Πρώτοι, αλλά με μικρότερη διαφορά

Posted by economia 18/06/2019 0 Comment(s) Οικονομική Επιθεώρηση,

Οικονομική Επιθεώρηση, Ioύνιος 2019, τ. 983

ΝΑΥΤΙΛΙΑ του Αντώνη Τσιμπλάκη

 

 

 

 

Ο ελληνόκτητος στόλος διατηρήθηκε στην κορυφή της παγκόσμιας κατάταξης το 2018, αλλά με μεγέθη ελαφρώς μικρότερα

 

 

Με έναν στόλο που η αξία του ξεπερνά τα 105 δισ. δολάρια, παραμένοντας σταθερά στην πρώτη θέση σε παγκόσμιο επίπεδο, η ελληνόκτητη αρμάδα, για πρώτη φορά την τελευταία δεκαετία, καταγράφει διορθωτική κίνηση, με μικρή μείωση των μεγεθών της. Οι λόγοι γι’ αυτό είναι από τη μία η ανανέωση του στόλου προκειμένου να παραμείνει σύγχρονος και πρώτη επιλογή των μεγάλων ναυλωτών πλοίων σε όλο τον κόσμο και από την άλλη η εξαιρετικά ρευστή αγορά. Μια αγορά που έχει δεχθεί πιέσεις τόσο από τον εμπορικό πόλεμο μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας όσο και από το γεγονός ότι από την 1η Ιανουαρίου 2020 μπαίνουν σε εφαρμογή οι νέοι περιβαλλοντικοί κανονισμοί του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού και πολλά από τα παλαιότερα πλοία του στόλου κρίνεται ασύμφορο να συνεχίσουν να δραστηριοποιούνται στις αγορές. Ταυτόχρονα, και οι ίδιες οι αγορές δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερη σταθερότητα, όπως για παράδειγμα αυτή των πλοίων μεταφοράς χύδην ξηρού φορτίου, που έχει πέσει κατακόρυφα τους τελευταίους τρεις μήνες.

 

Το πολύπλοκο και έντονα ανταγωνιστικό περιβάλλον στο οποίο δραστηριοποιείται παγκοσμίως η ελληνόκτητη ναυτιλία είχε σαν αποτέλεσμα, σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα η Ελληνική Επιτροπή Ναυτιλιακής Συνεργασίας του Λονδίνου (GSCC), ο στόλος να μειωθεί κατά 131 πλοία και κατά 2,37 εκατ. τόνους μεταφορικής ικανότητας (dwt). Την ίδια περίοδο του 2018 μετρούσε 4.148 πλοία, συνολικής χωρητικότητας 341,9 εκατ. dwt και 199,2 εκατ. gt. Φέτος όμως οι γνωστοί σε όλο τον κόσμο ως «Greeks» ελέγχουν έναν στόλο από 4.017 πλοία συνολικής χωρητικότητας 339,54 εκατ. dwt και 198,1 εκατ. gt.

 

Σήμερα ο ελληνικών συμφερόντων στόλος αντιπροσωπεύει το 7,2% του παγκόσμιου στόλου, αλλά και το 15,9% της παγκόσμιας χωρητικότητας (dwt). Η δυναμική των «Greeks» είναι ακόμα μεγαλύτερη, αν προσεγγίσει κανείς και τα επιμέρους στατιστικά στοιχεία της HIS Markit, που έκανε την έρευνα για λογαριασμό του GSCC.

 

Και τα επιμέρους αυτά στοιχεία δείχνουν ότι οι ελληνικές ναυτιλιακές εταιρείες ελέγχουν το 26,9% του παγκόσμιου στόλου δεξαμενόπλοιων και το 15,5% του παγκόσμιου στόλου πλοίων μεταφοράς χύδην ξηρού φορτίου. Επίσης, βρίσκονται πολύ κοντά στους Ιάπωνες στη διαχείριση πλοίων μεταφοράς φυσικού αερίου ή άλλων πλοίων τύπου gas. Από τον παγκόσμιο στόλο, που αριθμεί 1.961 πλοία, σε ελληνικά χέρια βρίσκονται 208 πλοία, με τα ελληνικά συμφέροντα να μειώνουν συνεχώς την ψαλίδα από τους Ιάπωνες, που βρίσκονται στην πρώτη θέση, και αυτό παρά το γεγονός ότι η Ιαπωνία είναι ένας από τους μεγαλύτερους εισαγωγείς φυσικού αερίου στον κόσμο.  

