Η επαναφορά της οξύτητας

Posted by Antonis D. Papagiannidis 17/04/2019 0 Comment(s) Οικονομική Επιθεώρηση,

Οικονομική Επιθεώρηση, Aπρίλιος 2019, τ. 981

ΑΝΑΛΥΣΗ του Αντώνη Παπαγιαννίδη

 

 

 

Μήπως όμως διαγράφεται στον ορίζοντα κάτι σαν υποχρεωτική συναίνεση/συνεννόηση;

 

Αναμενόμενο ήταν η πορεία προς τις κάλπες να συνοδευτεί κι αυτή τη φορά από ένταση στην οξύτητα, καθώς η παραδοσιακή συνταγή της πορείας, με διλήμματα και μετωπικές συγκρούσεις, επανεγκαταστάθηκε στο προσκήνιο. Και καθώς οι «αναπόφευκτες» Ευρωεκλογές της 26ης Μαΐου επιδιώκεται να προσλάβουν δημοψηφισματικό χαρακτήρα, ακόμη κι αν δεν επιδιωχθεί/χρειαστεί να συμπέσουν με πρόωρες εθνικές κάλπες…

 

Η οξύτητα στην οποία αναφερόμαστε προσλαμβάνει ένα σαφώς πιο επικίνδυνο περιεχόμενο, καθώς κατά ένα μέρος αρθρώνεται πάνω στον τραυματισμό που άφησε πίσω η Συμφωνία των Πρεσπών/το Μακεδονικό, με ό,τι έδειξαν οι παρελάσεις της 25ης Μαρτίου σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη ως ένταση – ευτυχώς συγκρατημένη. Αλλά και η συνολικά επιθετική στάση κοινωνιών στη Βόρεια Ελλάδα στο πλαίσιο προσπαθειών κυβερνητικών στελεχών να επεξηγήσουν –βέβαια… με κάποια καθυστέρηση– τις επιλογές που έγιναν. Και τις οποίες η διεθνή κοινότητα επιβράβευσε, αλλά… «στην κάλπη δεν ψηφίζει καμιά διεθνής κοινότητα».

 

Κατά ένα άλλο μέρος, η οξύτητα πήγε να αρθρωθεί και στην –πολύ πιο επικίνδυνη επί της ουσίας– ένταση με την Τουρκία, η οποία προεκλογικά ανέβασε τους τόνους διεκδίκησης των θαλάσσιων ζωνών της – από Μαύρη Θάλασσα μέσω Αιγαίου και μέχρις Ανατολικής Μεσογείου και Κύπρου. Τοποθετήσεις προσγείωσης της συζήτησης από κυβερνητικής πλευράς στην Αθήνα έφεραν άρνηση της αξιωματικής αντιπολίτευσης για κάθε ενδεχόμενο συνδιαλλαγής με την Άγκυρα – και τούτο ενώ υποτίθεται ότι μετά τις τουρκικές (τοπικές, αλλά με βάρος…) εκλογές θα προωθούνταν Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης. Η δε σχεδίαση του αγωγού EastMed αλλά και η εκμετάλλευση των κοιτασμάτων της Ανατ. Μεσογείου ανοίγει «αναγκαστικά» τη συζήτηση. Την οξύτητα τροφοδότησε και η απόπειρα της κυβέρνησης να συνεχίσει το άνοιγμα προς την ΚεντροΑριστερά/«προοδευτικό πόλο», τη μια με την ενθάρρυνση της Πρωτοβουλίας Πολιτών «Γέφυρα», την άλλη με τη μετάβαση σε εκλογικό σχήμα ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτικής Συμμαχίας. Το άνοιγμα αυτό έφερε ένταση από πλευράς ΚΙΝΑΛ, κυρίως όμως επανέφερε στο προσκήνιο τον Κώστα Σημίτη, ο οποίος –σε αντίθεση με τον Γιώργο Παπανδρέου, που έχει διαμορφώσει μια στάση ισορροπιών οι οποίες παραπέμπουν για μετά τις κάλπες– τάχθηκε όχι απλώς έντονα επικριτικά κατά του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και κατά της Συμφωνίας των Πρεσπών (αν και δεχόμενος την ανάγκη λύσης).

