Θεσσαλονίκη, αρμός δύο κόσμων

Posted by economia 09/09/2019 0 Comment(s) ,

Οικονομική Επιθεώρηση, Σεπτέμβριος 2019, τ. 986

Φάκελος 84η ΔΕΘ του Γιώργου Πρεβελάκη*

 

 

 

 

 

 

Η πόλη αντιπροσωπεύει με ιδανικό τρόπο την άρθρωση ανάμεσα στον μεσογειακό και τον σλαβικό κόσμο και παραμένει ένα παράθυρο στην Ανατολή

 

 

 

Απέναντι στα αυτοκρατορικά κέντρα, το ρωμαϊκό, το βυζαντινό ή το οθωμανικό, οι επιμέρους κοινωνίες είχαν μιαν απλή στάση. Με τέτοια διαφορά ισχύος ανάμεσα στην τοπική κλίμακα και την αυτοκρατορική διάσταση, δεν μπορούσαν ούτε να ωφελήσουν ούτε να βλάψουν την αυτοκρατορία. Απλώς αμύνονταν στην αρπακτικότητα του κέντρου και προσπαθούσαν να εξασφαλίζουν προσόδους.

 

Η στάση της Ελλάδας απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση θυμίζει τη συμπεριφορά των παλαιών υπηκόων της αυτοκρατορικής εξουσίας. Με το βλέμμα στην «Υψηλή Πύλη», στις Βρυξέλλες, η ελληνική κοινωνία, από το 1981 και εξής, αναζητεί επιδοτήσεις και δάνεια· ταυτοχρόνως, προσπαθεί να διαλάθει την προσοχή των ελεγκτικών μηχανισμών. Αυτή η στάση εξόργισε τους πολίτες των άλλων κρατών-μελών με διαφορετικές ιστορικές καταβολές και ανάγκες.

 

Αν στο παρελθόν ήταν δυνατόν να συντηρεί η ελληνική κοινωνία την ψευδαίσθηση μιας παντοδύναμης Ευρώπης, σήμερα δεν υπάρχουν τέτοια περιθώρια. Οι φυγόκεντρες τάσεις, η εχθρική στάση των Ηνωμένων Πολιτειών, οι ποικιλόμορφοι λαϊκισμοί, ο ανταγωνισμός με τη Ρωσία και την Κίνα, το μεταναστευτικό, όλα αυτά έχουν ήδη διαβρώσει την εικόνα της άτρωτης Ευρώπης. Είναι φανερό ότι, για να επιβιώσει η Ευρώπη, απαιτείται η συνδρομή όλων. Η ελληνική κοινωνία πρέπει να αλλάξει στάση και τακτική: αντί να αναζητεί τι μπορεί να κάνει η Ευρώπη γι’ αυτήν, πρέπει να αναρωτηθεί τι μπορεί να κάνει η ίδια για την Ευρώπη. Τα διακυβεύματα είναι τεράστια. Μια ενδεχόμενη αποσύνθεση της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως τη γνωρίζουμε θα είχε τεράστιο κόστος για την Ελλάδα.

 

Αυτή την ιδέα διατύπωσε ήδη το 1983, δύο χρόνια μετά την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ, ο Chris M. Woodhouse. Σε άρθρο του για τη σχέση Ελλάδας και Ευρώπης[1], όρισε σαφώς δύο τομείς στους οποίους, κατ’ αυτόν, η ένταξη της Ελλάδας θα συνέβαλλε θεμελιακά στο ευρωπαϊκό σχέδιο. Ο πρώτος τομέας εστίαζε στη μεσογειακή της διάσταση και ταυτότητα, καθώς «το κέντρο του ενδιαφέροντος της Ευρώπης επέστρεψε στη Μεσόγειο… κίνηση προς τη σωστή κατεύθυνση». Η διεύρυνση προς την Ισπανία και την Πορτογαλία, η οποία ακολούθησε, προεξέτεινε την ελληνική ένταξη και ενίσχυσε τη μετατόπιση του ευρωπαϊκού κέντρου βάρους προς τη Μεσόγειο.

