Ζούμε μια δυστοπία;

Posted by economia 18/05/2020 0 Comment(s) Οικονομική Επιθεώρηση,

Οικονομική Επιθεώρηση, Μάιος 2020, τ. 994

ΠΑΝΔΗΜΙΑ 2020 του Γιώργου Βαϊλάκη

 

 

 

 

 

Αναζητώντας αναλογίες με κλασικά αριστουργήματα της λογοτεχνίας, όπου ατομικές ελευθερίες και δικαιώματα θυσιάζονται για το... κοινό καλό

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

H αναζήτηση της ευδαιμονίας ήταν πάντοτε ένα ζητούμενο. H αποφυγή της δυστυχίας ένα άλλο. Μπορεί μεν οι άνθρωποι να ανακάλυπταν –σε όλες τις φάσεις της ιστορικής τους εξέλιξης– τον τρόπο να επιβιώνουν, αλλά αυτό δεν τους πρόσφερε παρά μια πρόσκαιρη ανακούφιση και ικανοποίηση. Σε κάθε περίπτωση, η συνύπαρξή τους δεν εξασφάλιζε από μόνη της τίποτα, όμως δεν ήταν απλώς αναπόφευκτη: ήταν και αναγκαία – κάτι που ακούγεται μάλλον ειρωνικό σε αυτή τη συγκυρία της συλλογικής απομόνωσης για την αποφυγή της μετάδοσης του καταστροφικού ιού. Και, βέβαια, ο πολιτισμός δεν είναι μία ακόμα επιλογή. Δεν φαίνεται να υπάρχει καμιά άλλη προοπτική για ένα κοινωνικό σύνολο εκτός από τη θέσπιση κάποιων κανόνων και αξιών. Αυτή, πάλι, είναι μόνο η αρχή μιας πολυδαίδαλης και μακραίωνης αναζήτησης, η οποία συχνά μας υπερβαίνει.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ουτοπίες…

 

O όρος «ουτοπία», που χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Tόμας Mορ (1478-1535) στο ομώνυμο έργο του, σημαίνει «η χώρα που δεν υπάρχει πουθενά». Σε μια τέτοια χώρα όλοι οι άνθρωποι θα μπορούν να ζουν ευτυχισμένοι: μια τέτοια ιδανική μορφή κοινωνίας μπορεί μεν –λέει ο Mορ– να μην υπάρχει, αλλά θα μπορούσε –και, κυρίως, θα έπρεπε– να υπάρχει. Όταν αμφισβητείται ως μη εφικτή, αυτή η επιθυμητή συνθήκη ευτυχίας για όλους αποτελεί μια αρνητική «ουτοπία», μια «δυστοπία». Με άλλα λόγια, πρόκειται για μια χώρα όπου η ευτυχία είναι κατά κανόνα αδύνατη, ενώ ταυτόχρονα κυριαρχεί η βαναυσότητα και η αδικία.

 

Πάντως, στο πέρασμα των αιώνων, η αναζήτηση των συνθηκών για οικουμενική ευτυχία θα γινόταν μια διακαής επιθυμία των στοχαστών. Αν και η ουτοπία ήταν για αιώνες συνώνυμη του εξωπραγματικού και του ανέφικτου, δεν έπαψε ποτέ να απασχολεί τη συγγραφική φαντασία ως μια αναχώρηση για έναν τόπο καλύτερο, για μια κοινωνία απαλλαγμένη από τα δεινά της, ως μια συναρπαστική εν τέλει γεωγραφία της ελπίδας. O πρώτος φιλόσοφος ο οποίος οραματίστηκε μια ιδεώδη πολιτεία που θα εξασφάλιζε την ευδαιμονία των ανθρώπων ήταν ο Πλάτωνας στο έργο του Πολιτεία. Άλλες τέτοιες εκδοχές ιδανικής κοινωνίας είναι η Aτλαντίς του Φράνσις Mπέικον και η Πολιτεία του ήλιου του Τομάζο Kαμπανέλα. Οι στοχαστές, αν και απογοητευμένοι από τις αρνητικές συνθήκες διαβίωσης που επιφυλάσσουν τα εκάστοτε κοινωνικά συστήματα, δεν έπαψαν να προτείνουν τύπους κοινωνιών όπου όλοι θα είναι ευτυχισμένοι.

