Τα δύο «big bang» της κρίσης

Posted by economia 18/12/2019 0 Comment(s) Οικονομική Επιθεώρηση,

Οικονομική Επιθεώρηση, Δεκέμβριος 2019, τ. 989

του Γιώργου Μανέττα

 

 

 

 

 

 

H άνοιξη της ελληνικής μικροζυθοποιίας

 

 

 

Πέτυχαν κάτι μοναδικό. Ήταν από τις λίγες περιπτώσεις –μετρημένες στα δάκτυλα του χεριού– που όχι μόνο άντεξαν στην κρίση, αλλά γνώρισαν και πρωτοφανή άνθηση! Οι καταναλωτές αγκάλιασαν τα προϊόντα τους, παρότι έπρεπε να πληρώνουν κάτι παραπάνω, αναγνωρίζοντας την ποιότητα και τη διαφορετικότητα που πρόσφεραν. Οινοπαραγωγοί και μικροζυθοποιοί, κόντρα στις πολλαπλές αντιξοότητες, ακολούθησαν ανοδική πορεία καθ’ όλη τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων και σήμερα ατενίζουν το μέλλον με ακόμη μεγαλύτερη αισιοδοξία.

 

 

 

«Άφρισε, αλλά δεν ξεφούσκωσε». Η ελληνική μικροζυθοποιία, η οποία γνώρισε πρωτοφανή ανάπτυξη μέσα στην κρίση, απέδειξε πως δεν ήταν ένα παροδικό φαινόμενο, αλλά πως ήρθε για να μείνει. Παρότι πρόκειται για έναν ακριβό σπορ, οι μπίρες των μικροζυθοποιών συνεχίζουν να μεγαλώνουν το αποτύπωμά τους στην ελληνική αγορά, ενώ την ίδια ώρα έκαναν την εμφάνισή τους και ερασιτέχνες ζυθοποιοί, οι οποίοι παράγουν μικρές ποσότητες μπίρας, την οποία ενίοτε διοχετεύουν σε κάποιες μπιραρίες, βγάζοντας ένα αρκετά καλό χαρτζιλίκι.

 

Η ζήτηση αυξάνεται συνεχώς και τα προϊόντα τους, φρέσκες, απαστερίωτες και αφιλτράριστες μπίρες υψηλής ποιότητας, διακρίνονται εντός και εκτός συνόρων. Πλέον ξεπερνούν τις 50, όταν το 2009 ήταν μόλις έξι, εκ των οποίων οι τρεις έκλεισαν στην πορεία, ενώ σε αυτές πρέπει να προστεθούν και οι λεγόμενοι «ζυθοποιοί-νομάδες», που δανείζονται εγκαταστάσεις τρίτων για την παραγωγή της μπίρας τους – σύνηθες φαινόμενο στον χώρο αυτό. Η συνεργασία με μεγάλες εταιρείες διανομής αλκοολούχων ποτών είχε ως αποτέλεσμα κάποιες να βρουν σε μικρό χρονικό διάστημα θέση στα ράφια των μεγάλων σούπερ μάρκετ, αλλά και στο κανάλι της εστίασης, υπερβαίνοντας πολύ γρήγορα τα καταστήματα τοπικής εμβέλειας.

 

Η ελληνική μικροζυθοποιία περιλαμβάνει από τη Μικροζυθοποιία Σερρών & Βορείου Ελλάδας, γνωστή περισσότερο από την μπίρα Voreia, με έδρα τις Σέρρες, μέχρι την Κρητική Ζυθοποιία με την μπίρα… Χάρμα στον Πλατανιά Χανίων, από την Κέρκυρα με την Κερκυραϊκή Μικροζυθοποιία και την Corfu Beer μέχρι την Ικαρία με την μπίρα Ικαριώτισσα από την Ικαριακή Ζυθοποιία, οι ονομασίες της μπίρας που παράγουν οι μικροζυθοποιίες στην Ελλάδα είναι στην πλειονότητά τους ελληνικές, ενώ δεν λείπουν και οι ονομασίες με αρκετή δόση χιούμορ. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι οι μπίρες Κατσίκα της Μικροζυθοποιίας Φολεγάνδρου, η Σκνίπα της Πρότυπης Μικροζυθοποιίας Θεσσαλονίκης ή η μπίρα Φονιάς, που παράγεται από τη Μικροζυθοποιία Σαμοθράκης και παραπέμπει στον ομώνυμο καταρράκτη.

 

 

 

«Τις ζητάει ο κόσμος»

 

Η ανάγκη για την παραγωγή πιο ξεχωριστών προϊόντων, πιο ιδιαίτερων, πιο ειδικών, ήταν η κινητήριος δύναμη για την ανάπτυξη της μικροζυθοποιίας. Πρόκειται, όπως λένε άνθρωποι από τον χώρο της μικροζυθοποιίας, για την ίδια τάση που εκδηλώθηκε στον χώρο του κρασιού στην Ελλάδα πριν από 25-30 χρόνια. «Κι έτσι, ενώ και εκεί υπήρχαν λίγες μόνο και μεγάλες οινοποιητικές επιχειρήσεις, εμφανίστηκαν στη συνέχεια το ένα μετά το άλλο πολλά κτήματα».

