Η ζωή μετά τον λιγνίτη στο... Ρουρ της Ελλάδας

Posted by economia 14/05/2020 0 Comment(s) Οικονομική Επιθεώρηση,

Οικονομική Επιθεώρηση, Μάιος 2020, τ. 994

KΛΙΜΑΤΙΚΗ ΑΛΛΑΓΗ της Συμέλας Τουχτίδου

 

 

 

 

 

 

Εκτιμήσεις για ετήσια ζημιά έως 2,5 δισ. ευρώ και αφανισμό 26.000 θέσεων εργασίας – σχέδιο ανάκαμψης της περιοχής προωθεί η κυβέρνηση

 

 

 

 

To 2023 τελειώνει μια ιστορία σχεδόν 70 ετών στην Ελλάδα. Είναι η ιστορία του λιγνίτη, του «μαύρου χρυσού», όπως τον αποκαλούν στη Δυτική Μακεδονία. Ο λιγνίτης άλλαξε τη ζωή των ελληνικών κοινοτήτων όχι μόνο στις περιοχές όπου εντοπίστηκε, αλλά σε ολόκληρη τη χώρα.

Την άλλαξε προς το καλύτερο, αν και οι επιπτώσεις στη δημόσια υγεία και το περιβάλλον ήταν κάθε άλλο παρά αμελητέες. Ο λιγνίτης ήταν το καύσιμο με το οποίο «έτρεξε» η ελληνική εκβιομηχάνιση και ο εκσυγχρονισμός της χώρας.

Μάλιστα η Ελλάδα υπήρξε πρωτοπόρος, αφού ήταν από τις λίγες που χρησιμοποίησαν τόσο χαμηλής ποιότητας άνθρακα για μαζική παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Ο λιγνίτης θεωρείται ο χαμηλότερου βαθμού άνθρακας. Η ραγδαία ανάπτυξη των λιγνιτορυχείων της ΔΕΗ έφτασαν την Ελλάδα στη δεύτερη θέση σε παραγωγή λιγνίτη στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην πέμπτη στον κόσμο (πηγή: Τμήμα Γεωλογίας ΑΠΘ).

Στις αρχές του 21ου αιώνα ο λιγνίτης έφτασε να παράγει έως και το 70% της ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλωνόταν στην Ελλάδα. Σύντομα όλα αυτά θα είναι ιστορία.

 

 

 

 

Λουκέτο σε όλες τις λιγνιτικές μονάδες

 

Ο λιγνιτικός «στρατός» περιλαμβάνει 14 μονάδες σε έξι συγκροτήματα. Τα τέσσερα βρίσκονται στη Δυτική Μακεοδονία (σε Αγ. Δημήτριο, Καρδιά, Αμύνταιο και Μελίτη) και δύο λειτουργούν στην Πελοπόννησο (Μεγαλόπολη Α και Β).

Σε όλα αυτά θα μπει λουκέτο. Η αρχή γίνεται με τη Μελίτη και το Αμύνταιο και θα ακολουθήσουν Καρδιά, Άγιος Δημήτριος και Μεγαλόπολη. Μόνο η Πτολεμαΐδα 5 θα μείνει ανοιχτή – και αυτό γιατί ακόμα βρίσκεται υπό κατασκευή, με κόστος που αγγίζει τα 1,5 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ αναζητείται τρόπος μετατροπής της ώστε να μπορεί να αξιοποιηθεί στη μεταλιγνιτική εποχή και μην πεταχτούν τα κεφάλαια κατασκευής της στα σκουπίδια.

Η απόφαση της κυβέρνησης έγινε για πρώτη φορά γνωστή από το βήμα της Διάσκεψης για το Κλίμα του ΟΗΕ, στη Βαρκελώνη. Εκεί, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης ανακοίνωσε ότι στο πλαίσιο συμμόρφωσης της χώρας με τις επιταγές της «πράσινης ανάπτυξης», οι λιγνιτικές μονάδες θα πάψουν να λειτουργούν.

«Για εμάς δεν είναι απλώς μια υποχρέωση, αλλά μια ευκαιρία», δήλωσε ο Έλληνας πρωθυπουργός. «Έχουμε ήδη εκπληρώσει τους στόχους μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου για το 2020. Παράγουμε το 20% της ηλεκτρικής μας ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και σκοπεύουμε να φτάσουμε στο 35% έως το 2030.»

