«Η εταιρική διακυβέρνηση προσθέτει αξία»

Posted by economia 13/02/2019 0 Comment(s) Οικονομική Επιθεώρηση,

Οικονομική Επιθεώρηση, Φεβρουάριος 2019, τ. 979
ΕΤΑΙΡΙΚΗ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ του Γιώργου Μανέττα

 

 

Τη σημασία της ορθής τήρησης των κανόνων της εταιρικής διακυβέρνησης επισημαίνει μιλώντας στην Οικονομική ο Σταμάτης Δρίτσας, αναπληρωτής Διευθύνων Σύμβουλος και επικεφαλής του Επιστημονικού Συμβουλίου της SOL Crowe

 

 

Η ορθή τήρηση των κανόνων εταιρικής διακυβέρνησης λειτουργεί προς όφελος του επιχειρηματία, ειδικά γιατί προσθέτει αξία στη μετοχή, αλλά και γιατί αυξάνει την εμπιστοσύνη των επενδυτών. Αυτό αναφέρει σε συνέντευξή του στην Οικονομική ο αναπληρωτής Διευθύνων Σύμβουλος και επικεφαλής του Επιστημονικού Συμβουλίου της SOL Crowe, υπογραμμίζοντας πως δυστυχώς σήμερα η πλειονότητα του επιχειρηματικού κόσμου της χώρας δεν αντιλαμβάνεται επαρκώς την πολυδιάστατη σημασία της και γι’ αυτό δεν φαίνεται να είναι διατεθειμένη επί του παρόντος να επενδύσει περαιτέρω στα πρόσθετα κόστη που απαιτεί το συγκεκριμένο πεδίο. Ο Στ. Δρίτσας θεωρεί πως το θεσμικό πλαίσιο, ειδικά για τις οντότητες του δημοσίου συμφέροντος, είναι επαρκές. Ωστόσο, εκτιμά πως η υποχρεωτική σύσταση δύο επιπλέον ανεξάρτητων επιτροπών πέραν της Επιτροπής Ελέγχου, που θα εποπτεύουν τη διαχείριση του κινδύνου και τις αμοιβές των μελών του διοικητικού συμβουλίου και των στελεχών της διοίκησης, θα βελτιώσει την αποτελεσματικότητά του.

 

Γιατί είναι σημαντική η σωστή εφαρμογή της εταιρικής διακυβέρνησης; Τι διασφαλίζει;

 

Η εταιρική διακυβέρνηση αποτελεί την πρώτη γραμμή άμυνας πριν φθάσει ο έλεγχος των οικονομικών καταστάσεων στους ανεξάρτητους ελεγκτές. Εποπτεύει και ελέγχει τη διαδικασία κατάρτισης, αλλά και του ελέγχου των οικονομικών καταστάσεων. Φέρνει την ισορροπία των σχέσεων και της επικοινωνίας μεταξύ της διοίκησης, των μετόχων και των λοιπών συμφεροντούχων. Η αποτελεσματική εφαρμογή της συμβάλλει άμεσα στη διαφάνεια και στην εμπέδωση και επαύξηση της εμπιστοσύνης στις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στις οικονομικές καταστάσεις και δημοσιοποιούνται στους ενδιαφερόμενους τρίτους μέσω αυτών, αλλά και στο μοντέλο λειτουργίας και τις δραστηριότητες μιας επιχείρησης. 

 

Πού εντοπίζετε την αδυναμία των ελληνικών επιχειρήσεων να εφαρμόσουν σωστά τους κανόνες της εταιρικής διακυβέρνησης;

 