 

Η δεύτερη συνεισφορά της Ελλάδος, πάντα κατά τον Chris Woodhouse, ήταν να ανοίξει «ένα παράθυρο στην Ανατολή». Καθώς ακόμη διαρκούσε ο Ψυχρός Πόλεμος, ως Ανατολή οριζόταν ο κομμουνιστικός κόσμος. Χάρη στην πολιτική του Κωνσταντίνου Καραμανλή, «το βόρειο σύνορο της Ελλάδας είναι το πλέον ανοικτό σύνορο οπουδήποτε μεταξύ δυτικής και ανατολικής Ευρώπης», διεπίστωνε ο Woodhouse. Οι παλαιοί πολιτισμικοί και θρησκευτικοί δεσμοί ανάμεσα στον ελληνισμό και τον σλαβόφωνο κόσμο παρείχαν στην Ελλάδα τη δυνατότητα να διευκολύνει την επανένωση της Ευρώπης.

 

Πέρασαν από τότε πάνω από τριάντα πέντε χρόνια. Ο Ψυχρός Πόλεμος τελείωσε, ο κομμουνιστικός κόσμος και, ιδιαίτερα, τα Βαλκάνια πέρασαν διά πυρός και σιδήρου. Η Ελλάδα, αντί να λειτουργήσει ως «παράθυρο στην Ανατολή», βρέθηκε εμπλεγμένη στα βαλκανικά προβλήματα· βαλκανοποιήθηκε. Ταυτοχρόνως, η Ευρωπαϊκή Ένωση άλλαξε προσανατολισμό. Η πολιτική της διεύρυνσης, εμπνευσμένη από τη γερμανική αντίληψη της Mitteleuropa, έστρεψε την προσοχή προς τα βορειοανατολικά, μειώνοντας σημαντικά το ενδιαφέρον για τη Μεσόγειο. Η αντίθετη προσπάθεια του Γάλλου προέδρου, με καταγωγή από τη Θεσσαλονίκη, Νικολά Σαρκοζί να επαναπροσανατολίσει την Ευρώπη προς τη Μεσόγειο με τη «Μεσογειακή Ένωση» ενταφιάστηκε κάτω από τις γερμανικές αντιδράσεις.

 

Κατά τις τρεις παρελθούσες δεκαετίες, η Ελλάδα ούτε θέλησε ούτε επιχείρησε να επιτελέσει τη διπλή αποστολή την οποία οραματίστηκε ο Woodhouse.

 

Η σημερινή ευρωπαϊκή κρίση δεν είναι άσχετη προς τις εξελίξεις αυτές. Η Ευρώπη κατέστη υπερβολικά ηπειρωτική· με το Brexit κινδυνεύει να απομακρυνθεί ακόμη περισσότερο από τον μελλοντικό ορίζοντα της ανθρωπότητας, τη θάλασσα. Επίσης, δυσκολεύεται να διαχειριστεί τις νοτιοανατολικές της περιφέρειες. Τα δυτικά Βαλκάνια αποτελούν μια μαύρη τρύπα στον κορμό της, η σχέση με την Τουρκία έχει καταστεί προβληματική. Η ελληνική βοήθεια και στους δύο αυτούς τομείς είναι ζωτική. Η διάγνωση του Woodhouse επικαιροποιείται και πάλι.

 

Το ελληνικό έδαφος, στο σύνολό του, προσφέρεται για τη γεωπολιτική αυτή αναδιάρθρωση: παράθυρο προς την Ανατολή, μετατόπιση του κέντρου βάρους προς τη Μεσόγειο. Το σημείο όπου οι δύο αυτές επιταγές συναντώνται αρμονικά είναι η Θεσσαλονίκη. Η πόλη αυτή αντιπροσωπεύει με ιδανικό τρόπο την άρθρωση ανάμεσα στον μεσογειακό και τον σλαβικό κόσμο.

 

Στις προγραμματικές του δηλώσεις ο πρωθυπουργός έδωσε ιδιαίτερη σημασία στη συμβολική διάσταση. Η συμβολική επανεκκίνηση της Ελλάδας πρέπει όμως να είναι απτή, να εκφράζεται και μέσα από τον αρχιτεκτονικό και πολεοδομικό σχεδιασμό. Με τις μεγάλες παρεμβάσεις τις οποίες εξήγγειλε, ο πρωθυπουργός έθεσε την προτεραιότητα στη στενή σχέση ανάμεσα στην πολιτική και τα απτά σύμβολα. Οι περισσότερες από αυτές αφορούν, όπως είναι φυσικό, τον χώρο της πρωτεύουσας. Η ευρωπαϊκή συμβολική της Αθήνας είναι αναμφίβολα καταλυτική, όμως απαιτεί εικονογραφίες οι οποίες θα πρέπει να αναζητηθούν αλλού – εν όψει, μάλιστα, της 200ής επετείου από την Επανάσταση. Η σχέση της Αθήνας με την αρχαιότητα δεν μπορεί να παρακαμφθεί. Αυτή η πόλη, δημιουργία του ευρωπαϊκού νεοκλασικισμού, σχετίζεται άμεσα με την εγκαθίδρυση των δημοκρατικών θεσμών και της νεωτερικότητας σε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο.