Για να ολοκληρωθεί η μετάβαση στη μεταλιγνιτική εποχή έδωσε περιθώριο οκτώ ετών. Έως το 2028. Στα τέλη Δεκεμβρίου του 2019 έγινε η παρουσίαση του Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα. Το 2028 έγινε 2023.

 

 

 

 

Προστασία του περιβάλλοντος και διάσωση της ΔΕΗ

 

Στην παρούσα συγκυρία, η προστασία του περιβάλλοντος συμπίπτει με τη διάσωση του εθνικού ηλεκτροδότη. Ο λιγνίτης αποτελεί, πλέον, τον κοινό τους εχθρό. Για το περιβάλλον, οι επιπτώσεις καύσης λιγνίτη είναι γνωστές εδώ και δεκαετίες. Για τη βιωσιμότητα της ΔΕΗ, όμως, τα δεδομένα άλλαξαν πρόσφατα. Από φθηνό και άφθονο εγχώριο καύσιμο, ο λιγνίτης έχει εξελιχθεί σε ακριβό και μη αποδοτικό.

Αιτία το Ευρωπαϊκό Σύστημα Ανταλλαγής Δικαιωμάτων Εκπομπών Αερίων Θερμοκηπίου (ETS), η ναυαρχίδα της ευρωπαϊκής πολιτικής για τον περιορισμό των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Το ETS προβλέπει ότι οι εταιρείες που ξεπερνούν τα επιτρεπτά όρια εκπομπών θα «αγοράζουν» το δικαίωμα να μολύνουν περισσότερο καταβάλλοντας το ανάλογο τίμημα. Για τη ΔΕΗ, το τίμημα αυτό ανήλθε στα 200 εκατομμύρια ευρώ το 2018. Για το 2019 το Υπουργείο Ενέργειας εκτιμά ότι ο λογαριασμός θα φτάσει τα 300 εκατομμύρια – και φέτος ίσως αυξηθεί ακόμα περισσότερο.

Με δεδομένα τα οικονομικά προβλήματα της ΔΕΗ, το κόστος αυτό είναι απαγορευτικό, εάν η επιχείρηση σκοπεύει να μείνει βιώσιμη. Σε συνέντευξη που έδωσε πρόσφατα στο euronews, ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Κωστής Χατζηδάκης ξεκαθάρισε ότι το δίλημμα είναι πολύ συγκεκριμένο: αν η ΔΕΗ συνεχίσει να καίει λιγνίτη, προς ικανοποίηση των τοπικών κοινωνιών, το κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας θα αυξηθεί. Φυσική συνέπεια θα είναι το αυξημένο κόστος να μετακυλισθεί στους καταναλωτές με γενικευμένη αύξηση των τιμολογίων.

«Ο πολύς κόσμος δεν ξέρει ότι τα τελευταία χρόνια η ΔΕΗ ξεκίνησε να χάνει –και μάλιστα πολλά λεφτά– εξαιτίας του λιγνίτη», τόνισε ο υπουργός Περιβάλλοντος. «Δεν μπορούμε να παραμένουμε απαθείς και για τον πρόσθετο λόγο ότι η ΔΕΗ δεν είναι μια εταιρεία που άνετα κινείται από οικονομικής πλευράς. Το καλοκαίρι ήταν στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Πήραμε μια σειρά από μέτρα ενίσχυσης της ταμειακής της ρευστότητας, αλλά δεν μπορούμε να την αφήσουμε να σηκώνει αυτό το βάρος για πολλά χρόνια, γιατί δεν θα μπορέσει να τα καταφέρει.»

 

 

 

 

Το νέο Μάντσεστερ της Ευρώπης

 

Στη Δυτική Μακεδονία, που ζει και αναπνέει κυριολεκτικά με τον λιγνίτη, η κυβερνητική απόφαση για λουκέτο το 2023 προκάλεσε οργή και αγανάκτηση. Επιχειρήσεις και εργαζόμενοι, παρότι βλέπουν εδώ και χρόνια ότι η λιγνιτική βιομηχανία συρρικνώνεται, εξαρτώνται ακόμα σε καθοριστικό βαθμό από αυτήν. Σύμφωνα με στοιχεία της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, το 40-45% του ΑΕΠ της περιοχής κινείται γύρω από τον λιγνίτη. Στη ΔΕΗ, τον μεγαλύτερο και καλύτερο εργοδότη της περιοχής, οι εργαζόμενοι έχουν περιοριστεί σε 3.700. Γύρω από τις δραστηριότητες της ΔΕΗ κινείται ένα δίκτυο επιχειρηματικότητας που απασχολεί συνολικά 25.000 εργαζομένους.