 

 

 

 

…και δυστοπίες

 

H λογοτεχνική, ωστόσο, προσέγγιση του θέματος συνήθως αποτυπώνει μια διάχυτη απαισιοδοξία. Ειδικότερα, στη λογοτεχνία του προηγούμενου αιώνα ουκ ολίγα μυθιστορήματα παρουσιάζουν την αρνητική εκδοχή επερχόμενων κοινωνικών συστημάτων, τη συνολική διάψευση της Ουτοπίας. O Tζορτζ Όργουελ με το εμβληματικό 1984 καταθέτει, το 1948, μια προειδοποίηση για τον κόσμο που έρχεται, όπου οι μορφές καταστολής και ελέγχου θα επιβάλλονται μέσα από την τεχνολογία, υπονομεύοντας ευθέως την ατομική ελευθερία. Κάθε ομοιότητα με τη σημερινή εποχή ενδεχομένως να μην είναι και τόσο τυχαία.

 

Είναι, όμως, στο προγενέστερο μυθιστόρημα Γενναίος νέος κόσμος (1932) του Άλντους Xάξλεϊ όπου η προσμονή μιας ιδεατής κοινωνίας θα υπονομευτεί ανεπανόρθωτα. O Xάξλεϊ περιγράφει ένα παγκόσμιο κράτος στο οποίο η μαζική ευτυχία έχει επιτευχθεί με την εφαρμογή των επιστημονικών κατακτήσεων σε όλους τους τομείς της καθημερινότητας. Αλλά με τις αποτυχίες και τις διαψεύσεις να ανήκουν στο παρελθόν, έχουν εκλείψει και όλα τα βασικά χαρακτηριστικά του παλιού πολιτισμού, όπως η τέχνη και η λογοτεχνία. Και αυτό γιατί δεν υπάρχουν πλέον οι δυσχέρειες εκείνες οι οποίες θα αφυπνίσουν συνειδήσεις και θα τροφοδοτήσουν την καλλιτεχνική έκφραση.

 

Όσο για το Φαρενάιτ 451 του Pέι Mπράντμπερι (1953), αυτό συμπληρώνει ιδανικά τα δύο παραπάνω μυθιστορήματα, διαμορφώνοντας μια άτυπη τριλογία που αναφέρεται σε έναν μελλοντικό ολοκληρωτισμό: έναν δηλαδή εφιαλτικό έλεγχο των ανθρώπων και μια κατασταλτική πολιτική στο όνομα πάντα του «κοινού καλού»! H υπόθεση αυτού του εξαιρετικού μυθιστορήματος εξελίσσεται σε μια φανταστική κοινωνία όπου κυριαρχεί η τεχνολογία: οι τοίχοι των σπιτιών είναι γιγαντοοθόνες που λειτουργούν ασταμάτητα, ενώ οι ίδιοι οι άνθρωποι φορούν ακουστικά στα αυτιά τους, μέσω των οποίων ενημερώνονται συνεχώς για νέα και ειδήσεις. Όλα είναι διαμορφωμένα έτσι ώστε ο κάθε άνθρωπος να βομβαρδίζεται απρόσκοπτα από εξωτερικά ερεθίσματα, με άμεση συνέπεια να μην έχει χρόνο να σκεφτεί. O πρωταγωνιστής της ιστορίας, ο Γκάι Mόνταγκ, είναι ένας πυροσβέστης. Μόνο που εδώ η δουλειά των πυροσβεστών είναι να αναζητούν και να καίνε τα βιβλία, τα οποία θεωρούνται εξ ορισμού επικίνδυνα γιατί αποσπούν τους ανθρώπους από τους φρενήρεις ρυθμούς της παραγωγής και τους κάνουν να σκέφτονται και να ονειρεύονται.