Θα έλεγα κυρίως στην έλλειψη της κουλτούρας η οποία σχετίζεται με τη φιλοσοφία της διακυβέρνησης. Εκεί θεωρώ πως βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος. Και όχι στο θεσμικό πλαίσιο, το οποίο πιστεύω ότι σε γενικές γραμμές είναι επαρκές, ειδικά για τις οντότητες που χαρακτηρίζονται ως δημοσίου συμφέροντος (εταιρείες με τίτλους που διαπραγματεύονται σε χρηματιστήρια της ΕΕ, τις τράπεζες και τις ασφαλιστικές). Ωστόσο, ενδεχομένως να χρειάζεται ενίσχυση και κάποιες πρόσθετες παρεμβάσεις στις οντό-
τητες που δεν είναι δημοσίου συμφέροντος (εταιρείες που δεν εμπίπτουν στις ανωτέρω κατηγορίες και δεν διαθέτουν τίτλους διαπραγματεύσιμους σε χρηματιστήριο), όπου οι απαιτήσεις για τη διαμόρφωση ενός υποχρεωτικού πλαισίου εταιρικής διακυβέρνησης θα μπορούσα να πω ότι, δεδομένων των συνθηκών στην Ελλάδα, είναι μάλλον ασθενείς.

 

Αντίθετα, το πλαίσιο για τις οντότητες δημοσίου συμφέροντος έχει ενισχυθεί σημαντικά και από την Οδηγία της ΕΕ, αριθ.56/2014, η οποία έχει ενσωματωθεί στο ελληνικό δίκαιο με τον νόμο 4449/2017 και τον Κανονισμό της ΕΕ αρ. 537/2014, ο οποίος επίσης εφαρμόζεται στην Ελλάδα χωρίς παρεκκλίσεις.

 

Δυστυχώς, αυτή τη στιγμή στη χώρα μας δεν φαίνεται να υπάρχει η φιλοσοφία της εταιρικής διακυβέρνησης στα διοικητικά συμβούλια των οντοτήτων που δεν είναι δημοσίου συμφέροντος στον βαθμό που θα έπρεπε, αλλά αυτό νομίζω παρατηρείται σε κάποιο βαθμό και στα διοικητικά συμβούλια των οντοτήτων δημοσίου συμφέροντος. Βέβαια, υπάρχουν και εταιρείες-πρότυπα, με τίτλους εισηγμένους στο ελληνικό χρηματιστήριο, καθώς και οι συστημικές τράπεζες, που έχουν μοντέλα εταιρικής διακυβέρνησης τα οποία υιοθετούν πλήρως τις διεθνείς βέλτιστες πρακτικές και τα οποία θα τα χαρακτήριζα ως υποδειγματικά – από τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζουν τον κώδικα εταιρικής διακυβέρνησης μέχρι την επικοινωνία με τους επενδυτές και τους λοιπούς συμφεροντούχους.

 

Σήμερα, η πλειονότητα των Ελλήνων επιχειρηματιών έχω την άποψη ότι δεν είναι διατεθειμένη να επενδύσει ουσιαστικά στην εταιρική διακυβέρνηση, εφόσον η εφαρμογή της δεν απαιτείται ρητά από τον νόμο. Δεν αντιλαμβάνονται την πολυδιάστατη σημασία της εταιρικής διακυβέρνησης. Τον καταλυτικό ρόλο πουπαίζει στην άντληση της τραπεζικής χρηματοδότησης και στην προσέλκυση ξένων επενδυτών, μέσω και της επαύξησης της εμπιστοσύνης στο μοντέλο διοίκησης των εταιρειών τους.

 

Δεν είναι ανεξάρτητο το γεγονός πως οι ξένοι επενδυτές απέχουν σε μεγάλο βαθμό από το ελληνικό χρηματιστήριο, ούτε η επιφυλακτικότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων να επεκτείνουν τη δανειοδότησή τους προς τις ΜμΕ.

 

Οι ξένοι επενδυτές και οι τράπεζες δεν έχουν πειστεί πως το πλαίσιο εταιρικής διακυβέρνησης στην Ελλάδα είναι κατάλληλο για να τοποθετήσουν τα κεφάλαιά τους. Πρέπει να καταλάβουν όλοι πως η προσέλκυση επενδυτικών κεφαλαίων και νέων χρηματοδοτήσεων, κοινώς η εισροή νέων κεφαλαίων στην οικονομία, απαιτεί ένα σύγχρονο μοντέλο εταιρικής διακυβέρνησης.

