Και στο τέλος κερδίζουν οι Γερμανοί;

Posted by economia 30/06/2020 0 Comment(s) Οικονομική Επιθεώρηση,

Οικονομική Επιθεώρηση, Ιούνιος 2020, τ. 995

ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΕΝΩΣΗ του Χάρη Σαββίδη

 

 

 

 

 

 

 

 

Σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία, η Γερμανία αναλαμβάνει την προεδρία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου

 

 

 

 

Την 1η Ιουλίου 2020 η Γερμανία αναλαμβάνει την προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για τρίτη φορά μετά την επανένωσή της, το 1990. Αν και μετά την ενεργοποίηση της Συνθήκης της Λισαβόνας (2009) ο θεσμός της προεδρίας αποδυναμώθηκε (αρκετοί αμφισβητούν τη χρησιμότητά του), εντούτοις κάθε κυβέρνηση επιδιώκει να τον αξιοποιήσει στο μέτρο του δυνατού, για να προωθήσει την ατζέντα που εκείνη επιθυμεί. Όταν, λοιπόν, πρόκειται για την ισχυρότερη χώρα της ΕΕ, η προεδρία θα μπορούσε να θέσει τις βάσεις για τη μελλοντική πορεία.

 

 

                               

 

 

Το παρελθόν

 

Αυτό συνέβη σε μεγάλο βαθμό στην προηγούμενη γερμανική προεδρία, το 2007, όταν το Βερολίνο προσπαθούσε να πείσει τα άλλα κράτη-μέλη ότι μπορούμε «να πετύχουμε μαζί» (αυτό ήταν το σύνθημα της τότε προεδρίας), μέσω των μεταρρυθμίσεων και της σφιχτής δημοσιονομικής πολιτικής. Μια συνταγή στην οποία επέμεινε τη δεκαετία που ακολούθησε, καταφέρνοντας σε μεγάλο βαθμό να την ενσωματώσει στους κοινοτικούς κανόνες.

 

Αντίθετα, η πρώτη προεδρία που άσκησε η ενωμένη Γερμανία συνέπεσε με έναν από τους σημαντικότερους σταθμούς στην ιστορία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης: την υιοθέτηση του ευρώ, έστω και σε λογιστική μορφή (1/1/1999). Τότε ήταν η κατάληξη μιας μεγάλης προσπάθειας, που όμως είχε ακόμα σημαντικές… εκκρεμότητες, καθώς οι ισοτιμίες των εθνικών νομισμάτων είχαν μεν κλειδώσει, πλην όμως αυτά παρέμεναν σε κυκλοφορία και το ευρώ υπήρχε μόνο σε λογιστική μορφή. Η ΕΚΤ είχε μόλις 6 μήνες ζωής και ακόμα δεν είχε επιβεβαιωθεί στην πράξη ότι θα υιοθετούσε νομισματική πολιτική κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν της γερμανικής κεντρικής τράπεζας.

 

Η δε τελευταία φορά που η Δυτική Γερμανία ανέλαβε την προεδρία της (τότε) ΕΟΚ ήταν το μακρινό 1988. Ήταν η εποχή όπου τα κοινοτικά όργανα εργάζονταν πυρετωδώς για να υλοποιηθεί ο στόχος της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Αγοράς (το 1992) και το τιμόνι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κρατούσε ο Ζακ Ντελόρ. Όπως αποκάλυψε 20 χρόνια αργότερα ο γερμανικός Τύπος (Der Spiegel, Nr.38/27.9.10), ήταν επίσης η εποχή που ο Γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Μιτεράν έδινε τη συγκατάθεσή του για την επανένωση της Γερμανίας, με αντάλλαγμα την επίσπευση της νομισματικής ένωσης.

 

 

 

 

 

Οι προκλήσεις

 

Δεν θα μπορούσαμε να γνωρίζουμε αν την επικείμενη γερμανική προεδρία ακολουθήσουν εξίσου κοσμοϊστορικά γεγονότα. Το σίγουρο είναι ότι η ΕΕ, για μία ακόμα φορά στην ιστορία της, δείχνει να βρίσκεται στο σημείο που αποκαλούν οι αγγλοσάξονες «make or break»: είτε θα πρέπει να γίνουν βήματα περαιτέρω ολοκλήρωσης του κοινοτικού οικοδομήματος, είτε αυτό κινδυνεύει με διάλυση.