 

Η Θεσσαλονίκη, η συμπρωτεύουσα, επιτρέπει να ανοίξει ένα άλλο συμβολικό κεφάλαιο το οποίο συνδέεται με τη διπλή αποστολή της Ελλάδας, όπως την όρισε ο Woodhouse. Στο ίδιο πλαίσιο, τη συμβολική επανεκκίνηση της Ελλάδος, ο πρωθυπουργός εξήγγειλε την ανάπλαση του εκθεσιακού χώρου της Διεθνούς Εκθέσεως· προσέφερε, δηλαδή, την απαραίτητη ώθηση για έναν ουσιαστικό καθολικό προβληματισμό στην πόλη.

 

Η Θεσσαλονίκη και, στην αντίπερα όχθη, η Σμύρνη υπήρξαν δύο εξαιρετικά σημαντικές πόλεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δύο θαλάσσιες απολήξεις μιας μεγάλης ενδοχώρας. Η Θεσσαλονίκη εξυπηρετούσε ένα μεγάλο μέρος από τα Βαλκάνια, η Σμύρνη ένα μεγάλο μέρος από τη Μικρά Ασία. Και οι δύο πόλεις είχαν έναν ανάμεικτο πληθυσμό, αντανάκλαση των πολλαπλών εμπορικών δικτύων με τα οποία συνδέονταν. Και οι δύο πόλεις, σε αντίθεση με την οπισθοδρόμηση και την απομόνωση της αγροτικής τους ενδοχώρας, εξέφραζαν και βίωναν έναν έντονο κοσμοπολιτισμό. Όπως ήταν φυσικό, οι ανοικτές αυτές κοινωνίες προκαλούσαν φθόνο, ζήλειες και ανταγωνισμούς, τους οποίους απελευθέρωσαν οι ανερχόμενοι εθνικισμοί.

 

Η «τουρκοποίηση» του πληθυσμού της Σμύρνης έγινε με τη βιαιότητα που οδήγησε στην καταστροφή της. Η Θεσσαλονίκη άρχισε να χάνει την πολιτισμική της πολυμορφία όταν εντάχθηκε στην ελληνική επικράτεια. Ως συνέπεια, μια σημαντική σεφαραδική, θεσσαλονικιώτικη διασπορά μετανάστευσε στην Ευρώπη, με κύρια εστία το Παρίσι. Κατά τη γερμανική Κατοχή, οι ναζιστικοί διωγμοί εξαφάνισαν πλήρως τους εναπομείναντες. Τραγική ειρωνεία της τύχης, πολλοί Εβραίοι της Θεσσαλονίκης που είχαν εγκατασταθεί στο Παρίσι υπέστησαν την ίδια μοίρα με όσους ομοθρήσκους τους είχαν παραμείνει στη συμπρωτεύουσα.

 

Μέσα στους καταλυτικούς μετασχηματισμούς στις κοινωνίες των δύο πόλεων, της Θεσσαλονίκης και της Σμύρνης, τους οποίους προκάλεσαν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος και η Μικρασιατική Καταστροφή, τα δύο κράτη, η Ελλάδα και η Τουρκία, προσπάθησαν να διατηρήσουν κάποια επίφαση κοσμοπολιτισμού και διεθνούς ρόλου. Από τις δύο πλευρές του Αιγαίου δημιουργήθηκαν δύο διεθνείς εκθέσεις, σχεδόν συμμετρικές. Στη Θεσσαλονίκη η Έκθεση εγκαινιάστηκε το 1926· στη Σμύρνη πέντε χρόνια αργότερα, το 1931. Έκτοτε, οι δύο εκθέσεις λειτουργούν με την ίδια περίπου λογική. Δεν είναι σίγουρο ότι η Διεθνής Έκθεση της Σμύρνης έχει πολλά περιθώρια να ανανεωθεί. Δεν ισχύει το ίδιο για τη Διεθνή Έκθεση της Θεσσαλονίκης – το επισημαίνουν οι παρατηρήσεις του Woodhouse.