 

Αλλά και οι ηλικίες των ελληνικών συμφερόντων πλοίων παραμένουν σε πολύ χαμηλά επίπεδα, με τον μέσο όρο τους να παραμένει στα 2,5 χρόνια κάτω από τα παγκόσμια δεδομένα. Πιο συγκεκριμένα, ο μέσος όρος ηλικίας του στόλου που διαχειρίζονται Έλληνες εφοπλιστές είναι τα 11,2 έτη, ενώ ο παγκόσμιος στόλος έχει μέσο όρο ηλικίας τα 13,7 έτη. Στα μεγάλα πλοία της ποντοπόρου ναυτιλίας ο μέσος όρος είναι ακόμα μικρότερος. Και αυτό διότι ο μέσος όρος ηλικίας του στόλου με βάση τα dwt είναι στα 9,3 έτη, ενώ σε παγκόσμιο επίπεδο είναι 9,5 έτη.

 

 

 

 

Η ναυμαχία των νηολογίων

 

Ένα κρίσιμο συμπέρασμα που προκύπτει από τα στοιχεία της έρευνας του GSCC είναι ότι το ελληνικό νηολόγιο δεν είναι πρώτο πια στις προτιμήσεις των Ελλήνων εφοπλιστών, ούτε σε αριθμό πλοίων, ούτε με όρους μεταφορικής ικανότητας. Η ελληνική σημαία, που πριν από λίγα χρόνια εκπροσωπούσε περί το 25% της χωρητικότητας του ελληνόκτητου στόλου και «κυμάτιζε» στο υψηλότερο σημείο, τώρα έχει πέσει στην τρίτη θέση σε αριθμό πλοίων, αφού άλλα δύο νηολόγια που πριν από 30 χρόνια θεωρούνταν «σημαίες ευκαιρίας» έχουν αναβαθμίσει πολύ τα ποιοτικά χαρακτηριστικά τους και θεωρούνται από τα καλύτερα στον κόσμο, ενώ τείνουν να μειώνουν τη γραφειοκρατία που κυριαρχεί παραδοσιακά στα ελληνικά πράγματα. Ένα ακόμη μειονέκτημα του ελληνικού νηολογίου είναι η απαίτηση για Έλληνες αξιωματικούς, που όμως πλέον δεν φτάνουν για να καλύψουν τις ανάγκες του στόλου, ενώ και η πολιτεία δεν έχει κάνει ακόμα ένα βήμα μπροστά ώστε να δώσει τη δυνατότητα σε ελληνικά ιδιωτικά ανώτατα ιδρύματα να καλύψουν τη ζήτηση.

 

Αυτή τη στιγμή η Λιβερία αριθμεί 840 ελληνόκτητα πλοία και τα Νησιά Μάρσαλ 838, με 72,5 εκατ. dwt η μία και 68 εκατ. dwt η άλλη σημαία, και διαθέτουν το 21,3% και το 20% της χωρητικότητας αντίστοιχα. Η ελληνική σημαία, στην οποία βρίσκονται 671 πλοία, είναι στη δεύτερη θέση παγκοσμίως όσον αφορά τη χωρητικότητα, που φτάνει τα 68,2 εκατ. dwt, και αποτελεί το 20,1% της συνολικής χωρητικότητας.

 

Ωστόσο, τον τελευταίο χρόνο δέχθηκε πολύ μεγάλη πίεση, αφού έχασε 52 πλοία, συνολικής μεταφορικής ικανότητας 6,2 εκατ. dwt. Χαμένες όμως βγήκαν και άλλες σημαίες που έχουν παραδοσιακά πολλά πλοία ελληνικών συμφερόντων. Για παράδειγμα, η Κύπρος, παρά το γεγονός ότι κάνει μεγάλη προσπάθεια να ενδυναμώσει τη θέση της ως ναυτιλιακό κέντρο, έχασε τον τελευταίο χρόνο 26 ελληνόκτητα πλοία, ενώ ο Παναμάς και η Μάλτα απώλεσαν 18 και εφτά πλοία αντίστοιχα.