Μελέτη του ΤΕΕ Δυτικής Μακεδονίας έχει αποδείξει ότι για κάθε μία θέση εργασίας που χάνεται στη ΔΕΗ τουλάχιστον 3 ακόμα επηρεάζονται αρνητικά. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα των ορυχείων Σερβίων. Η λειτουργία τους εξαρτάται αποκλειστικά από τον ΑΗΣ Μελίτης. Σύμφωνα με την Επιτροπή Στήριξης της Λειτουργίας των Ορυχείων Σερβίων που έχουν συστήσει εργαζόμενοι και εργολάβοι, στα δύο ορυχεία απασχολούνται άμεσα περίπου 400 εργαζόμενοι και επιπλέον 1.000 θέσεις εργασίας επηρεάζονται από τη λειτουργία των δύο ορυχείων. Οι ίδιοι υποστηρίζουν ότι «αν δεν υπάρχουν τα δύο ορυχεία, η περιοχή θα σβήσει κυριολεκτικά».

Ο πρόεδρος των εργαζόμενων της ΔΕΗ, Γιώργος Αδαμίδης, σε ανοιχτή επιστολή του προειδοποίησε ότι η Δυτική Μακεδονία κινδυνεύει να γίνει το νέο Μάντσεστερ της Ευρώπης. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά: «Στις 6 Μαρτίου του 1984 η νεοφιλελεύθερη Μάργκαρετ Θάτσερ ανακοινώνει το κλείσιμο 20 ορυχείων, χαρακτηρίζοντάς τα ζημιογόνα, γεγονός που σημαίνει ότι 20.000 εργαζόμενοι θα μείνουν χωρίς δουλειά. Τον ίδιο μήνα το Βρετανικό Κοινοβούλιο εγκρίνει διατάξεις για πρόωρη συνταξιοδότηση των εργαζομένων που βρίσκονται σε ηλικία άνω των 50 ετών, ενώ για τους νεότερους προβλέπεται απόλυση, λαμβάνοντας ως αποζημίωση 1.000 λίρες για κάθε χρόνο εργασίας. Δυστυχώς, (οι υπουργοί της κυβέρνησης) δεν έχουν αντιληφθεί ότι η Δυτική Μακεδονία και η Αρκαδία κινδυνεύουν να έχουν την τύχη που είχε το Μάντσεστερ πριν από τριάντα πέντε χρόνια. Εσωτερική μετανάστευση και τεράστιο κοινωνικό κόστος, το οποίο τελικά πλήρωσαν πολύ ακριβά δύο γενιές».

Η επιχειρηματολογία του προέδρου των εργαζομένων της ΔΕΗ στηρίζεται, εν μέρει, στην έκθεση του ΤΕΕ Δ. Μακεδονίας με τίτλο «Εκτίμηση του κόστους μετάβασης της Δυτικής Μακεδονίας σε καθεστώς χαμηλής λιγνιτικής παραγωγής». Η έκθεση εκπονήθηκε το 2012 και επικαιροποιήθηκε πρόσφατα.

Στο κεφάλαιο «Οι ασύμμετρες απειλές για τη Δυτική Μακεδονία» αναφέρονται τα εξής:

«Η μείωση της λιγνιτικής παραγωγής θα θέσει σε καθεστώς περιθωριοποίησης και αναπτυξιακής υστέρησης μια ολόκληρη περιφέρεια. Απεξάρτηση από τους λιγνίτες χωρίς εναλλακτική αναπτυξιακή προοπτική για τη Δυτική Μακεδονία σημαίνει εκρηκτική αύξηση της ήδη πολύ υψηλής ανεργίας, απαξίωση επενδύσεων δισεκατομμυρίων ευρώ, απεμπόληση μιας συσσωρευμένης τεχνογνωσίας δεκαετιών, πυροδότηση της εσωτερικής αλλά και εξωτερικής μετανάστευσης, διατάραξη του κοινωνικού και οικονομικού ιστού μιας ολόκληρης περιφέρειας. Επιπτώσεις δηλαδή οι οποίες προβλέπονται για τα στενά γεωγραφικά όρια της Δυτικής Μακεδονίας (local effect).