 

Πώς μπορεί να λειτουργήσει πιο αποτελεσματικά το υφιστάμενο πλαίσιο, το οποίο, όπως λέτε, είναι επαρκές;

 

Μια ενίσχυση του πλαισίου που κατά τη γνώμη μου πρέπει να εξεταστεί για τις οντότητες δημοσίου συμφέροντος, προκειμένου να λειτουργήσει περισσότερο αποτελεσματικά το μοντέλο της εταιρικής διακυβέρνησης, είναι να θεσμοθετηθεί η υποχρεωτική σύσταση δύο ακόμη ανεξάρτητων επιτροπών, πέραν της Επιτροπής Ελέγχου που προβλέπει ο νόμος:
η Επιτροπή Διαχείρισης Κινδύνου και η Επιτροπή Αμοιβών.

 

Η Επιτροπή Ελέγχου επιβάλλεται υποχρεωτικά από τον νόμο για τις οντότητες δημοσίου συμφέροντος και είναι θεμελιώδους σημασίας για τη λειτουργία του ελέγχου και της δημοσιοποίησης των οικονομικών καταστάσεων.

 

Η Επιτροπή Διαχείρισης Κινδύνου παρακολουθεί και εποπτεύει τη διαδικασία εντοπισμού, καταγραφής και αξιολόγησης των κινδύνων και τη διαχείρισή τους από την επιχειρηματική οντότητα. Σήμερα, η επιτροπή αυτή στην Ελλάδα λειτουργεί μόνο στις τράπεζες, που είναι κατεξοχήν επιχειρήσεις διαχείρισης κινδύνου, και εφαρμόζεται με συγκεκριμένη πράξη του Διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος και σε πολύ μικρότερο βαθμό στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις.

 

Η Επιτροπή Αμοιβών και Υποψηφιοτήτων είναι επιφορτισμένη με την εισήγηση προς το διοικητικό συμβούλιο για την επιλογή των εκτελεστικών (ή και των μη εκτελεστικών) μελών του διοικητικού συμβουλίου, καθώς και των ανώτατων στελεχών και τις αμοιβές τους. Παρακολουθεί τη διαδικασία, θέτει τις ποιοτικές προδιαγραφές και εισηγείται στο διοικητικό συμβούλιο την πρόσληψή τους, καθώς και το ύψος και τη φύση των αμοιβών τους μέσω της εγκεκριμένης πολιτικής αμοιβών. Η Επιτροπή Αμοιβών είναι επίσης υποχρεωτική για τις τράπεζες. Πρόκειται για τρεις επιτροπές καίριας σημασίας, εκ των οποίων επί του παρόντος, εξαιρουμένων των τραπεζών, μόνο η μία είναι υποχρεωτική βάσει του υφιστάμενου νομικού πλαισίου. Η υποχρεωτική λειτουργία τους και στις λοιπές οντότητες δημοσίου συμφέροντος πέραν των τραπεζών είναι κάτι που θεωρώ πως χρειάζεται επανεξέταση.

 

Οι παραπάνω επιτροπές είναι απαραίτητο να στελεχώνονται από άτομα εγνωσμένου κύρους και ηθικής. Τα στελέχη αυτά θα πρέπει να λαμβάνουν την ανάλογη αμοιβή, καθώς αναλαμβάνουν τεράστιο κίνδυνο.

 

Δυστυχώς σήμερα, αυτή την αμοιβή δεν φαίνεται ότι είναι διατεθειμένη να την πληρώσει η ελληνική αγορά, σε αντίθεση με την αμερικανική και τη διεθνή επιχειρηματική κοινότητα, η οποία την πληρώνει αδρά. Ειδικά αυτήν που αφορά τους προέδρους των ανεξάρτητων επιτροπών.

