Αμφίβολο μέλλον

Posted by economia 07/02/2019 0 Comment(s) The Economist,

Οικονομική Επιθεώρηση, Ιανουάριος 2019, τ. 978
ΑΓΟΡΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ από τον Τhe Economist

 

 

Οι ανησυχίες για την ανάδυση της οικονομίας του διαμοιρασμού εργασίας είναι αρκετά υπερβολικές

 

 

Ωραίο ζεστό πρωϊνό στην παραλία του Σίδνεϋ, στην Αυστραλία. Ο Σάιμον και η Σοφία πίνουν τον καφέ τους, ενώ ένα αθλητικά ντυμένο τσούρμο νεαρών παιδιών περνάει από δίπλα. Το νεαρό ζευγάρι Αμερικανών –και οι δυο τους σύμβουλοι επιχειρήσεων– έχουν έρθει από τη Νέα Υόρκη στο Σίδνεϋ για διακοπές εργασίας. Βρήκαν και οι δυο τους δουλειά μέσω του Expert 360, μιας πλατφόρμας που διασυνδέει επαγγελματίες με επιχειρήσεις οι οποίες τους χρειάζονται για συγκεκριμένα έργα. Μπορούν και χρησιμοποιούν τις απολαβές της δουλειάς τους για να ταξιδεύουν ανά την Αυστραλία, ή πάλι για να χαλαρώνουν δίπλα στο κύμα. «Μερικοί θεωρούν ότι είμαστε παλαβοί που ταξιδέψαμε στην άλλη άκρη του κόσμου χωρίς μια έτοιμη, εξασφαλισμένη δουλειά, αλλά οι δυνατότητες του freelance μας καθησύχαζαν», λέει η Σοφία. «Είναι μια από τις καλύτερες αποφάσεις που έχω λάβει.»

 

Μια κρύα μέρα στο Τορίνο, που απέχει 17.000 χιλιόμετρα, η Σεσίλια κάθεται στο διαμέρισμά της. Μόλις έλαβε ειδοποίηση από την Deliveroo (μια υπηρεσία ντελίβερι φαγητού) ότι δεν θα τη χρειαστεί για δουλειά σήμερα. Μάλλον το χαίρεται, αυτό, καθώς σκουπίζει τη μύτη της που τρέχει. Την ίδια στιγμή, όμως, αυτό σημαίνει και μια μέρα χωρίς αμοιβή. Άμα τη ρωτήσει κανείς τι χαίρεται από τη δουλειά της ως ντελίβερι, σκέφτεται πολύ για να βρει τι θα απαντήσει.

 

Ο Σάιμον, η Σοφία και η Σεσίλια δουλεύουν όλοι τους σ’ εκείνο που λέγεται «gig economy», οικονομία του διαμοιρασμού εργασίας, ή οικονομία των πλατφορμών, δηλαδή στις online αγορές που έχουν δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια για βραχυπρόθεσμα έργα, για δουλειές freelance. Οι εργαζόμενοι με αυτή τη βάση πληρώνονται «με το κομμάτι», δηλαδή με βάση το έργο που παρέχουν, αντί να δουλεύουν ως μισθωτοί. Η Uber, η Handy, η Upwork και η People Per Hour αποτελούν μερικά από τα παραδείγματα χιλιάδων τέτοιων πλατφορμών ανά τον κόσμο. Υπηρεσίες κάθε λογής προσφέρονται μ’ αυτή τη βάση, από το πώς ετοιμάζει κανείς μια παρουσίαση σε PowerPoint μέχρι τον καθαρισμό σπιτιών. Οι νέοι στις πόλεις έχουν συνηθίσει πια ότι θα παραγγείλουν online το κυριακάτικο μεσημεριανό τους, ή ότι κάποιος θα ‘ρθει να τους βοηθήσει με ενοικιαζόμενο φορτηγάκι για να κουβαλήσουν σπίτι έναν καναπέ από το ΙΚΕΑ.