 

Ήδη από την αρχή του έτους, όταν αναλάμβανε την προεδρία η Κροατία, η ΕΕ έπρεπε να αντιμετωπίσει την οριστική απόφαση της Βρετανίας να αποχωρήσει. Η νέα Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιχειρούσε τη «φυγή προς τα εμπρός», μέσω της ανάπτυξης της πράσινης και της ψηφιακής οικονομίας. Μετά ήρθε ο κορονοϊός.

 

Η πανδημία σαφώς και ανέδειξε την ανάγκη συνεργασίας των κρατών (όχι μόνο σε ευρωπαϊκό αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο), γεγονός που θεωρητικά λειτουργεί υπέρ της ΕΕ. Στον βαθμό, όμως, που τα λόγια δεν έγιναν πράξεις (ακόμα θυμούνται στην Ιταλία ότι αντί για τους Ευρωπαίους εταίρους ήταν οι Κινέζοι που έσπευσαν πρώτοι για βοήθεια), εύλογα ενισχύθηκαν οι αμφιβολίες για την πορεία (ενδεχομένως και τη βιωσιμότητα) της ΕΕ: Εάν σε τόσο κρίσιμες συνθήκες (όπως αυτές που βίωσαν Ιταλία και Ισπανία) η αλληλεγγύη παραμένει «πουκάμισο αδειανό», τότε για ποιο κοινό μέλλον μπορεί να μιλάμε;

 

 

 

 

 

Άλμα προς τα εμπρός

 

Η δημοσιονομική κρίση κατά την προηγούμενη δεκαετία βοήθησε να δημιουργηθούν νέοι θεσμοί στην ΕΕ αλλά ταυτόχρονα ανέδειξε ένα δίλημμα: είτε θα ικανοποιούνται οι Νότιοι (βλέπε πρωτίστως οι Ιταλοί) αλλά θα ενισχύεται ο ευρωσκεπτισκισμός στον Βορρά (λέγε με AfD στη Γερμανία, PVV στην Ολλανδία κ.λπ.), είτε οι κανόνες θα είναι αυστηροί αλλά πολλοί θα νοσταλγούν τη λιρέτα και την πεσέτα. Μέχρι τώρα είχε προκριθεί η δεύτερη επιλογή, πλην όμως το ξέσπασμα της πανδημίας με επίκεντρο την Ιταλία και την Ισπανία άλλαξε τις ισορροπίες: πλέον ο κίνδυνος να… κοπεί το σχοινί στον Νότο έγινε μεγάλος.

 

Για να το αποφύγουν, οι ηγέτες Γερμανίας και Γαλλίας παρουσίασαν κοινή πρωτοβουλία για την αντιμετώπιση των συνεπειών της οικονομικής κρίσης που προκαλεί η πανδημία. Μια πρωτοβουλία που παρουσιάζει απαντήσεις στα προβλήματα του «τώρα» αλλά διαμορφώνει και ένα εντελώς νέο πλαίσιο για το μέλλον της ΕΕ. Εφόσον όσα εξαγγέλθηκαν υλοποιηθούν (και αυτό είναι ακόμα αρκετά αμφίβολο), ο κοινοτικός προϋπολογισμός θα αυξηθεί σημαντικά και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα μπορεί να χρηματοδοτεί τις πολιτικές της δανειζόμενη από τις αγορές.

 

Με τη λύση αυτή επιτυγχάνεται η ενίσχυση των οικονομιών που χρειάζονται στήριξη, με παράλληλη υιοθέτηση αυστηρών κανόνων και διαδικασιών στη διάθεση των πόρων. Δεν προβλέπονται οι όροι των Μνημονίων που αντιμετώπισε η Ελλάδα και άλλες χώρες την προηγούμενη δεκαετία (Ρώμη και Μαδρίτη είχαν ξεκαθαρίσει ότι δεν θα δεχθούν κάτι τέτοιο), αλλά η διαχείριση των πόρων από τα κοινοτικά και όχι τα εθνικά όργανα υπόσχεται τον έλεγχο που απαιτούσαν οι βόρειες χώρες.