 

Η Μάλτα έχει στο νηολόγιό της 687 πλοία 63,585 εκατ. dwt, ο Παναμάς 337 πλοία 21,258 εκατ. dwt, η Κύπρος 248 πλοία 19,047 εκατ. dwt και οι Μπαχάμες 222 πλοία χωρητικότητας 18,970 εκατ. dwt.

 

Συνολικά, ο ελληνικών συμφερόντων στόλος είναι καταγεγραμμένος σε 33 διαφορετικά νηολόγια.  

 

 

 

 

Ανά κατηγορία

 

Η μείωση του ελληνόκτητου στόλου την τελευταία χρονιά τόσο σε αριθμό πλοίων όσο και σε συνολική χωρητικότητα οφείλεται κυρίως σε δύο κατηγορίες πλοίων που αντιμετωπίζουν μεγάλη αστάθεια στην αγορά τους. Πρόκειται για τα πλοία μεταφοράς χύδην ξηρού φορτίου και τα πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων. Και οι δύο αγορές βρίσκονται υπό πίεση, η οποία έχει ενταθεί περαιτέρω και από την κόντρα που έχει ξεσπάσει ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα. Πιο συγκεκριμένα, στα δεξαμενόπλοια η αρνητική μεταβολή είναι οριακή (μείον τρία πλοία στα 798 πλοία το 2019, από 801 πλοία το 2018, αλλά η απώλεια σε dwt είναι μεγαλύτερη, 690.000).

 

Αντίθετα, στα πλοία μεταφοράς αερίων χάνουν σε αριθμό πλοίων, αλλά κερδίζουν 1,48 εκατ. σε dwt, αφού προστέθηκαν πολλά νέα LNG carriers στον ελληνόκτητο στόλο.

 

Στα bulk carriers οι απώλειες φτάνουν τις 35, ενώ με όρους χωρητικότητας τους 900.000 τόνους, ενώ στα containerships η μείωση ανέρχεται σε 20 πλοία χωρητικότητας 1,2 εκατ. dwt.

 

 

Οι νηογνώμονες

 

Ο πρώτος νηογνώμονας στις προτιμήσεις των Ελλήνων εφοπλιστών είναι ο αγγλικός, ο Lloyd’s Register, με 809 πλοία φέτος από 836 πέρσι. Ακολουθεί ο ABS με 781 πλοία, ίδιος αριθμός με πέρσι, ενώ ο ιαπωνικός νηογνώμονας (Class NK) διαθέτει 709 πλοία στην κλάση του από 746 πέρσι. Ο γαλλικός (BV) κέρδισε δύο πλοία σε σχέση με πέρσι και έφτασε τα 679 πλοία και ο DNV GL έχει στην κλάση του 599 πλοία από 655 πέρσι, ενώ ο Rina είναι στα 215 πλοία από 205 το 2018. Σημειώνεται πάντως ότι σε όρους χωρητικότητας ο αμερικανικός νηογνώμονας, ο ABS, έρχεται πρώτος.

 

Όσον αφορά τα ελληνόκτητα πλοία που είναι στην ελληνική σημαία, στον ABS βρίσκονται τα 185 από 202 πέρσι, 164 στον Lloyd’s από 194 πέρσι και 108 στον DNV GL έναντι 110 πέρσι. Ακολουθεί ο RINA με 77 πλοία από 82 πέρσι, ο BV με 64 πλοία, ο ClassNK με 17 και ο CCS με 17 πλοία.

 

 

Η παρουσία στην Ελλάδα

 

Εκτός από τον ελληνόκτητο στόλο και τα πλοία υπό ελληνική σημαία πολύ σημαντικό ρόλο στη διαχείριση και περαιτέρω ανάπτυξη αυτού του ναυτιλιακού κεφαλαίου στην Ελλάδα διαδραματίζουν οι ναυτιλιακές εταιρείες του Ν. 27/1975, οι οποίες έχουν εγκαταστήσει γραφεία στην Ελλάδα και διαχειρίζονται πλοία ελληνικής ή ξένης σημαίας άνω των 500 κ.ο.χ., καθώς και οι ναυτικές εταιρείες του Ν. 959/1979, οι οποίες έχουν στην κυριότητά τους πλοία ελληνικής σημαίας και διαχειρίζονται ελληνικής ή ξένης σημαίας πλοία.