 

Περίπου το ένα τρίτο των Αμερικανών και των Βρετανών χρησιμοποιούν εφαρμογές κίνησης, όπως της Uber. Η ανάλυση του Economist με βάση στοιχεία του Internet Institute του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης δείχνει ότι στην Αυστραλία είναι που δημοσιεύονται οι περισσότερες αγγελίες για δουλειές στην οικονομία του διαμοιρασμού, σε σχέση με τον
πληθυσμό της, απ’ ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη χώρα. Βέβαια, οι επίσημες στατιστικές γι’ αυτή την περιοχή της οικονομίας είναι ανεπαρκείς, ενώ οι μελέτες με βάση συνεντεύξεις δύσκολα παρακολουθούν εκείνους που εργάζονται στις πλατφόρμες. Όμως, στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν στις 20 Σεπτεμβρίου λένε ότι το 1% της απασχόλησης στις ΗΠΑ παρέχεται ήδη από την οικονομία του διαμοιρασμού. Άλλοι δίνουν μεγαλύτερους αριθμούς. Πάντως όλοι συμφωνούν ότι πρόκειται για κλάδο που αναπτύσσεται.

 

Οι απόψεις διχάζονται σχετικά με το κατά πόσον αυτή η εξέλιξη είναι θετική ή αρνητική. Οι οπαδοί επισημαίνουν την ευελιξία που παρέχει αυτού του είδους η απασχόληση, ιδιότητα πολύτιμη για όσους έχουν παιδιά, αλλά και για όσους έχουν αναπηρία ή βρίσκονται σε μεγάλη ηλικία. Ο ρόλος της εδώ είναι να τους εξασφαλίζει μετάβαση μεταξύ ρόλων, ή πάλι να παρέχει πρόσθετο εισόδημα όταν η βασική απασχόληση πληρώνει λίγο.

 

Άλλοι όμως φοβούνται ότι αυτού του είδους ο διαμοιρασμός εργασίας θα οδηγήσει στο τέλος της τη σταθερή, καλά πληρωμένη εργασία για τους κανονικούς ανθρώπους. Ο ηγέτης των Βρετανών Εργατικών Τζέρεμι Κόρμπιν τον καταγγέλλει επειδή επιτρέπει να ανθήσει «μια πιο αρπακτική και εκμεταλλευτική μορφή καπιταλισμού». Εκείνο που συμβαίνει είναι ότι «καταλήγουν να καταστήσουν κανονικότητα μορφές απασχόλησης που χρειάστηκαν γενιές πολιτικής πάλης προκειμένου να ξεριζωθούν». Αλλά και η Αμερικανίδα γερουσιαστής Ελίζαμπεθ Ουόρεν θεωρεί ότι πρόκειται για μέρος μιας ευρύτερης τάσης «να ξεφτίσει η βασική συμφωνία, που αποτελούσε τις παλιές εργασιακές σχέσεις». Το ποιος θα έχει δίκιο έχει μεγάλη σημασία για το μέλλον της εργασίας – αλλά και για τους διαμορφωτές πολιτικής, που ανησυχούν για τα φαινόμενα ανισότητας και για την προστασία των εργαζομένων με περιορισμένες δεξιότητες, οι οποίοι ζουν υπό καθεστώς χρόνιας ανασφάλειας.

 

 

 

 

Καθημερινός ανήφορος

 

Τον 20ό αιώνα, η τυπική μορφή εργασίας στις πλούσιες χώρες ήταν εκείνη του μόνιμου υπαλλήλου πλήρους απασχόλησης. Ο οικονομολόγος Ρόναλντ Κόαζ είχε υποστηρίξει (το 1937) ότι αυτό αποτελούσε απόλυτα ορθολογική επιλογή: ήταν φθηνότερο για τις επιχειρήσεις να ‘χουν τον κόσμο τους διαθέσιμο όλη την εργάσιμη μέρα, να τους δίνουν εντολές
και κατευθύνσεις, παρά να διαπραγματεύονται και να εφαρμόζουν συμβάσεις στην ελεύθερη αγορά για κάθε έργο που θα ‘πρεπε να εκτελεστεί. Σε αντάλλαγμα του να προσέρχονται στη δουλειά κάθε εργάσιμη μέρα και να εκτελούν τις εντολές, οι υπάλληλοι εξασφάλιζαν ασφάλεια και προβλεπτή αμοιβή.