 

Και, ακόμη, με το Κουρδιστό Πορτοκάλι, που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1962, σε μια εποχή όπου τα νεανικά κινήματα στην Ευρώπη δεν είχαν γίνει ακόμη μαζικά, ο Άντονι Μπέρτζες ασχολήθηκε με ένα τολμηρό θέμα: τι ωθεί έναν έφηβο στη βία; Αλλά, ακόμα περισσότερο, τι θα συμβεί εάν ένα παντοδύναμο κράτος αποφασίσει να «θεραπεύσει» από την εγκληματική του συμπεριφορά τον παραβάτη; Αυτός είναι ο βασικός πυρήνας πάνω στον οποίο ο Μπέρτζες στήνει τους αρνητικούς χαρακτήρες του, απέναντι σε ένα κοινωνικό φαινόμενο που ποτέ δε σταμάτησε να υφίσταται.

 

Ο Άγγλος συγγραφέας τοποθετεί την πλοκή του βιβλίου του σε ένα σκληρό, «δυστοπικό» περιβάλλον, το οποίο δεν διαφέρει και πολύ από άλλες «δυστοπίες» στις οποίες αντανακλάται όλη η ανασφάλεια του μεταπολεμικού κόσμου απέναντι σε κρατικούς μηχανισμούς επιβολής, οι οποίοι είναι σε θέση να ακυρώσουν την ελευθερία της ανθρώπινης βούλησης – πάντα με κάποια πειστική, εκ πρώτης όψεως, αφορμή. Είναι, πράγματι, θαυμαστό το πώς η λογοτεχνία καταφέρνει και δημιουργεί ανατριχιαστικές αναλογίες, συναιρώντας το φανταστικό με το πραγματικό, το αλλοτινό με το τωρινό – αυτό δηλαδή που όλοι μας βιώνουμε σήμερα στις συνθήκες εγκλεισμού λόγω πανδημίας.

 

Εάν υπάρχει, ωστόσο, ένα δυστοπικό μυθιστόρημα που προϋπήρξε και προκαθόρισε ό,τι ακολούθησε, αυτό δεν είναι άλλο από το εμβληματικό Metropolis που έγραψε η Τέα φον Χάρμπου, το 1926 – έναν χρόνο προτού το μεταφέρει στον κινηματογράφο ο σύζυγός της, Φριτς Λανγκ, δημιουργώντας το αριστούργημα του γερμανικού εξπρεσιονισμού. Στη φουτουριστική Μητρόπολη του βιβλίου, η κοινωνία είναι χωρισμένη ανάμεσα στην εύπορη άρχουσα τάξη και στους εργάτες. Όταν ο γιος του ιδρυτή της πόλης ερωτεύεται τη φτωχή κόρη ενός εργάτη, αποφασίζει να τη βοηθήσει για να αποκατασταθεί η κοινωνική δικαιοσύνη. Δεν είναι, προφανώς, η υπόθεση που εντυπωσιάζει. Είναι η ίδια η Μητρόπολη.

 

Η νέα Βαβέλ, αυτό το αρχιτεκτονικό αριστούργημα μονολιθικής μεγαλοπρέπειας με τους πανύψηλους ουρανοξύστες, τις τερατώδεις μηχανές, την αποτρόπαια διαστρωμάτωση των τάξεων, τις αλλόκοτες φωτοσκιάσεις, τη στρεβλή γεωμετρία, τον παραμορφωμένο χώρο, τον εφιάλτη που ελλοχεύει παντού. Ο τρόπος σκιαγράφησης της Μητρόπολης με τα εντυπωσιακά κτήρια, τα οχήματα, τους ελάχιστους ελεύθερους χώρους, τη συμφόρηση και την εκτρωματική ανάπτυξη δημιουργεί μια αίσθηση δέους και μια έντονα κλειστοφοβική διάθεση. Και αυτό γίνεται το ιδανικό σκηνικό για να διατυπωθεί μια τριδιάστατη –χειροπιαστή θα έλεγε κανείς– προειδοποίηση: μια αγωνία για το πού μπορεί να οδηγήσει το ανθρώπινο είδος η αλαζονική και ασυγκράτητη χρήση των τεχνολογικών επιτευγμάτων. Κατά τα άλλα, όπως το έχει διατυπώσει και ο Άμλετ, ο πιο συζητημένος από όλους τους σαιξπηρικούς ήρωες: «Τα υπόλοιπα είναι σιωπή»…

 

 

Leave a Comment

 .