Κατά συνέπεια, αποτυπώνεται κατ’ αρχήν έντονα μια σαφέστατη αναντιστοιχία μεταξύ του εθνικού ή πλανητικού οφέλους και του τοπικού κόστους.

Επιπλέον, σε αντιδιαστολή με τα μέτρα ελέγχου των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, τα οποία έχουν οριζόντια και καθολική επίπτωση στο σύνολο της χώρας μας, η απόσυρση των λιγνιτικών μονάδων στοχοποιεί συγκεκριμένη Περιφέρεια, αυτή της Δυτικής Μακεδονίας.

Οι διεθνείς εμπειρίες είναι υπαρκτές και ιδιαίτερα ευανάγνωστες. Στην Αγγλία και την Ουαλία, οι 90.000 θέσεις εργασίας που χάθηκαν το 1987 λόγω της διακοπής παραγωγής άνθρακα παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των κυβερνώντων δεν ξαναδημιουργήθηκαν ποτέ.

Στην περιοχή του Lausitz της Γερμανίας, στο διάστημα 1990-2000 η παραγωγή λιγνίτη μειώθηκε κατά 70%, με αποτέλεσμα να χαθεί μεγάλο μέρος των άμεσων θέσεων εργασίας. Η ανεργία στην περιοχή, σε αντίθεση με τις υποθέσεις και τα αισιόδοξα σενάρια της τοπικής κυβέρνησης, δεν μπόρεσε να τιθασευτεί αποτελεσματικά, δεδομένου ότι ολόκληρη την επόμενη δεκαετία ξεπερνούσε το 21%.

Στην περιοχή του Ruhr της Γερμανίας, η αναδιάρθρωση της εξορυκτικής βιομηχανίας και οι εκτεταμένες εισαγωγές λιθάνθρακα οδηγούν τα ποσοστά ανεργίας στο 14,5%, σταθερά σχεδόν σε διπλάσιο ποσοστό από το μέσο εθνικό. Παράλληλα, ενώ το διάστημα 1992-2002 στο Ομόσπονδο Γερμανικό Κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας υπήρξε αύξηση του πληθυσμού κατά 64.000 κατοίκους, η περιοχή του Ruhr απώλεσε λόγω μετανάστευσης 122.000 κατοίκους με προφανείς τις μεσοπρόθεσμες αρνητικές επιπτώσεις αναφορικά με την ανάκαμψη της τοπικής οικονομίας».

 

 

 

 

Υπάρχει σχέδιο;

 

 

Το σημείο-κλειδί στο παραπάνω απόσπασμα είναι η αναφορά σε «εναλλακτική αναπτυξιακή προοπτική για τη Δυτική Μακεδονία».

Η υποχρέωση για «δίκαιη μετάβαση» στην επόμενη μέρα για τις περιοχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης που πλήττονται από την απολιγνιτοποίηση αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας.

«Ο μετασχηματισμός που επίκειται δεν έχει προηγούμενο», παραδέχθηκε η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν από τις Βρυξέλλες, συμπληρώνοντας: «Θα λειτουργήσει μόνον αν είναι δίκαιος – και αν είναι προς όφελος όλων. Θα στηρίξουμε τους πολίτες μας και τις περιφέρειές μας που πρέπει να καταβάλουν μεγαλύτερες προσπάθειες γι’ αυτό τον μετασχηματισμό, ώστε να διασφαλίζουμε ότι κανείς δεν μένει στο περιθώριο».

Για τη Δυτική Μακεδονία, οι εκτιμήσεις είναι ότι η απολιγνιτοποίηση θα στοιχίσει από 1 έως 2,5 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως και θα αφανίσει συνολικά 26.000 θέσεις εργασίας.