 

Αυτό το μοντέλο ανατρέπεται με την οικονομία διαμοιρασμού εργασίας, που στηρίζεται σε «αμφίπλευρες αγορές» οι οποίες στρέφονται και στις δυο ομάδες: τους εργαζόμενους και τους πελάτες. Όσο περισσότεροι βρίσκονται στην μια ομάδα, τόσο το καλύτερο για εκείνους της άλλης. Αυτές οι αμφίπλευρες αγορές διευκολύνουν την οργάνωση της οικονομικής δραστηριότητας με βάση τις τιμές, αντί αυτή να στηρίζεται στα σύνορα μεταξύ επιχειρήσεων. Οι λογιστές, οι οδηγοί, οι δικηγόροι και το προσωπικό καθαριότητας μπορούν να καταθέτουν το ενδιαφέρον τους διαδικτυακά, με αναφορά των δεξιοτήτων και της διαθεσιμότητάς τους – αλλά και της αμοιβής που προτίθενται να ζητήσουν. Όσο πληθαίνουν εκείνοι που συμμετέχουν στις σχετικές πλατφόρμες, τόσο πιο αποτελεσματικά λειτουργούν αυτές. Οι πελάτες που χρειάζονται μια δουλειά μπορούν εύκολα να επισημάνουν πού είναι διαθέσιμες οι κατάλληλες δεξιότητες – χωρίς να προχωρήσουν σε αντίστοιχες προσλήψεις.

 

Τα πλεονεκτήματα για τους εργαζομένους είναι πολλά. Το κυριότερο είναι ότι καθίσταται ευκολότερο παρά ποτέ το να βρει κανείς δουλειά. Όταν εκείνο που σε χωρίζει από έναν δυνητικό πελάτη είναι ένα κλικ, κάποιος που ψάχνει δουλειά σε μια μεγάλη πλατφόρμα, όπως η Uber ή η Task Rabbit, θα τη βρει σχεδόν πάντα.

 

Πέραν τούτου, οι πλατφόρμες δημιουργούν αμειβόμενη απασχόληση που αλλιώς δεν θα υπήρχε. Οι εταιρείες μεταφοράς μέσω πλατφόρμας έχουν προσθέσει στη ζήτηση υπηρεσιών, δεν έχουν εκτοπίσει τα παραδοσιακά ταξί από την αγορά. Στην Αυστραλία, η Airtasker είναι γεμάτη από αιτήματα βοήθειας για καταπολέμηση αραχνών – μια δουλειά που άλλοτε ο κόσμος έκανε μόνος του. Πάντως, η οικονομία του διαμοιρασμού εργασίας είναι θεόσταλτο δώρο εκεί όπου η προσφορά παραδοσιακής απασχόλησης σπανίζει. Στην Ιταλία, το επίσημο ποσοστό ανεργίας των νέων ξεπερνά το 30%: η Σεσίλια του Deliveroo στο Τορίνο έχει μερική απασχόληση ως ρεσεψιονίστ και ελπίζει κάποτε να βρεθεί σε πλήρη – μέχρι τότε, το Deliveroo είναι γι’ αυτήν σανίδα σωτηρίας.

 

Επίσης, οι πλατφόρμες βοηθούν να εξομαλύνονται δύσκολες καταστάσεις στην παραδοσιακή αγορά εργασίας. Μελέτη του Ινστιτούτου JPMorgan Chase, που είναι συνδεδεμένο με την Τράπεζα, δείχνει ότι οι εισπράξεις από τις πλατφόρμες συμβάλλουν στο να αντισταθμίζονται περιστασιακές πτώσεις των παραδοσιακών εισπράξεων. Στοιχεία του think tank Aspen Institute δείχνουν ότι το ποσοστό των απασχολούμενων από πλατφόρμες, που έχουν μερική απασχόληση, είναι διπλάσιο από εκείνο στον γενικό πληθυσμό.

 

Μια άλλη λειτουργία είναι να υποβοηθούνται ενδιαφερόμενοι να επανέλθουν στην επίσημη αγορά εργασίας. Μελέτη του Cody Cook και άλλων κατέληξε ότι περίπου τα 2/3 των οδηγών της Uber στην Αμερική παύουν να προσέρχονται μετά από 6 μήνες από την πρώτη τους φορά, πράγμα που αφήνει να φανεί ότι μάλλον μετακινούνται σε νέες δουλειές.