 

Και, φυσικά, η οξύτητα στην αντιπαράθεση έρχεται σε κάθε στροφή στη διαχείριση των θεμάτων καθημερινότητας, όπως αυτά συναρτώνται με τη διαχείριση της οικονομίας. Εδώ, η οξύτητα ενισχύθηκε και από την –πρόσκαιρη;– επιλογή της κυβέρνησης να επαναφέρει στο προσκήνιο, με αφορμή τη διαχείριση της ωρολογιακής βόμβας των «κόκκινων δανείων»/της αντικατάστασης του Νόμου Κατσέλη-Σταθάκη, τη λογική των μη συμφωνημένων με τους δανειστές κινήσεων στη μεταμνημονιακή περίοδο. Το στοιχείο οξύτητας δεν προήλθε τόσο από την επί της ουσίας διαφωνία σχετικά με την έκταση της προστασίας της πρώτης κατοικίας (την «περίμετρο» της προστασίας, όπως επικράτησε να λέγεται) ή με την υπαγωγή στην προστασία και (μικρών) επιχειρηματικών δανείων με υποθήκη πρώτη κατοικία, όσο από την «επιστράτευση» στη διαφωνία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Ποιος/πόσο θα ρισκάρει τελική αντιπαράθεση με την ΕΚΤ, στην τωρινή φάση αναζήτησης της κανονικότητας; Αλλά και ποιος, σε άμεση προεκλογική φάση, θα καταψηφίσει στη Βουλή ρύθμιση προστασίας της πρώτης κατοικίας;

 

 

 

 

Κάθε μεγάλη πορεία ξεκινάει με μικρά βήματα

Παρ’ όλο αυτό το σκηνικό, θα πάρουμε την πρωτοβουλία να διερωτηθούμε μήπως άρχισε στον ορίζοντα να διαγράφεται κάτι σαν υποχρεωτική συναίνεση/συνεννόηση. Αντιλαμβανόμαστε ότι αυτό ακούγεται παράδοξο, με δεδομένο το κλίμα των ημερών. Δείτε όμως τα βήματα του συλλογισμού:

 

Πρώτα-πρώτα έχουμε την ολοκλήρωση της διαδικασίας της συνταγματικής αναθεώρησης σε αυτήν την προαναθεωρητική Βουλή, έτσι όπως στην ουσία αποσυνέδεσε από τη (μη) εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας την πρόωρη διάλυση της Βουλής/συνεπώς τις πρόωρες μεθεπόμενες εκλογές. Αυτό βγάζει –όχι μόνον τώρα, αλλά και για τη συνέχεια της πολιτικής ζωής στα χρόνια που έρχονται– από τη μέση έναν διαταρακτικό παράγοντα. Το να χάνει δηλαδή μια κυβέρνηση τη δυνατότητα να ολοκληρώσει την πολιτική της από ένα είδος πολιτικής καραμπόλας. Έτσι, οι "παρενθέσεις" (όπως η πολυσυζητημένη τώρα "δεξιά παρένθεση" για τις αναμενόμενες σε λιγότερο από 2, ή πάντως 7, μήνες εκλογές) παύουν, υποτίθεται, να ασκούν την αποδιαρθρωτική τους επιρροή.

 

Εν τω μεταξύ, όμως, σοβαρότερα ζητήματα ήρθαν στο προσκήνιο. Που μπορεί σε πρώτη φάση να λειτουργήσουν ως καύσιμη ύλη για ανάφλεξη της προεκλογικής αναμέτρησης, όμως περισσότερο σε βάθος χρόνου μπορεί/καλό θα ήταν να φέρουν αλλαγές νοοτροπίας. Δείτε για παράδειγμα τη διαχείριση της οικονομίας και τις σχέσεις με τους "εταίρους". Στο Eurogroup του Μαρτίου, για "θετικό κλίμα" για την Ελλάδα είχε μιλήσει ο πρόεδρος του Eurogroup Μάριο Σεντένο –πριν ξεκινήσει η συνεδρίαση– χαιρετίζοντας επιπλέον ως "εξαιρετικά νέα" την έκδοση του 10ετούς ομολόγου. Για "μεγάλη πρόοδο" είχε μιλήσει ο αντιπρόεδρος της Επιτροπής Βάλντις Ντομπρόβσκις, που βρήκε μεν "εντός τροχιάς" τις μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα. Είχε προηγηθεί, βέβαια, η προσήκουσα διαρροή "υψηλού αξιωματούχου" στις Βρυξέλλες ή/και του Κλάους Ρέγκλινγκ του ESM για "ανοιχτά ζητήματα", με κύριο το να καταλήξουν οι λεπτομέρειες (όπου, ως γνωστόν, ενοικεί ο διάβολος…) του καθεστώτος προστασίας της πρώτης κατοικίας/του διαδόχου σχήματος του Νόμου Κατσέλη-Σταθάκη.