 

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή βρίσκεται με σημαντικά αυξημένους πόρους, χωρίς να έχει αναλάβει νέες αρμοδιότητες – συνήθως συμβαίνει το αντίθετο (εκχωρούνται αρμοδιότητες αλλά όχι πόροι). Ίσως, λοιπόν, η συγκεκριμένη απόφαση αποδειχθεί ορόσημο στην πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, ενισχύοντας τις κοινές πολιτικές σε μια σειρά νέων τομέων, όπως η υγεία, η προστασία του περιβάλλοντος και η ανάπτυξη ψηφιακών υποδομών.

 

 

 

 

 

Κίνδυνοι

 

Η περαιτέρω ενοποίηση που συνεπάγονται όλα τα παραπάνω έρχεται βέβαια σε μετωπική σύγκρουση με το βασικό πολιτικό συμπέρασμα των τελευταίων ευρωεκλογών, δηλαδή την ενίσχυση του ευρωσκεπτικισμού. Σε χώρες όπως η Ολλανδία, η Αυστρία και η Φινλανδία (που συμμετέχουν στην Ευρωζώνη) ή η Σουηδία και η Δανία (που συμμετέχουν μόνο στην ΕΕ), δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα γίνει εύκολα δεκτό να δανείζεται η ΕΕ χρήματα στις αγορές και να τα διαθέτει υπό μορφή επιδοτήσεων σε κάποιες χώρες – να δανείζονται, δηλαδή, όλοι μαζί για να χρηματοδοτούνται μόνο κάποιοι.

 

Με τη Βρετανία να ακολουθεί πλέον ξεχωριστό δρόμο και τις ΗΠΑ να υιοθετούν μάλλον εχθρική πολιτική κατά την προεδρία Τραμπ (που ενδέχεται να συνεχιστεί μέχρι το 2024), η ΕΕ κινδυνεύει να δει να δημιουργείται ένα ανταγωνιστικό σχέδιο στα βόρεια της ηπείρου, αντίστοιχου με την ΕΖΕΣ της δεκαετίας του ‘60. Κίνδυνος υπάρχει και στα ανατολικά, όπου η Ρωσία επιθυμεί να ανακτήσει τη ζώνη επιρροής που έχασε στο τέλος του Ψυχρού Πολέμου.

 

Η ανάδειξη κυβερνήσεων σε Πολωνία και Ουγγαρία, που κατηγορούνται ότι δεν σέβονται τα ατομικά δικαιώματα και τις δημοκρατικές διαδικασίες, έχει δημιουργήσει τριβές με τα άλλα κράτη-μέλη και τα κοινοτικά όργανα. Με αφορμή των κορονοϊό, ο Ούγγρος πρωθυπουργός Βίκτορ Όρμπαν έχει αναλάβει δικτατορικές εξουσίες. Στον βαθμό που απαιτείται ομοφωνία για αποφάσεις όπως αυτές που προωθούν Μέρκελ και Μακρόν, η εμβάθυνση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος θα καταλήξει να εξαρτάται από έναν δικτάτορα, που ανά πάσα στιγμή μπορεί να βρεθεί αγκαλιά με τον Πούτιν;

 

Η ΕΕ καλείται να βρει το επόμενο διάστημα μια ισορροπία ανάμεσα σε όλες αυτές τις αντίρροπες δυνάμεις και να αξιοποιήσει τη συνισταμένη τους ως προωθητική δύναμη για ένα «άλμα προς το μέλλον». Η… συναστρία της γερμανικής προεδρίας στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο με τη Γερμανίδα επικεφαλής στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τη Γαλλίδα στην ΕΚΤ έρχεται μάλλον την κατάλληλη στιγμή…

 

Leave a Comment