 

Τέλος, πολλοί στον τομέα αυτό βρίσκουν πολύ ωφέλιμη την ευελιξία που έτσι τους παρέχεται. Ο Μπουχάρ (Αλβανός που ζει στο Τορίνο) δουλεύει ως ντελιβεράς φαγητού ενώ σπουδάζει μηχανικός κομπιούτερ. Ναι μεν χρειάζεται να οργανώνει εκ των προτέρων τις βάρδιες του με συντονιστή, αντί να μπορεί να διαλέγει απευθείας μπαίνοντας στην ψηφιακή εφαρμογή, πάντως διαθέτει ένα επίπεδο αυτονομίας που δύσκολα θα έβρισκε σε μια παραδοσιακή δουλειά. Και όταν φτάνει η μέρα των εξετάσεων, παραιτείται προσωρινά. Η περίπτωση όμως του Μπουχάρ αναδεικνύει και μιαν άλλη διάσταση της οικονομίας του διαμοιρασμού εργασίας: πληρώνεται καλά. Ο Μπουχάρ εκτιμά ότι δεν θα κέρδιζε περισσότερα αλλού: παλιότερα εργαζόταν ως μάγειρας, με μεγάλες απρόβλεπτες βάρδιες, κι έβγαζε κάπου 5 ευρώ την ώρα, τώρα βγάζει σχεδόν 10 ευρώ/ώρα.

 

Η αλήθεια είναι ότι πολλές τέτοιες δουλειές (ντελίβερι, καθαρισμός, οδήγηση ταξί) δεν είναι και τόσο κερδοφόρες. Όμως ποτέ αυτού του είδους οι δουλειές δεν πλήρωναν καλά. Για όσους βρίσκονται σε δουλειές με χαμηλές δεξιότητες, μπορεί η οικονομία του διαμοιρασμού εργασίας να σημαίνει και αναβάθμιση. […] Στο άλλο άκρο της αγοράς εργασίας, εκείνοι που γράφουν κώδικα για κομπιούτερ ή λειτουργούν ως σύμβουλοι επιχειρήσεων μπορούν να πουλήσουν τις ικανότητές τους ανά την υφήλιο αναζητώντας την καλύτερη αμοιβή, με τρεις ή τέσσερεις δουλειές να τρέχουν ταυτόχρονα. Όσοι δουλεύουν στην πλατφόρμα Expert360 μπορούν και κερδίζουν χιλιάδες δολάρια τη μέρα.

 

Καθώς όμως αυτού του είδους οι εργαζόμενοι χάνουν τις προσφερόμενες από τους εργοδότες καλύψεις (όπως εργοδοτικές εισφορές σε συνταξιοδοτικά συστήματα), οι όποιες καλύτερες απολαβές δείχνουν να έχουν μπορεί να καταλήγουν μικρότερες.

 

Και πάλι, αυτή δεν είναι η συνολική αποτίμηση. Για εκείνους τους εργαζομένους που έχουν περιορισμένες δεξιότητες και αντίστοιχα μικρή διαπραγματευτική δύναμη, η οικονομία του διαμοιρασμού εργασίας έχει ένα βαρύ μειονέκτημα. Αυτό ακριβώς έχουν κατά νου όσοι ανησυχούν για το τέλος της παλιάς εποχής της εργασίας.

 

Είναι το πρόβλημα αυτό ο τρόπος με τον οποίο το νομικό σύστημα χειρίζεται τις διάφορες κατηγορίες εργαζομένων. Οι εταιρείες του χώρου θεωρούν τον εαυτό τους διαμεσολαβητή στην αμφίπλευρη αγορά μεταξύ εργαζομένων και ευκαιριών απασχόλησης – απορρίπτουν κάθε ιδέα ότι είναι εργοδότες. Για παράδειγμα, στη «συμφωνία συμμετοχής» που συνάπτεται μεταξύ της πλατφόρμας Mechanical Turk που τρέχει η Amazon και όσων τη χρησιμοποιούν για να βρουν δουλειές, «Οι Εργαζόμενοι εκτελούν Έργα για τους Αιτούντες υπό την ιδιότητά τους ως ανεξάρτητοι συμβαλλόμενοι και όχι ως υπάλληλοι των Αιτούντων ή του Amazon Mechanical Turk».

 

Λούμπεν εργασία

 

Το να κατατάσσει κανείς τους εργαζομένους ως αυτοαπασχολούμενους που συμβάλλονται για συγκεκριμένο έργο και όχι ως υπαλλήλους είναι κάτι που έχει μεγάλες συνέπειες. Οι υπάλληλοι έχουν διάφορα δικαιώματα – χαρακτηριστικά: πληρωμένες άδειες απουσίας λόγω ασθενείας, ή πάλι προστασία από αδικαιολόγητη απόλυση. Αντίθετα απ’ ό,τι ισχύει για τους αυτοαπασχολούμενους, δικαιούνται κατώτατο μισθό. Τι ισχύει για μια δουλειά που προκύπτει από τη Mechanical Turk; «Επιλέγετε τι θα πληρώσετε τους Εργαζομένους για κάθε έργο που αναθέτετε», λέει η εταιρεία.