Στην Αθήνα, το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας διαβεβαιώνει ότι η μετάβαση θα είναι ομαλή. Έχει ήδη ανακοινωθεί ένα πρώτο πακέτο μέτρων, που προβλέπει:

 

 

1. Κατασκευή φωτοβολταϊκών πάρκων ισχύος 2 GW στα λιγνιτικά πεδία της ΔΕΗ

2. Συμφωνία των ΕΛΠΕ με μεγάλη γερμανική εταιρεία για φωτοβολταϊκό σταθμό ισχύος 205 MW στην περιοχή της Κοζάνης

3. Αυτοχρηματοδοτούμενο πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου για τους εργαζομένους της ΔΕΗ

4. Ταχεία έναρξη των εργασιών αποκατάστασης των λιγνιτωρυχείων, εν είδει δραστηριότητας-«γέφυρας», ιδίως για τους εργολαβικούς εργαζομένους

5. Ανάπτυξη των δικτύων φυσικού αερίου-τηλεθέρμανση

6. Προσαρμογή του χωροταξικού σχεδιασμού στις σχεδιαζόμενες χρήσεις των εδαφών

7. Διατήρηση του εκπτωτικού τιμολογίου της ΔΕΗ για τις λιγνιτικές περιοχές (ΠΟΤ)

8. Επιχορήγηση ύψους 60 εκατ. ευρώ από το Πράσινο Ταμείο

9. Δημιουργία μονάδας ηλεκτροπαραγωγής με καύση απορριμμάτων (waste-to-energy) σε συνεργασία με τον τοπικό ΦΟΔΣΑ

10. Αναβάθμιση του ρόλου του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας

11. Ειδικά φορολογικά κίνητρα και φοροαπαλλαγές σε συνεννόηση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή

 

 

Επίσης, στις αρχές Φεβρουαρίου η ΔΕΗ μετέφερε στους ειδικούς λογαριασμούς των Περιφερειακών Ενοτήτων Κοζάνης, Φλώρινας και Αρκαδίας κονδύλια ύψους 34,6 εκατομμυρίων ευρώ από τον λιγνιτικό πόρο. Το συνολικό master plan για την επόμενη μέρα της απολιγνιτοποίησης έχει ξεκινήσει να καταρτίζεται. Σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα του Υπουργείου Περιβάλλοντος, το master plan θα δοθεί σε δημόσια διαβούλευση τον Ιούνιο. Θα λάβει την οριστική του μορφή στα τέλη του καλοκαιριού, ώστε η υλοιποίησή του να ξεκινήσει εντός του έτους.

 

Σύμφωνα με τις πληροφορίες από το Υπουργείο, θα προβλέπει ανάπτυξη των εξής τομέων:

 

·      ενέργειας, όπου ο λιγνίτης θα αντικατασταθεί από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας

·      εναλλακτικής βιολογικής γεωργίας

·      αγροτουρισμού

·      βιομηχανίας

 

Την ίδια ώρα, δικό της σχέδιο για την επόμενη μέρα ετοιμάζει και η Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας. Ο «γαλάζιος» Γιώργος Κασαπίδης δεν διστάζει να παραδεχθεί ότι αιφνιδιάστηκε από τις κυβερνητικές ανακοινώσεις. Επίσης, καταγγέλλει ότι στο γραφείο του δεν βρήκε ούτε μισή σελίδα προτάσεων για την επόμενη μέρα. Τώρα προσπαθεί να καταρτίσει ένα σχέδιο, που πιστεύει ότι πρέπει να έχει στον πυρήνα του τη διατήρηση της ενεργειακής ταυτότητας της Δυτικής Μακεδονίας. Στόχος είναι η Περιφέρεια να παραμείνει παραγωγός ενέργειας, αξιοποιώντας έτσι ανθρώπινο και επενδυτικό κεφάλαιο που έχει τοποθετηθεί στην περιοχή εδώ και δεκαετίες.

 

Σύμφωνα με τον Γ. Κασαπίδη, οι εναλλακτικές για τον λιγνίτη μπορεί να είναι:

 

·      ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ, αιολική και ηλιακή)

·      θερμικά φωτοβολταϊκά

·      τεχνολογίες υδρογόνου

·      τεχνολογίες γεωθερμίας

 

 

 

 

 

Ναι μεν, αλλά…

 

Καμία από τις παραπάνω προτάσεις δεν καθησυχάζει τους χιλιάδες εργαζομένους, που τους τελευταίους μήνες είναι στα κάγκελα. Γεγονός που αποδεικνύεται από τη «θερμή» υποδοχή που επιφύλαξαν στους υπουργούς Περιβάλλοντος και Ανάπτυξης, Κ. Χατζηδάκη και Α. Γεωργιάδη αντίστοιχα, όταν οι τελευταίοι επισκέφτηκαν την Πτολεμαΐδα για να μετάσχουν σε ημερίδα για την επόμενη μέρα της ΔΕΗ.

