Νέος αλγόριθμος για τη χρηματοδότηση των πανεπιστημίων

Posted by economia 13/11/2019 0 Comment(s) Οικονομική Επιθεώρηση,

Οικονομική Επιθεώρηση, Noέμβριος 2019, τ. 988

EKΠΑΙΔΕΥΣΗ του Απόστολου Λακασά

 

 

 

 

Σε δεύτερο χρόνο προωθείται και το άνοιγμα των σχολείων σε μη κρατικές πηγές χρηματοδότησης

 

 

 

Ένα κρίσιμο πολιτικά εγχείρημα θα προωθήσει η νέα ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας ως προς τη χρηματοδότηση των σχολείων και των ΑΕΙ. Βασισμένη σε μία λογική που συνδέει τη χρηματοδότηση με τα εκπαιδευτικά αποτελέσματα, η υπουργός Παιδείας Νίκη Κεραμέως προωθεί δραστικές αλλαγές και στις τρεις εκπαιδευτικές βαθμίδες. «Απαιτείται εθνική προσπάθεια και μακροπρόθεσμος σχεδιασμός για βελτίωση του εκπαιδευτικού συστήματος», αναφέρει μιλώντας στην Οικονομική ο Χάρης Πατρινός, Education Practice Manager της Παγκόσμιας Τράπεζας, ο οποίος βρέθηκε πρόσφατα στην Ελλάδα και συμμετείχε σε ημερίδα που διοργάνωσαν το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) και η Παγκόσμια Τράπεζα. «Ένας υψηλού επιπέδου εκπαιδευτικός τομέας θα υποστηρίξει την ανάκαμψη της Ελλάδας και την έξοδο από την οικονομική ύφεση της τελευταίας δεκαετίας. Πρέπει να συνεργαστούμε για να επενδύσουμε στην εκπαίδευση, ώστε να μπορέσουν οι νέοι να αξιοποιήσουν το δυναμικό τους», τόνισε. Βεβαίως, η Ν. Κεραμέως θέτει ως προτεραιότητα τις αλλαγές στο μοντέλο χρηματοδότησης των ΑΕΙ, οι οποίες θεωρούνται πιο εύκολα εφαρμόσιμες. Αντίθετα, η ενίσχυση της αυτονομίας των σχολικών μονάδων, που μπορεί να οδηγήσει και σε άνοιγμα των σχολείων σε μη κρατικές πηγές χρηματοδότησης, θεωρείται πολύ πιο δύσκολο βήμα. Και αυτό διότι η κυρίαρχη κουλτούρα στην Ελλάδα είναι η λειτουργία των σχολικών μονάδων να καλύπτεται πλήρως από το κράτος. Ενδεικτικές είναι οι αντιδράσεις που κατεγράφησαν κατά το πρόσφατο παρελθόν σε πρόγραμμα πολυεθνικής για τη λειτουργική και αισθητική αναβάθμιση σχολικών κτηρίων.

 

Ειδικότερα, η χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση έπληξε ποικιλοτρόπως την εκπαίδευση στην Ευρώπη. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat το 2017 στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 28, ο μέσος όρος δαπανών των γενικών κυβερνήσεων για την εκπαίδευση, ως ποσοστό του ΑΕΠ, ανέρχεται σε 4,6%. Οκτώ χώρες, ανάμεσα τους και η Ελλάδα (οι υπόλοιπες είναι οι Γερμανία, Ισπανία, Ιταλία, Σλοβακία, Ρουμανία, Βουλγαρία και Ιρλανδία), παρουσιάζουν ποσοστό δαπανών μικρότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Τα χαμηλότερα ποσοστά καταγράφονται στη Ρουμανία (2,8%), την Ιρλανδία (3,3%) και τη Βουλγαρία (3,6%), ενώ τα υψηλότερα στη Σουηδία (6,8%), τη Δανία (6,5%) και το Βέλγιο (6,3%). Η Ελλάδα με ποσοστό δαπανών 3,9% βρίσκεται στην 23η θέση μεταξύ των 28 χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από την άλλη, η Ελλάδα είναι μία από τις λίγες χώρες στις οποίες το εκπαιδευτικό σύστημα έχει μόνο μία πηγή χρηματοδότησης: το κράτος. Το κράτος παρέχει το 97% των κονδυλίων.

