Ιχθυοκαλλιέργειες: ένας κλάδος που χάθηκε στη θάλασσα

Posted by economia 20/03/2020 0 Comment(s) Οικονομική Επιθεώρηση,

Οικονομική Επιθεώρηση, Mάρτιος 2020, τ. 992

ΓΑΛΑΖΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ της Ρίτας Ζαχαριάδου

 

 

 

 

 

 

Τσιπούρα και λαβράκι, δύο προϊόντα που σηματοδότησαν τη ραγδαία ανάπτυξη της ελληνικής ιχθυοκαλλιέργειας με την αυγή του 21ου αιώνα. Ένας κλάδος που δημιούργησε τεράστιες προσδοκίες και ανέδειξε την Ελλάδα σε πρωταγωνιστή του, καθώς μέσα σε μία δεκαετία πραγματοποίησε έσοδα που ξεπερνούσαν τα 350 εκατ. ευρώ ετησίως και δημιούργησε 6.500 νέες θέσεις εργασίας. Έγινε η πρώτη εξαγωγική δύναμη στον τομέα της αγροτικής μεταποίησης με εξαγωγές που ξεπερνούσαν τα 100 εκατ. ευρώ.

 

Ήταν κοινή η πεποίθηση πως η Ελλάδα μπορεί να γίνει ο ≪βιολογικός≫ τροφοδότης της Ευρώπης σε συνδυασμό της ιχθυοκαλλιέργειας με την οργανική γεωργία και κτηνοτροφία. Μάλιστα, με αφορμή την επιστημονική γνωμοδότηση της EFSA (αρμόδιο γνωμοδοτικό όργανο της ΕΕ για την ασφάλεια των τροφίμων), ελήφθησαν πρωτοβουλίες ώστε να αναδειχθούν τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του ελληνικού προϊόντος με τη συνεργασία και του ιατρικού κλάδου.

 

Για την περίοδο του 2020 ο Οργανισμός Τροφίμων και Ποτών του ΟΗΕ (FAO) και συγκεκριμένα το ειδικό τμήμα του για την αλιεία (Globefish) προβάλλει αισιόδοξα στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία αναμένεται μετά από καιρό η έναρξη της ανόδου για τις τιμές στο λαβράκι και την τσιπούρα. H εκτίμηση αυτή, εάν επιβεβαιωθεί, θα σημάνει το τέλος μιας μακρόχρονης πορείας διαρκούς πτώσης των τιμών, που συνέβαλε καθοριστικά στην εξαιρετικά δυσχερή οικονομική θέση στην οποία περιήλθε ο κλάδος στην Ελλάδα και οδήγησε στις γνωστές επιχειρηματικές ανακατατάξεις. Το γεγονός ότι παρατηρήθηκαν μειώσεις σε επίπεδο παραγωγής γόνων τσιπούρας και λαβρακίου, και κατά συνέπεια μειωμένη παραγωγή προϊόντων ιχθυοκαλλιέργειας, αφήνει μια χαραμάδα αισιοδοξίας, με την προϋπόθεση ότι οι επιχειρήσεις θα διασφαλίσουν την ελεγχόμενη προσαρμογή της ανάπτυξης της προσφοράς, ώστε να επέλθει η ισορροπία στην αγορά, σύμφωνα με την ίδια έκθεση.

 

Τα χαμηλά επίπεδα τιμών των τελευτίων ετών έχουν ευκρινές αποτύπωμα και στα οικονομικά μεγέθη των μεγαλυτέρων εταιρειών του κλάδου (Νηρεύς και Σελόντα). Επιπλέον, η περιορισμένη ρευστότητα υποχρεώνει τις εταιρείες να διατηρούν χαμηλά αποθέματα σε ψάρια.

 

Σύμφωνα με τον FAO Globefish, εκτιμάται ότι η Ελλάδα θα παραγάγει το 21% ποσοτήτων λαβρακίου και το 25% των ποσοτήτων τσιπούρας, ενώ τα ποσοστά της Τουρκίας αντίστοιχα κυμαίνονται σε 46% και 30%.

 

 

Ο κλάδος σήμερα

 

Στην Ελλάδα σήμερα είναι καταγεγραμμένες 66 επιχειρήσεις που λειτουργούν 320 μονάδες, οι οποίες απασχολούν συνολικά 10.000 άτομα. Ο έντονος εξαγωγικός χαρακτήρας του κλάδου αποτυπώνεται και στα μεγέθη, καθώς από τον συνολικό ετήσιο τζίρο των 550 εκατ. ευρώ η αξία του εξαγόμενου προϊόντος φτάνει τα 450 εκατ. ευρώ και απευθύνεται σε μια αγορά 32 χωρών.