 

Ως εκ τούτου, λύση στο πρόβλημα θα ήταν η ισχυροποίηση του θεσμικού πλαισίου, μέσα από την υποχρεωτική σύσταση δύο επιπλέον ανεξάρτητων επιτροπών που θα ελέγχουν τον κίνδυνο και τις αμοιβές.

 

Όπως ήδη εξήγησα, το πρόβλημα επί της αρχής δεν είναι το θεσμικό πλαίσιο αυτό καθ’ αυτό. Έχουμε επαρκές νομικό πλαίσιο. Μάλιστα, είμαι ιδιαίτερα επιφυλακτικός εάν όντως χρειάζονται επιπλέον ρυθμίσεις μέσω υποχρεωτικών κανόνων δικαίου. Αυτό που ενδεχομένως θα βοηθούσε είναι η έκδοση κάποιων ειδικών αυστηρών οδηγιών από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς (η ΤτΕ εκδίδει τέτοιες οδηγίες για τις τράπεζες και τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές εταιρείες), οι οποίες να επιβάλλουν κάποιες ενέργειες εμμέσως χωρίς να χρειάζονται περισσότερες άμεσες νομοθετικές ρυθμίσεις. Σε κάθε περίπτωση, είναι αναμενόμενο ότι οι όποιες περαιτέρω νομικές ή κανονιστικές ρυθμίσεις θα επιφέρουν και πρόσθετες δαπάνες που αναπόφευκτα θα επιβαρύνουν τα λειτουργικά έξοδα των επιχειρήσεων. Ωστόσο, η ανάπτυξη ενός επαρκούς και αποτελεσματικού μοντέλου εταιρικής διακυβέρνησης θα έχει άμεση θετική επίπτωση ως προστιθεμένη αξία της τιμής της μετοχής.

 

Αυτή τη στιγμή υφίσταται ξανά ένας διεθνής προβληματισμός γύρω από το θέμα της εταιρικής διακυβέρνησης. Ένας προβληματισμός που υπάρχει από το 1992, από τότε δηλαδή που η Επιτροπή Cadbury στην Αγγλία έβαλε τις βάσεις για την εταιρική διακυβέρνηση. Και εκεί ακριβώς δημιουργείται το πρόβλημα. Αυτός ο προβληματισμός σχετίζεται άμεσα με την εμπιστοσύνη που μπορεί να έχουν οι ενδιαφερόμενοι στις οικονομικές καταστάσεις των επιχειρήσεων και ειδικά των οντοτήτων δημοσίου συμφέροντος.

 

Η εταιρική διακυβέρνηση βρίσκεται σε μια «γκρίζα περιοχή», μεταξύ του ήπιου και του θετικού δικαίου. Θετικό είναι το δίκαιο που έχει υποχρεωτικούς κανόνες δικαίου, ενώ ήπιο είναι το δίκαιο που εφαρμόζεται μεν, αλλά όχι μέσω δεσμευτικών κανόνων.

 

Ο προβληματισμός έγκειται στα όρια της νομικής παρέμβασης στο επιχειρείν και στη διοίκηση μιας επιχείρησης, καθώς το μοντέλο εταιρικής διακυβέρνησης έχει σημαντική επίδραση στη διοίκηση και τη λειτουργία της. Όσο προστίθενται υποχρεωτικοί κανόνες δικαίου, ενδεχομένως τόσο πιο πολύ επηρεάζεται το επιχειρείν και μπορεί να υποστηρίξει κάποιος ότι τελικά περιορίζεται η ελευθεριότητα στη διοίκηση.