 

Ανά βαθμίδα, σύμφωνα με τα στοιχεία του Χ. Πατρινού, διεθνώς η πρωτοβάθμια και η δευτεροβάθμια εκπαίδευση χρηματοδοτούνται συνήθως από το κράτος. Τελευταία βέβαια σε αρκετές χώρες έχει αυξηθεί η χρηματοδότηση από άλλες πηγές, όπως τα δίδακτρα (στις αναπτυσσόμενες χώρες και σε κάποιες χώρες μεσαίας οικονομικής ανάπτυξης) και μερικές φορές με αύξηση του κρατικού προϋπολογισμού (π.χ. Ολλανδία, Βρετανία, Βέλγιο, Σουηδία κ.ά.)

 

Η τριτοβάθμια εκπαίδευση συνήθως έχει ένα μεικτό σύστημα χρηματοδότησης. Στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης χρησιμοποιούνται δημόσιοι πόροι, αλλά συνεισφέρει και ο ιδιωτικός τομέας σε κάποιες περιπτώσεις και συχνά συνεργάζεται και ο τομέας της βιομηχανίας. Επίσης, σε ορισμένες χώρες τα ΑΕΙ βασίζονται περισσότερο στα έσοδα από τους φοιτητές, και συχνά χρησιμοποιούν προγράμματα δανείων των φοιτητών σε συνάρτηση με τα έσοδά τους (π.χ. Βρετανία, Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία).

 

Στην Ελλάδα η τριτοβάθμια εκπαίδευση έχει διευρυνθεί. Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του ΟΟΣΑ Education at a Glance, το 64% των Ελλήνων αποφοίτων λυκείου προχωρά στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Ο μέσος όρος των κρατών-μελών του ΟΟΣΑ είναι 58%, ενώ λίγο μικρότερος (στο 56%) είναι ο μέσος όρος των χωρών της Ευρώπης που μετέχουν στον ΟΟΣΑ. Υψηλότερα ποσοστά από την Ελλάδα έχουν το Βέλγιο (75%), η Ιρλανδία (74%), η Δανία και η Σλοβενία (71% εκάστη), η Νορβηγία και η Πολωνία (69% εκάστη) και η Βρετανία (65%). Στον αντίποδα, στις χώρες του ευρωπαϊκού νότου λιγότεροι από τους μισούς αποφοίτους λυκείου κατευθύνονται στην τριτοβάθμια εκπαίδευση· ενδεικτικά, στην Ιταλία το 41% και στην Ισπανία το 48%.

 

Ωστόσο, η χώρα μας έχει πολύ χαμηλό ποσό δαπάνης ανά φοιτητή. Συγκεκριμένα, η μελέτη του ΟΟΣΑ δείχνει ότι για τις υπηρεσίες εκπαίδευσης, χωρίς να συνυπολογίζεται η έρευνα, η Ελλάδα δίνει μόλις 2.601 δολάρια (με όρους ισοδύναμης αγοραστικής δύναμης) ανά φοιτητή. Πρόκειται για εντυπωσιακά χαμηλό ποσοστό, χωρίς πάντως να διευκρινίζεται εάν στον αριθμό των φοιτητών συμπεριλαμβάνονται και οι λεγόμενοι «αιώνιοι», οι οποίοι δεν υπάρχουν σε άλλες χώρες (τουλάχιστον στην έκταση της Ελλάδας). Ο μέσος όρος των χωρών του ΟΟΣΑ είναι 11.249 δολάρια, ενώ των ευρωπαϊκών χωρών 11.132 δολάρια. Μεταξύ των χωρών με τη μεγαλύτερη χρηματοδότηση είναι η Αυστρία (13.138 δολάρια) και η Νορβηγία (12.363 δολάρια). Στον αντίποδα, χαμηλά είναι τα ποσά στην Τσεχία (6.365 δολάρια), την Τουρκία (7.018 δολάρια) και την Ουγγαρία (7.068 δολάρια).