 

Για πολλούς που προσέρχονται, η αμοιβή είναι χαμηλή. Πολλοί καταλήγουν με λιγότερα από τον κατώτατο μισθό. Οι εργαζόμενοι υπ’ αυτές τις συνθήκες εξοικονομούν λίγα για τις συντάξεις τους. Όλοι οι κούριερ έχουν να διηγηθούν περιστατικά ανθρώπων που γνωρίζουν, οι οποίοι έπαθαν ατύχημα ενώ δούλευαν και βρέθηκαν απλήρωτοι για μέρες.

 

Παραδοσιακά, οι αυτοαπασχολούμενοι έχουν λιγότερα δικαιώματα από τους μισθωτούς υπαλλήλους. Αυτό είναι το αντίβαρο της δυνατότητας επιλογής που έχουν – πότε θα δουλέψουν και για ποιον. Έχουν όμως δίκιο οι επιχειρήσεις της οικονομίας διαμοιρασμού εργασίας όταν περιγράφουν τον εαυτό τους ως απλούς διαμεσολαβητές μεταξύ πελατών και εκατομμυρίων αυτοαπασχολούμενων εργαζομένων; Ή είναι κάτι περισσότερο; […] Όσο περνάει ο καιρός, οι εργαζόμενοι συντονίζονται ώστε να απαιτήσουν να τους μεταχειρίζονται οι πλατφόρμες περισσότερο ως μισθωτούς. Το 2016, η Foodora του Τορίνου είδε τους ντελιβεράδες της να κηρύσσουν απεργία, όταν από ωριαία η αμοιβή τους έγινε αμοιβή ανά παράδοση (Δεν κατόρθωσαν να ανατρέψουν την απόφαση πάντως.) Η οργάνωση αυτού του είδους αντίδρασης δεν είναι εύκολη υπόθεση: λίγοι συνδικαλίζονται, ακριβώς επειδή δεν είναι αναγνωρισμένοι ως μισθωτοί.

 

Ορισμένοι έχουν στραφεί στα δικαστήρια, με ανάμεικτα αποτελέσματα. Πέρσι, η Fair Work Commission της Αυστραλίας αποφάσισε ότι ένας οδηγός της Uber ήταν αυτοαπασχολούμενος, όχι μισθωτός. Όμως δικαστήριο του Λονδίνου έκρινε ότι οι οδηγοί της Uber δικαιούνταν κατώτατο μισθό, κρίνοντας την περιγραφή που δίνει η εταιρεία για τον εαυτό της ως «μωσαϊκό 30.000 μικρών επιχειρήσεων [δηλαδή των οδηγών] που διασυνδέονται μέσω ενιαίας πλατφόρμας» ως ισχυρισμό «ελαφρώς γελοία». Τον Απρίλιο, το Ανώτατο Δικαστήριο της Καλιφόρνια δυσχέρανε την προσπάθεια των εταιρειών να θεωρούν τους εργαζομένους τους αυτοαπασχολούμενους.

 

Με παρόμοιες αποφάσεις θα κριθούν πολλά. Αν τα δικαστήρια θεωρήσουν ευρύτερους τομείς απασχολουμένων στις πλατφόρμες διαμοιρασμού εργασίας μισθωτούς, τότε το κόστος θα ανέβει, η καινοτομία θα καταπνιγεί και θα πληγεί η απασχόληση. Όμως και η αδράνεια έχει κόστος. Άμα όλο και μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού χρειαστεί να ζήσει με χαμηλές αμοιβές και χειρότερες συντάξεις, τελικά οι κυβερνήσεις θα κληθούν να αναλάβουν τα σπασμένα. Η μάχη για την οικονομία διαμοιρασμού εργασίας έχει μέλλον μπροστά της.

 

 

 

© The Economist. Μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε από τις Εκδόσεις Κέρκυρα Α.Ε., έπειτα από ειδική άδεια. Το πρωτότυπο αγγλικό κείμενο βρίσκεται στο www.economist.com

Leave a Comment