 

Μεταξύ των πρωτοβουλιών που έχει αναλάβει η Ελληνική Οργάνωση Παραγωγών Υδατοκαλλιέργειας (ΕΛΟΠΥ) είναι και η δημιουργία του σήματος Fish from Greece, ενός νέου ιδιωτικού σήματος πιστοποίησης ώστε το προϊόν να περάσει στη συνείδηση του καταναλωτή και να ταυτιστεί με την υψηλή ποιότητα της ελληνικής ιχθυοκαλλιέργειας.

 

Στόχος είναι η ετήσια παραγωγή να φτάσει σε βάθος δεκαετίας στους 185.000 τόνους συνολικής αξίας της τάξης των 900 εκατ. ευρώ, με την προϋπόθεση ότι ο ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης θα είναι της τάξης του 4%.

 

 

Κλειστό επάγγελμα

 

Η ιχθυοκαλλιέργεια στην Ελλάδα συγκαταλέγεται στα ≪κλειστά επαγγέλματα≫, καθώς πανελλαδικά υπάρχουν μόλις 320 άδειες ίδρυσης και λειτουργίας μονάδας. Την περασμένη δεκαετία το 45% της εγχώριας παραγωγής παραγόταν κυρίως από τους ομίλους Νηρεύς, Σελόντα και Δίας, ενώ δεν χορηγούνταν νέες άδειες. Όσοι επενδυτές σήμερα επιθυμούν να εξασφαλίσουν άδεια λειτουργίας νέας παραγωγικής μονάδας για τσιπούρα και λαβράκι θα πρέπει να περάσουν υποχρεωτικά από τους ιδιοκτήτες των υφιστάμενων μονάδων. Μόνο μέσω εξαγοράς μπορούν να διασφαλίσουν επενδυτική δραστηριότητα στην ελληνική ενάλια γη.

 

 

Εισαγωγές στο ΧΑ

 

Στο διάστημα της αιχμής, της ανάπτυξης του κλάδου, έγινε εισαγωγή στο Χρηματιστήριο σημαντικού αριθμού εταιρειών. Η άμεση απασχόληση το 2010 έφτανε τους 10.000 εργαζομένους και ο κύκλος εργασιών ξεπερνούσε τα 500 εκατ. ετησίως, με αποτέλεσμα ο κλάδος να είναι το σημαντικότερο εξαγώγιμο αγροτικό προϊόν μετά από το βαμβάκι και το ελαιόλαδο. Το έτοιμο τελικό προϊόν έφτανε τους 120.000 τόνους, δηλαδή το 48-50% της συνολικής μεσογειακής παραγωγής, και οι γόνοι άγγιζαν τα 450.000.000 ιχθύδια, ποσοστό που έφτανε το 50% της συνολικής μεσογειακής παραγωγής.

 

Οι εταιρείες που ήταν εισηγμένες στο ΧΑ είχαν 38.000 μετόχους και ήταν οι εξής: Δίας, Seafarm, Ελληνικές Ιχθυοκαλλιέργειες, Σελόντα, Νηρέας, Γαλαξίδι, Interfish. Η συγκέντρωση που ακολούθησε τον κλάδο τα τελευταία χρόνια οφείλεται στα οικονομικά προβλήματα των εταιρειών, με συνέπεια πολλοί να οδηγηθούν σε έξοδο από αυτόν.
Ήδη από τα μέσα της περασμένης δεκαετίας πολλές εταιρείες ήταν ζημιογόνες, ενώ 2 στις 3 εταιρείες αντιμετώπισαν κάμψη των αποτελεσμάτων τους εξαιτίας των χαμηλών περιθωρίων κερδοφορίας. Το γεγονός δημιούργησε υψηλή εξάρτηση από εξωτερικές πηγές χρηματοδότησης και οφείλεται κυρίως στη φύση των εργασιών του κλάδου, καθώς οι ανάγκες σε κεφάλαια κίνησης είναι πολύ υψηλές με αποτέλεσμα να καταλήξουν οι βραχυπρόθεσμες δανειακές υποχρεώσεις να καλύπτουν πάνω από το 55% των συνολικών τους πωλήσεων.