 

Γι’ αυτό και ακούγεται ως λογικό να αντιδρά ο επιχειρηματίας, ο οποίος πέρα από τους περιορισμούς καλείται να πληρώσει και αυξημένο κόστος (χωρίς βέβαια να λαμβάνει υπόψη του την προστιθέμενη αξία στη μετοχή). O επιχειρηματίας δεν είναι διατεθειμένος να βάλει το χέρι στην τσέπη, δαπανώντας για πρόσθετα κόστη εταιρικής διακυβέρνησης, και ειδικά εποπτείας και ελέγχου, γιατί φοβάται ότι τελικά θα περιοριστούν τα κέρδη προς διανομή και εστιάζει μόνο σε αυτά. Το κόστος από τις επιπλέον αμοιβές των στελεχών που θα εμπλακούν στην εταιρική διακυβέρνηση και που θα χρειαστεί να προσλάβει εγγράφεται σε αυτό που οι λογιστές αποκαλούν κατάσταση αποτελεσμάτων, δηλαδή στα ετήσια καθαρά αποτελέσματα της εταιρείας.

 

Αυτό που σίγουρα παραγνωρίζεται είναι πως η ορθή τήρηση των κανόνων εταιρικής διακυβέρνησης είναι τελικά προς όφελος του μετόχου, ειδικά λόγω της αύξησης της τιμής της μετοχής της επιχείρησης, που συνδέεται με την αύξηση της εμπιστοσύνης των επενδυτών.

 

Αυτή τη στιγμή, ένας από τους λόγους που οι ξένοι αναλυτές μάλλον είναι δύσπιστοι στο ελληνικό χρηματιστήριο είναι και γιατί θεωρούν πως σε μεγάλο βαθμό δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της ορθής εταιρικής διακυβέρνησης στον βαθμό που θα προσδοκούσαν, όσον αφορά την ποιότητα της πληροφόρησης στις οικονομικές καταστάσεις και στις επιτροπές ελέγχου που έχουν συστήσει οι εισηγμένες σε αυτό εταιρείες.

 

Οι αναλυτές διεθνώς συνήθως δεν ασχολούνται με τα νούμερα στις οικονομικές καταστάσεις, όταν προηγουμένως αντιλαμβάνονται ότι η βάση των πληροφοριών αυτών είναι σαθρή και ετοιμόρροπη. Το ίδιο βλέπουν και οι τραπεζίτες όταν πρόκειται να αξιολογήσουν την έκδοση ενός νέου δανείου. Και γι’ αυτό ενδιαφέρονται να γνωρίζουν εάν οι εταιρείες που επιθυμούν αναδιάρθρωση του δανεισμού τους προτίθενται να εντάξουν στη διοίκηση ανθρώπους με περισσότερα προσόντα.

 

Η βελτίωση που θα πετύχουν στην αξία της μετοχής τους όσες εταιρείες προχωρήσουν προς αυτή την κατεύθυνση θεωρώ πως θα είναι ουσιώδης. Εάν αυτό το κάνουν όλοι στον επιθυμητό βαθμό, αυτόματα θα βελτιωθεί θεαματικά και η ποιότητα του ελληνικού χρηματιστηρίου και θα αυξηθεί η συνολική κεφαλαιοποίηση των μετοχών των ελληνικών εισηγμένων επιχειρήσεων.

 

Τι μας έχει διδάξει η περίπτωση της Folli Follie; Θεωρείτε σωστή την αντίδραση των εποπτικών αρχών για την αντιμετώπιση του προβλήματος;

 

Θα έλεγα ότι η αγορά είναι παγωμένη και ακόμη και μέχρι και σήμερα δεν έχει συνειδητοποιήσει το μήνυμα επαρκώς. Ωστόσο, σίγουρα υπάρχει εποπτική κινητικότητα για το θέμα από πλευράς Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και την Επιτροπή Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων (ΕΛΤΕ), και θεωρώ πως οι επόπτες κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση. Αν και πιστεύω ότι οι ενέργειες αυτές θα μπορούσαν να επιταχυνθούν, νομίζω ότι ο επόπτης κινείται με τη στρατηγική μιας ήπιας προσαρμογής προκειμένου να αποφευχθεί οποιαδήποτε πρόσθετη ανησυχία για το πρόβλημα με διάχυτες συστημικές επιπτώσεις. Ξέρετε, πολλές φορές όταν κάποια παρέμβαση γίνεται άτσαλα και υπό την πίεση των συνθηκών, μπορεί τελικά να αποφέρει αρνητικά αποτελέσματα, που επειδή υπεισέρχεται σημαντικά ο παράγοντας της εμπιστοσύνης και της ψυχολογίας μπορεί και να είναι μη αναστρέψιμα. Δε νομίζω ότι μια μεμονωμένη περίπτωση πρέπει να λάβει διαστάσεις συστημικού προβλήματος. Αυτό θα ήταν καταστροφικό και μάλλον άδικο.