Στις καθησυχαστικές δηλώσεις των ιθυνόντων για το ανθρώπινο κόστος της απολιγνιτοποίησης αντιπαραθέτουν συγκεκριμένα δεδομένα:

 

  • Οι θέσεις εργασίας κατά την αποκατάσταση των λιγνιτωρυχείων είναι χαμηλής εξειδίκευσης και αντιστοίχως χαμηλών αποδοχών. «Αυτοί που τώρα σκάβουν αύριο θα σκεπάζουν», διαβεβαιώνουν οι υπουργοί Περιβάλλοντος και Ανάπτυξης. Όμως, τα σωματεία των εργαζομένων τονίζουν ότι οι θέσεις αυτές σε καμία περίπτωση δεν αξιοποιούν την τεχνογνωσία και την εμπειρία των εργαζομένων στην ενεργειακή αλυσίδα.
  • Οι θέσεις εργασίας κατά τη λειτουργία των μονάδων ΑΠΕ είναι ελάχιστες και σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται να καλύψουν τις χιλιάδες που θα «σβήσουν» μαζί με τον λιγνίτη.
  • Ένα μεγάλο μέρος των εργαζομένων στη ΔΕΗ όντως θα συνταξιοδοτηθεί με προγράμματα εθελουσίας εξόδου. Υπάρχει όμως και ένα ικανό μέρος νέων ανθρώπων, με υψηλή εξειδίκευση, στο οποίο δεν θα δοθεί άλλη εναλλακτική από μία θέση στο Δημόσιο, ανεξαρτήτως ειδικότητας. Η θέση αυτή μπορεί να είναι σε οποιαδήποτε Περιφέρεια της Ελλάδας.
  • Οι προτάσεις για εναλλακτική γεωργία και αγροτουρισμό είναι ανεφάρμοστες, αφού η Δυτική Μακεδονία δεν διαθέτει γεωγραφικό ανάγλυφο που να επιτρέπει συστηματική και αποδοτική καλλιέργεια σε μεγάλη κλίμακα.
  • Οι προτάσεις για ανάπτυξη άλλων βιομηχανιών σκοντάφτουν σε πολύ συγκεκριμένα προσκόμματα: δεν υπάρχουν χωροθετημένες βιομηχανικές ζώνες, δεν υπάρχουν βασικές υποδομές, όπως μεγάλο αεροδρόμιο και σιδηρόδρομος, το κόστος του αυτοκινητόδρομου είναι υψηλό.

 

 

Επίσης, η Δυτική Μακεδονία, εφησυχασμένη χάρη στα υψηλά εισοδήματα που έδινε μέχρι πρόσφατα η ΔΕΗ, δεν έχει αναπτύξει κουλτούρα επιχειρηματικότητας. Είναι χαρακτηριστική η αναφορά του περιφερειάρχη Γ. Κασαπίδη ότι η Δ. Μακεδονία κατέχει μία από τις τελευταίες θέσεις σε επιχειρηματικότητα, καινοτομία και απορρόφηση κοινοτικών κονδυλίων στις σχετικές μετρήσεις της Eurostat.

«Μια κοινωνία χάνει τον μεγαλύτερο εργοδότη της. Είναι μια πρόκληση που μοιάζει τεχνικά αδύνατη να αναπληρωθεί, δεν έχουν καταγραφεί πουθενά ανάλογα νούμερα. 26.000 θέσεις εργασίας και 2,5 δισεκατομμύρια οικονομική δραστηριότητα»: η παραδοχή του Γ. Κασαπίδη σε εκδήλωση παρουσίασης τεχνολογιών υδρογόνου περιγράφει τον αρμαγεδδώνα που με γοργά βήματα πλησιάζει τα χώματα της Δυτικής Μακεδονίας.

Το Υπουργείο Περιβάλλοντος διαβεβαιώνει ότι ο χρόνος είναι αρκετός για να τον σταματήσει. Μένει να αποδειχθεί.

Leave a Comment

 .