 

Η διεθνής κρίση αποτέλεσε την αιχμή του δόρατος, όχι όμως και την πραγματική αιτία της κατάρρευσης και των εισηγμένων εταιρειών του κλάδου, που αντιμετώπιζαν εδώ από καιρό σοβαρά προβλήματα ρευστότητας. Ήρθε περίοδος όπου οι δανειακές υποχρεώσεις μόνο των Νηρέας, Σελόντα, Δίας ξεπερνούσαν τα 400 εκατ. ευρώ. Η μετοχοποίηση των δανείων αποτελούσε μια λύση την οποία ζητούσαν απεγνωσμένα οι εμπλεκόμενοι στον κλάδο. Από την άλλη, και οι τράπεζες αντιμετώπιζαν πλέον με φειδώ τον κλάδο εξαιτίας των μεγάλων δανειακών επιβαρύνσεων. Μεταξύ των βασικών υποστηρικτών του κλάδου ήταν την περίοδο εκείνη οι τράπεζες όπως Αγροτική, Alpha, Eurobank, Marfin, Εμπορική Γενική, κ.ά.

 

Την περίοδο εκείνη κάποιες εταιρείες, για να ανταποκριθούν στα χρέη, ξεκίνησαν για κάποιους μήνες να διαθέτουν ανεξέλεγκτες ποσότητες ψαριών στην αγορά, κάνοντας παράλληλα εισαγωγή μεγάλων ποσοτήτων από γειτονική χώρα και πουλώντας τα προϊόντα με ≪ανοιχτά τιμολόγια≫. Το αποτέλεσμα ήταν οι τιμές να κατρακυλήσουν κάτω από την τιμή κόστους, γεγονός που παρέσυρε κυριολεκτικά στον όλεθρο τον κλάδο και εξέθεσε το ίδιο το προϊόν και στη διεθνή αγορά. Ειδικά για τις εισηγμένες εταιρείες, οι ανελαστικές δαπάνες των οποίων δεν αφήνουν μεγάλα περιθώρια ελιγμών.

 

 

Πολλοί πίστευαν πως κρίση είναι και θα περάσει. Ωστόσο, τα προβλήματα ήταν δομικά, δεν ήταν συγκυριακά, και ουδείς πλέον ήταν σε θέση να σχολιάσει το μέλλον. Οι εταιρείες δεν μπορούσαν πλέον να εξαγοράσουν η μία την άλλη, διότι κάτι τέτοιο απλώς δεν συνέφερε. Τα χρέη ήταν πολλά και η υπερπροσφορά προϊόντων τη δεδομένη στιγμή δεν άφησε περιθώρια στον κλάδο να ορθοποδήσει, τουλάχιστον άμεσα. Η καλύτερη κίνηση ήταν η μεταξύ τους συνεργασία.

 

Η είσοδος την περίοδο εκείνη και των μεγάλων επενδυτικών σχημάτων, όπως της Global Finance στην Ανδρομέδα, της Jazan Devel των Aνδρέα Βγενόπουλου, Μίνωα Κυριακού, αλλά και άλλων τραπεζικών funds που έκαναν έντονη την παρουσία τους σε επιχειρηματικά σχήματα, δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα.

 

Παρά το μπαράζ των συγχωνεύσεων και την απορρόφησης μικρομεσαίων μονάδων από αντίστοιχες μεγαλύτερες για ενίσχυση του τζίρου, εντούτοις η περιορισμένη ρευστότητα οδήγησε σε δάνεια και υπερχρεώσεις που δύσκολα μπορούσαν να αναστραφούν. Σήμερα ο κλάδος δεν μονοπωλεί την Ευρώπη. Πολλές ανταγωνίστριες χώρες, κυρίως μεσογειακές, εξελίσσονται και προσφέρουν ανάλογα προϊόντα και μάλιστα ίδιων προδιαγραφών.

 

Κύρια επιδίωξη των εταιρειών του κλάδου εξακολουθεί και παραμένει ο περιορισμός του κόστους. Είναι χαρακτηριστικό ότι προς την κατεύθυνση αυτή κινούνται οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις, με στοχευμένες ενέργειες που αφορούν την παραγωγή (π.χ. ιχθυοτροφές, διαχείριση παραγωγικών εγκαταστάσεων), τα δίκτυα διανομής, την έρευνα και ανάπτυξη κ.ά. Ένας κλάδος που υποδηλώνει από μόνος ανάπτυξη, παλεύει σήμερα από την εσωτερική αδυναμία να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων.