 

Στο τέλος του 2018, ο συνολικός αριθμός των ενεργών εταιρειών του άρθρου 25 του Ν. 27/1975 ήταν 1.401 εταιρείες έναντι 1.387 εταιρειών την 31/12/2017. Συγκρίνοντας τα στοιχεία του έτους 2018 με το έτος 2017 προκύπτει αύξηση του συνολικού αριθμού των εγκατεστημένων ναυτιλιακών εταιρειών του Ν. 27/1975 σε ποσοστό 1%, ακολουθώντας τη συνολική αυξητική πορεία των τελευταίων ετών σε όρους εγκατεστημένων στη χώρα μας διαχειριστριών εταιρειών. Από το σύνολο των 1.401 εταιρειών, 795 δραστηριοποιήθηκαν στον τομέα της διαχείρισης πλοίων και 606 δραστηριοποιήθηκαν στα λοιπά ναυτιλιακά αντικείμενα (μεσιτεία ναυλώσεων, αγοραπωλησιών, ναυπηγήσεων κ.λπ.).

 

Όσον αφορά τον αριθμό των διαχειριζόμενων πλοίων από τις εγκατεστημένες ναυτιλιακές εταιρείες του άρθρου 25 του Ν. 27/1975, την 31/12/2018 αυτός ανερχόταν σε 4.456 πλοία με χωρητικότητα 200,03 εκατ, ο.χ. έναντι 4.353 πλοίων με χωρητικότητα 193,42 εκατ. ο.χ. την 31/12/2017. Συγκρίνοντας τα στοιχεία του έτους 2018 με τα αντίστοιχα του έτους 2017 διαπιστώνεται σημαντική αύξηση τόσο του αριθμού του διαχειριζόμενου, από τις εγκατεστημένες εταιρείες, στόλου κατά 2,37% όσο και της χωρητικότητας αυτού κατά 3,42%. Το 2% των διαχειριστριών εταιρειών διαχειρίζεται περισσότερα από 50 πλοία, ενώ το 8% περισσότερα από 20 πλοία.

 

Το προσωπικό που απασχολήθηκε το έτος 2017 στις παραπάνω εταιρείες ανήλθε στα 17.061 άτομα, εκ των οποίων 15.465 Έλληνες και 1.596 αλλοδαποί. Αντίστοιχα, το έτος 2016 είχαν απασχοληθεί 16.467 άτομα, εκ των οποίων 14.901 Έλληνες και 1.566 αλλοδαποί. Από τα συγκεκριμένα στοιχεία προκύπτει ότι κατά το έτος 2017 υπήρξε αύξηση στην απασχόληση περί τους 594 εργαζομένους (κατά 95% Έλληνες) σε σχέση με το έτος 2016, ήτοι ποσοστό 3,6%. Η αύξηση αυτή αποτυπώνει τη δυναμική της ελληνικής ναυτιλίας, η οποία συνεχίζει να παρέχει ποιοτικές θέσεις εργασίας υποστηρίζοντας την απασχόληση. Το εν λόγω ανθρώπινο δυναμικό (αρχιπλοίαρχοι, αρχιμηχανικοί, λογιστές, ναυπηγοί, ηλεκτρολόγοι μηχανολόγοι, ναυτιλιακοί δικηγόροι κ.λπ.) είναι απολύτως εξειδικευμένο και με υψηλή τεχνογνωσία περί τη ναυτιλία, προσδίδοντας υπό την έννοια αυτή ιδιαίτερη βαρύτητα σε έναν από τους βασικούς επιδιωκόμενους στόχους για τη δημιουργία ενός ανταγωνιστικού ναυτιλιακού πλέγματος και αναδεικνύοντας παράλληλα τη χώρα μας, και ιδιαίτερα την ευρύτερη περιοχή του Πειραιά, ως ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα διεθνούς ναυτιλιακής τεχνογνωσίας (maritime cluster know-how), προσδίδοντας σημαντικά οφέλη και στην ελληνική οικονομία.

 

Σε ό,τι αφορά τις ναυτικές εταιρείες του Ν. 959/79 (κυρίως πλοία ενδομεταφορών), ο συνολικός αριθμός των ενεργών εταιρειών την 31/12/2018 ανερχόταν σε 3.665 εταιρείες έναντι 3.622 εταιρειών την 31/12/2017 (αύξηση κατά 1,19%).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Leave a Comment