

 

 

Οπότε, ας κάνω μια ακαδημαϊκίζουσα ερώτηση: ζούμε μια αλλαγή οικονομικού υποδείγματος τα τελευταία χρόνια;

Υπήρξε μια αλλαγή υποδείγματος – είναι κοινώς αποδεκτό ότι η εποχή του νεοφιλελευθερισμού έχει τελειώσει, ότι η παγκοσμιοποίηση και η κυριαρχία του χρηματοοικονομικού δεν απέφεραν τα υπεσχημένα, ότι οι αγορές από μόνες τους δεν είναι ούτε αποτελεσματικές ούτε σταθερές – και, βέβαια, δεν είναι δίκαιες ούτε δημιουργούν έστω και μια μετρίως αποδεκτή διανομή των εισοδημάτων.

 

Αν και ο Τραμπ και δημαγωγοί σε άλλες χώρες προωθούν το δόγμα του προστατευτισμού και του εθνικισμού, υπάρχει ελάχιστη θεωρητική υποστήριξη τέτοιων απόψεων, παρότι αυτές προσελκύουν σημαντική λαϊκή υποστήριξη.

 

Εκκρεμεί να δούμε εάν προκύψει μια νέα συναίνεση και, εφόσον αυτό συμβεί, ποια θα είναι. Μεγάλη μερίδα των Αμερικανών υποστηρίζει την προοπτική που αποκαλώ «προοδευτικό καπιταλισμό» και για την οποία έγραψα στο βιβλίο μου Άνθρωποι, ισχύς και κέρδη.

 

 

Και, τέλος, μια πολιτική ερώτηση: μπορούν οι κοινωνίες μας να επιβιώσουν από τις αλλαγές στην οικονομική πολιτική των τελευταίων ετών; Χωρίς να θέλω να ακουστώ μελοδραματικός, μπορούν οι δημοκρατίες να επιβιώσουν σε καταστάσεις όπου η ψήφος των πολιτών ακυρώνεται από τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το οικονομικό σύστημα (για να θυμηθούμε την ελληνική εμπειρία);

Οι αποτυχίες του οικονομικού μας συστήματος (τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη) έχουν προφανείς πολιτικές επιπτώσεις, που αντανακλώνται στην εκλογή του Τραμπ (αν και έχασε σε σύνολο ψήφων) και στην υποστήριξη δημαγωγών και φασιστών σε άλλες χώρες. Οι αλλαγές στην οικονομική πολιτική μπορούν μόνο να χειροτερέψουν την κατάσταση: η αβεβαιότητα που προκαλείται από τα καπρίτσια του Τραμπ στην οικονομία περιορίζει τις επενδύσεις και οδηγεί σε παγκόσμια επιβράδυνση. Και μεταξύ των θυμάτων θα είναι οι άνθρωποι που σίγουρα δεν υπηρετήθηκαν σωστά από την προηγούμενη ορθοδοξία.

 

Στις ΗΠΑ αυτά τα πολιτικά προβλήματα επιδεινώνονται από την ύπαρξη μόνο δύο κομμάτων, εκ των οποίων το Ρεπουμπλικανικό μοιάζει να ενδιαφέρεται περισσότερο για τη διατήρηση της εξουσίας (είτε μέσω εκλογικών λαθροχειριών, είτε μέσω αλλοίωσης της σύνθεσης του Ανώτατου Δικαστηρίου, είτε μέσω όποιου άλλου μέσου χρειαστεί) παρά για την προώθηση της δημοκρατίας, της καλής διακυβέρνησης ή μιας καλής οικονομίας. Όπως εξηγώ στο βιβλίο μου Άνθρωποι, ισχύς και κέρδη, η αντιπροσωπευτική δημοκρατία της πλειοψηφίας, που εγγυάται βασικά δικαιώματα για όλους, έχει αντικατασταθεί από μια μειοψηφία που είναι αποφασισμένη να παραμείνει κυρίαρχη. Αυτή η μειοψηφία δεν ενδιαφέρεται για τα ανθρώπινα δικαιώματα ή τη βούληση της μεγάλης πλειοψηφίας των ανθρώπων σε ζητήματα όπως ο έλεγχος της οπλοκατοχής, τα δικαιώματα των γυναικών, ο έλεγχος των τραπεζών, η πρόσβαση στην περίθαλψη, η κλιματική αλλαγή ή οι ανισότητες.

 

Leave a Comment