 

Ποιος/πώς θα ξαναδεί τα πρωτογενή πλεονάσματα;

Πιο αρνητική/ψυχρή υπήρξε η μεταμνημονιακή Έκθεση του ΔΝΤ για την Ελλάδα. Η οποία, είναι αλήθεια, είχε αφεθεί για μετά την αποτίμηση της έκδοσης του 10ετούς/ benchmark ομολόγου (που και το Μηνιαίο Δελτίο του ΣΕΒ το καλωσόρισε: "Επιτυχής έξοδος στις αγορές, αλλά με μέτρια ανάκαμψη της οικονομίας"). Μάλιστα, δεν υπήρξε και αντίδραση στη διακινούμενη πληροφορία για πρόωρη αποπληρωμή μέρους των δανείων του Ταμείου προς την Ελλάδα. (Στο πλαίσιο της συνεδρίασης ΔΣ του Ταμείου διευκρινίστηκε ότι "η Ελλάδα είναι σε θέση να αποπληρώσει τα δάνειά της", αλλά δεν έχει ζητήσει επισήμως πρόωρη αποπληρωμή – που είναι "θέμα της Αθήνας και των Ευρωπαίων δανειστών" να αποφασισθεί")

 

Πάντως, η πλήρης τοποθέτηση του Ταμείου και το θέμα της μείωσης του αφορολόγητου από 1/1/2020 επανέφερε, και για τις ελληνικές τράπεζες (ξανα)χτύπησε καμπανάκι θεωρώντας τις "ευάλωτες" (άβολο αυτό, καθώς μόλις είχε υπάρξει αναβάθμισή τους, μετά την αναβάθμιση της Ελλάδας από τη Moody’s, αλλά και επίκεινται οι κινήσεις διαχείρισης των "κόκκινων δανείων" μέσω οχημάτων τα οποία θα αξιολογηθούν και αυτά προκειμένου να απορροφηθούν από τις αγορές), αλλά και για την αύξηση του κατώτατου μισθού και την ανταγωνιστικότητα είχε να καταθέσει επιφυλάξεις. Κυριότατα, όμως, το ΔΝΤ χτύπησε τη μεγάλημεγάλη καμπάνα για τη βόμβα αναδρομικών των δικαστικών αποφάσεων. Που μπορεί μέχρι και 1% του ΑΕΠ να απορροφά κάθε χρόνο…

 

Ακολούθησε εμπλοκή στις διαπραγματεύσεις, πειρασμός για μονομερή νομοθέτηση προστασίας πρώτης κατοικίας– τα γνωστά. Τα όρια προστασίας: ύψος προστατευόμενης οφειλής, αντικειμενική αξία κατοικίας, υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία, συνεχώς συμπιέζονταν. Προεκλογικά, αυτό.

 

Όμως σε όλην αυτή τη διαδρομή, η βαθύτερη εμπλοκή ήταν η "προληπτική" απόκρουση του βασικού εναλλακτικού σχεδίου για την ελληνική οικονομία. Εκείνου που (με φόντο παλιότερες τοποθετήσεις Νίκου Χριστοδουλάκη και Γιάννη Στουρνάρα) είχε αναδείξει, ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης και δημοσκοπικά προπορευόμενος, ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Δηλαδή διεκδίκηση μικρότερου πρωτογενούς πλεονάσματος από το συμφωνημένο 3,5% του ΑΕΠ μέχρι και το 2022 με ταυτόχρονη μεταβολή του μείγματος πολιτικής ώστε –κυρίως μέσω περιορισμού της φορολογικής επιβάρυνσης– να επιχειρηθεί επαναφορά σε πιο γρήγορη ανάπτυξη. Παρά το ότι ο Κ. Μητσοτάκης πέτυχε μιαν αρχική πολιτική στήριξη στο πλαίσιο του ΕΛΚ, παρά το ότι διευκρίνισε πως πρώτα θα επιχειρήσει να αποδείξει αξιοπιστία μέχρι και την εφαρμογή του Προϋπολογισμού 2020…) κι ύστερα να συζητήσει για μείωση των πλεονασμάτων, παρά και το ότι η διαφορά θα επιδιωκόταν να ανακατευθυνθεί σε επενδύσεις, η συνολική τάση των "εταίρων" παρέμεινε αρνητική.

 

Πώς αλλιώς, παρά με μια ευρύτερη συναίνεση/συνεννόηση, θα μπορούσε να προχωρήσει κι εδώ η συζήτηση;

Leave a Comment