 

 

 

 

Πώς φτάσαμε ως εδώ

 

Ένας επιστήμονας από τον κλάδο της ιχθυοκαλλιέργειας, ο βιολόγος-ιχθυολόγος Νίκος Αναγνόπουλος, σύμβουλος επί σειρά ετών των μεγαλυτέρων εταιρειών του κλάδου, μας δίνει τη δική του άποψη:

 

≪Χωρίς να παραγνωρίζεται η τόλμη ορισμένων Ελλήνων επιχειρηματιών στη δεκαετία του ‘80, η μετέπειτα πορεία του κλάδου των θαλάσσιων ιχθυοκαλλιεργειών χαρακτηρίζεται από έλλειψη ολοκληρωμένης στρατηγικής ανάπτυξης όπως:

• αδιαφορία για δημιουργία brand για το ελληνικό ψάρι ιχθυοκαλλιέργειας
• απουσία συστηματικής έρευνας αγοράς προϊόντων, αλλά και εφαρμοσμένης έρευνας
• απουσία έρευνας για δυνατές μειώσεις των συντελεστών κόστους παραγωγής.

 

Την περίοδο 1985-2010 είχαμε ένα φαινόμενο μεγέθυνσης και όχι ανάπτυξης του κλάδου, έναν γίγαντα με πήλινα πόδια. Σοβαρές είναι οι ευθύνες και του τραπεζικού κλάδου, που αρχικά στήριξε την ιχθυοκαλλιέργεια μέσω υπέρμετρου δανεισμού χωρίς αξιολόγηση σε βάθος των επιχειρήσεων, και το κυριότερο χωρίς να ελεγχθούν τα projects που ανέφεραν οι εταιρείες στα ενημερωτικά δελτία. Στη συνέχεια, την περίοδο της βαθιάς οικονομικής ύφεσης, οι τράπεζες έκλεισαν ασφυκτικά τις στρόφιγγες δανεισμού επί δικαίους και αδίκους. Η χαριστική βολή είχε δοθεί από την είσοδο πέντε εταιρειών στο ΧΑ, τέσσερις από τις οποίες στην πορεία έφτασαν στην κατάρρευση, με μόνη εξαίρεση την εταιρεία Γαλαξίδι.

 

Η τρίτη συνιστώσα του προβλήματος ήταν η θεσμική ανεπάρκεια της ελληνικής διοίκησης. Ένα ελλιπές και αναχρονιστικό θεσμικό πλαίσιο, που δεν παρακολουθούσε τις εξελίξεις στον κλάδο διεθνώς, οδήγησε επί σειρά ετών να επικρατεί ένα καθεστώς ημιπαρανομίας ή/και ασυδοσίας ορισμένων επιχειρήσεων με άμεση επίπτωση στις αγορές των προϊόντων.

 

Η κατάρρευση των εταιρειών που αντιπροσωπεύουν το 75% της ελληνικής υδατοκαλλιέργειας με κοινή ευθύνη όλων (επιχειρηματιών, τραπεζών, Δημοσίου) άνοιξε τον δρόμο για την ανάταξη του κλάδου. Παρά την καθυστέρηση από τις συστημικές τράπεζες για τη μετάβαση σε νέα επιχειρηματικά σχήματα, τα θετικά σημεία που μπορώ να διακρίνω σήμερα που φθάσαμε στην ολοκλήρωση είναι:

• η δημιουργία μετά από πολλά χρόνια νέων επιχειρηματικών σχημάτων με την είσοδο νέων προσώπων με νέες ιδέες
• η ίδρυση ενός συλλογικού οχήματος με τη μορφή Οργάνωσης Παραγωγών, της ΕΛΟΠΥ, με στόχο το χτίσιμο ενός brand για το ελληνικό ψάρι ιχθυοκαλλιέργειας, το Fish from Greece, και η διεύρυνσή του στις εγχώριες και διεθνείς αγορές.

 

Οι υδατοκαλλιέργειες μπορούν να αποτελέσουν πυλώνα ανάπτυξης της χώρας, εφόσον γίνουν μεθοδικά βήματα την επόμενη διετία. Βασική προϋπόθεση είναι οι τράπεζες να εφαρμόσουν μια ορθή πολιτική πιστώσεων στις επιχειρήσεις του κλάδου, με σαφή κριτήρια βιωσιμότητας, και η δημόσια διοίκηση, εφαρμόζοντας πιστά τον ελεγκτικό της ρόλο, να εκσυγχρονίσει με γρήγορους ρυθμούς το θεσμικό πλαίσιο, ώστε να διασφαλίζονται οι όροι ανταγωνισμού. Ανάλογες πρωτοβουλίες θα αναζωογονήσουν τις υφιστάμενες επιχειρήσεις και θα προσελκύσουν νέους επενδυτές.

 

Leave a Comment