 

Από την άλλη, σύμφωνα με τα στοιχεία της φετινής έκθεσης της Αρχής Διασφάλισης και Πιστοποίησης της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση (ΑΔΙΠ), η Ελλάδα έχει μεγαλύτερο χάσμα μεταξύ φοιτητών/χρηματοδότησης στην ΕΕ. Ενώ ο αριθμός των φοιτητών την περίοδο 2008-2017 αυξήθηκε κατά 16%, η χρηματοδότηση των ΑΕΙ την ίδια περίοδο μειώθηκε κατά 58%. «Η άμεση αύξηση της τακτικής χρηματοδότησης των πανεπιστημίων από τον κρατικό προϋπολογισμό καθίσταται επιτακτική. Σημειώνεται χαρακτηριστικά ότι η χρηματοδότηση των ΑΕΙ από τον τακτικό προϋπολογισμό το 2019 είναι μειωμένη κατά 45% σε σχέση με το 2012, ενώ απαιτείται αύξηση κατ’ ελάχιστο 30% για την κάλυψη των βασικών λειτουργικών αναγκών», λέει η Σύνοδος Πρυτάνεων.

 

Το Υπουργείο Παιδείας στην πρότασή του προς τα ΑΕΙ για νέο μοντέλο χρηματοδότησής τους προβλέπει θέσπιση κανόνων (αντικειμενικών κριτηρίων και δεικτών) για τον προσδιορισμό του ύψους της κρατικής χρηματοδότησης ανά ίδρυμα, σύνδεση της αξιολόγησης με τμήμα της χρηματοδότησης, και πολυετείς προγραμματικές συμφωνίες του Υπουργείου με τα ιδρύματα, ώστε να διευκολυνθεί ο στρατηγικός σχεδιασμός. Επίσης, προβλέπεται η ίδρυση νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου για τη διαχείριση ιδίων πόρων από ερευνητικά προγράμματα, η αξιοποίηση της πνευματικής ιδιοκτησίας και της περιουσίας των ΑΕΙ, η αξιοποίηση σχημάτων ΣΔΙΤ και η αναμόρφωση του κανονιστικού πλαισίου για τις δωρεές.

 

«Η Ελλάδα θα μπορούσε να εξελιχθεί σε περιφερειακό κόμβο της ανώτατης εκπαίδευσης. Πρέπει να αναβαθμιστεί η ανταγωνιστικότητά της σε διεθνές επίπεδο και να υιοθετηθούν ποιοτικοί δείκτες. Η διαχείριση των πόρων της παιδείας και η χρηματοδότησή της οφείλει να επικεντρώνονται στις ανάγκες των σχολών και των σπουδαστών, ώστε να διασφαλίζουν οικονομική και λειτουργική αυτονομία για να μπορούν να αποδώσουν καρπούς» παρατηρεί ο Χ. Πατρινός.

 

Ο ίδιος εστιάζει στην ανάγκη για λογοδοσία από τα ΑΕΙ όσον αφορά την αξιοποίηση της κρατικής χρηματοδότησης. Όπως τονίζει: «Είναι καίριας σημασίας να γίνει αντιληπτό πως έχει σημασία όχι μόνο ποιος πληρώνει τον λογαριασμό, αλλά και το πώς τον πληρώνει. Εν ολίγοις, ένα κρίσιμο ερώτημα είναι εάν ο μηχανισμός χρηματοδότησης προσφέρει κίνητρα για τους εκπαιδευτικούς όλων των βαθμίδων ώστε να ενδιαφερθούν για τη γνώση που προσφέρουν και το κόστος της. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για μια χώρα σαν την Ελλάδα, όπου μειώνεται σταθερά ο αριθμός των γεννήσεων. Ουσιαστικά, όλες οι χώρες-μέλη της ΕΕ με παρόμοια δημογραφικά προβλήματα έχουν αλλάξει τον μηχανισμό χρηματοδότησης και προσφέρουν κίνητρα στους παράγοντες του εκπαιδευτικού συστήματος».

Leave a Comment