 

Καμία φιλόδοξη πολεοδομική παρέμβαση δεν μπορεί να έχει επιτυχία, αν στερείται ένα συμβολικό περιεχόμενο. Ένα κυρίαρχο θέμα πρέπει να διατρέχει όλες τις παρεμβάσεις, όλα τα κτήρια, όλα τα σχέδια, όλες τις εκδηλώσεις. Για τη Θεσσαλονίκη του αύριο, ο άξονας αυτός είναι ορατός και σαφής. Επιπλέον, η πόλη έχει προετοιμαστεί πνευματικά, χάρη στην ανανέωση την οποία επεδίωξε και εν πολλοίς επέτυχε ο απερχόμενος δήμαρχος. Η επιχειρηματική κοινότητα της Θεσσαλονίκης παρουσιάζει μιαν ιδιαίτερη ζωτικότητα, η οποία δεν περιορίζεται στον οικονομικό τομέα αλλά επεκτείνεται σε ευρύτερους προβληματισμούς. Η σταδιακή άμβλυνση των συμβολικών εντάσεων με την άμεση βαλκανική ενδοχώρα της Θεσσαλονίκης ανοίγει σημαντικούς ορίζοντες.

 

Η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη-άρθρωση, το σημείο όπου συναντώνται η Μεσόγειος και η Ανατολική Ευρώπη. Αυτό τον ρόλο διαδραμάτιζε κατά την εποχή της αίγλης της, προτού τα σύνορα διασπάσουν την ενδοχώρα και την εξωχώρα της. Αυτό το διακύβευμα εξέφραζε η πολυποίκιλη κοινωνία της. Αυτή η πόλη οφείλει να επανέλθει, συνεισφέροντας πολύτιμο οξυγόνο στην ευρωπαϊκή οικοδομή.

 

Η ανανεωμένη Διεθνής Έκθεση της Θεσσαλονίκης πρέπει να μεταφέρει, σε όλες του τις εκφάνσεις, το ίδιο μήνυμα: η Θεσσαλονίκη είναι η άρθρωση των δύο κόσμων, της Μεσογείου και των Βαλκανίων. Η εικόνα αυτή πρέπει να κυριαρχήσει στις γεωγραφικές αναπαραστάσεις της Ευρώπης – ασφαλώς, και διά της Έκθεσης. Η ιστορία και η γεωγραφία πρέπει να κινητοποιηθούν, να αναζητήσουν θεματικές οι οποίες συγκλίνουν και συνθέτουν αυτή την εικόνα. Αναμφίβολα εργαλείο της οικονομικής διπλωματίας, η Έκθεση πρέπει τώρα να συμβάλει αποφασιστικά και στην πολιτισμική διπλωματία.

 

Η Θεσσαλονίκη μπορεί και πρέπει να κινητοποιήσει όλες τις δυνάμεις της, όλους τους γηγενείς, όλους τους φίλους της εντός και εκτός Ελλάδος· να οικειοποιηθεί εκ νέου όλες τις πολιτισμικές παρουσίες οι οποίες διατρέχουν την ιστορία της ως αρμού δύο κόσμων. Έχει τις προϋποθέσεις να ακτινοβολήσει ως ένα ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο του δικτύου των ευρωπαϊκών πόλεων. Η φιλόδοξη και εμπνευσμένη αξιοποίηση την οποία επιδέχεται το σχέδιο της Διεθνούς Έκθεσης μπορεί να συμβάλει σε ένα πραγματικό άνοιγμα, για το καλό τόσο της συμπρωτεύουσας όσο και της Ευρώπης.

 

[1] C. M. Woodhouse, “Greece and Europe”, Richard Clodd (εκδ.), Greece in the 1980’s, Λονδίνο 1983, σελ. 1-8.

 

 

 

* Ομότιμος καθηγητής Γεωπολιτικής στο Πανεπιστήμιο Paris 1 της Σορβόννης και συγγραφές του βιβλίου «Ποιοι είμαστε; Γεωπολιτική της Ελληνικής Ταυτότητας» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέρκυρα - Economia Publishing

Leave a Comment