 

Εκτιμώ πως οι εποπτικές αρχές (Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και ΕΛΤΕ) προσπάθησαν και προσπαθούν να χειριστούν συστημικά την υπόθεση της Folli Follie. Ψύχραιμα και μεθοδικά. Περιμένω και προσδοκώ ότι θα εντείνουν τις ενέργειές τους περισσότερο στοχευμένα στη συνέχεια.

 

Θα ήταν ενδιαφέρον, για παράδειγμα, να εξεταστεί η ποσοτική και ποιοτική επάρκεια των μελών που απαρτίζουν τις επιτροπές ελέγχου των εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών εταιρειών και το πώς παρακολουθούν τη δουλειά των εσωτερικών και εξωτερικών ελεγκτών. Ωστόσο, επιμένω πως το θέμα δεν είναι ο επόπτης αλλά η ανάπτυξη της κουλτούρας στις ελληνικές επιχειρήσεις. Ο επόπτης λειτουργεί σε σημαντικό βαθμό κατασταλτικά, δεν είμαι όμως σίγουρος ότι μπορεί στο συγκεκριμένο θέμα να παρέμβει αποτελεσματικά σε προληπτικό επίπεδο.

 

Προσδοκώ ότι κάποια στιγμή, όταν όλοι εφαρμόσουν σωστά την εταιρική διακυβέρνηση, θα αναδειχθεί ότι η συνολική κεφαλαιοποίηση στο ελληνικό χρηματιστήριο τελεί υπό τη διαχείριση σοβαρών και ηθικών ανθρώπων. Που ξέρουν τη δουλειά τους και δουλεύουν για το καλό του συστήματος και των μετόχων.

 

 

 

Ο Σταμάτης Δρίτσας έχει εικοσιπενταετή περίπου εμπειρία στην παροχή υπηρεσιών διασφάλισης και συμβουλευτικών υπηρεσιών διαχείρισης κινδύνου και εταιρικής διακυβέρνησης. Είναι o αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος και επικεφαλής του Επιστημονικού Συμβουλίου της SOL Crowe. Τα τελευταία δέκα χρόνια διδάσκει Εφαρμοσμένη Λογιστική, Ελεγκτική και Εταιρική Διακυβέρνηση σε μεταπτυχιακά προγράμματα του Ινστιτούτου Εκπαίδευσης Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών του ΕΚΠΑ και του Πανεπιστημίου του Πειραιά. Έχει δημοσιεύσει σημαντικό αριθμό άρθρων σχετικά με τη λογιστική, την ελεγκτική και την εταιρική διακυβέρνηση σε έγκυρα επαγγελματικά και επιστημονικά περιοδικά, επιστημονικούς τόμους και επιστημονικά συνέδρια.

 

Είναι ορκωτός ελεγκτής λογιστής μέλος του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών, πιστοποιημένο μέλος του Οργανισμού Διεθνών Λογιστών της Αγγλίας και πιστοποιημένος επαγγελματίας κινδύνου του Ινστιτούτου Διοίκησης Τραπεζών των ΗΠΑ.

 

Είναι πτυχιούχος του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου του Πειραιά, κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος στη φορολογία και την ελεγκτική του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστημίου και κάτοχος διδακτορικού διπλώματος στη λογιστική και την ελεγκτική από το ίδιο Πανεπιστήμιο, στο οποίο έχει ολοκληρώσει και τη μεταδιδακτορική του έρευνα.

Leave a Comment