 

Καταλυτικό ρόλο έπαιξε και η διάθεση των καταναλωτών να στηρίξουν τους Έλληνες παραγωγούς και τα ελληνικά σήματα – κάτι που οδήγησε και τις πολυεθνικές του χώρου να επενδύσουν πολύ περισσότερο στην προβολή και προώθηση των αμιγώς ελληνικών σημάτων που έχουν στο χαρτοφυλάκιό τους και να βάλουν σε δεύτερη μοίρα σήματα που κάποτε θεωρούνταν ναυαρχίδες. Ενδεικτική των νέων τάσεων είναι η κίνηση της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας να εξαγοράσει και να επανακυκλοφορήσει την μπίρα Μάμος από την Πάτρα, αλλά και πιο πρόσφατα η κυκλοφορία της μπίρας Νύμφη αποκλειστικά για την περιοχή της Β. Ελλάδας. Έτσι, πλέον, πάνω από το 70% των σημάτων μπίρας που πωλούνται σήμερα στην ελληνική αγορά παράγονται στην Ελλάδα.

 

Όπως λένε άνθρωποι του χώρου, ο κόσμος ζητά ελληνική μικροζυθοποιία, επειδή ξέρει ότι είναι κάτι διαφορετικό και θέλει να το δοκιμάσει. «Ο Έλληνας καταναλωτής», επισημαίνουν, «έχει αρχίσει να μαθαίνει κάποια βασικά πράγματα: Όταν παίρνει ένα μπουκάλι μπίρας, πλέον δεν το πιάνει, το ανοίγει και πίνει. Το παίρνει και γυρίζει και διαβάζει από πίσω. Διαβάζει για δύο βασικούς λόγους: ο πρώτος είναι για να μάθει πού παράγεται, αν είναι δηλαδή ελληνική η μπίρα, και ο δεύτερος είναι ότι κάθε μπίρα θέλει τη δική της θερμοκρασία σερβιρίσματος για να την πιεις».

 

 

 

Ο ρόλος του τουρισμού

 

Τη δυναμική της μικροζυθοποιίας ενισχύουν και οι τουρίστες, οι οποίοι αρέσκονται να δοκιμάζουν τοπικά προϊόντα, μεταξύ αυτών και τοπικές μπίρες. Στην Κρήτη, σύμφωνα με τον Βασίλη Βρέντζο, sales manager της Σόλο, έχει βοηθήσει σημαντικά το ότι οι επισκέπτες του νησιού γνωρίζουν από craft μπίρα, οπότε θα πάνε στα μαγαζιά και θα ζητήσουν local craft beer· και αυτό είναι που θα βάλει τον επιχειρηματία σε σκέψη, ότι πρέπει να έχει και μια τέτοια μπίρα στο μαγαζί του να προσφέρει.

 

Η μικροζυθοποιία στη χώρα μας έχει σημαντικά περιθώρια ανάπτυξης, καθώς σήμερα το μερίδιο αγοράς της αγγίζει το 1% (εάν συμπεριληφθεί και η Βεργίνα, τότε υπερβαίνει το 6%), όταν ο μέσος όρος στην ΕΕ είναι στο 17%. Οι αριθμοί άλλωστε είναι αποκαλυπτικοί. Στην Τσεχία λειτουργούν τουλάχιστον 420 μικροζυθοποιίες, στην Ολλανδία 600, στο Βέλγιο 400, στη Γαλλία 1.000, ενώ στην Ιταλία, που έχει και τις περισσότερες μονάδες, 1.200.

 

 

 

Η σπιτική ζυθοποίηση και οι νομάδες…

 

Πρόσφατα, μάλιστα, διοργανώθηκε και το πρώτο Athens Craft Beer Festival, ένα φεστιβάλ μπίρας αφιερωμένο αποκλειστικά στις χειροποίητες (craft) μπίρες, ενδεικτικό των διαστάσεων που αποκτά το κίνημα της μικροζυθοποιίας. Το «παρών» έδωσαν 33 ζυθοποιίες, εκ των οποίων οι 9 ήταν από το εξωτερικό, ενώ παρουσιάστηκαν συνολικά 170 μπίρας όλων των ειδών.

 

Ανάμεσα στις μικροζυθοποιίες που συμμετείχαν ήταν Dark Crops του Βασίλη Σέγκου, ο οποίος ασχολείται με την οικιακή ζυθοποίηση από το 2010, η Alea Brewing Co, μια φρέσκια μικροζυθοποιία που άνοιξε τις πόρτες της στο κοινό μόλις αυτό το καλοκαίρι, μετά από χρόνια των ανθρώπων της στον χώρο της οικιακής ζυθοποίησης, η Clepsydra Nomad Brewing του Παναγιώτη Ζώτου, η Dreamer Brewing, η Noctua Μικροζυθοποιία Αθήνας, η Satyr Brews, η Flaros του Όθωνα Θεοφάνους, η Midnight Circus, η μικροζυθοποιία Monachus Brewing από την Αλόννησο, η Sknipa από τη Θεσσαλονίκη, η Lola Beer από τη Λάρισα, η Valtinger από τη Χαλκιδική, η Ηλειακή Ζυθοποιία, η Κρητική Ζυθοποιία του Γιάννη Λιονάκη, η Μικροζυθοποιία Καβάλας του Θάνου Τσουκαλά και του Βαγγέλη Φάκα, η Mikónu από τη Μύκονο, η Μπίρα Χίου, και η Σόλο από την Κρήτη.

 

Αρκετές από αυτές δρομολογούν ήδη σχέδια ενδυνάμωσης της παραγωγικής τους δυναμικότητας προκειμένου να ανταποκριθούν στην αυξανόμενη ζήτηση. Ενδεικτικά, η μικροζυθοποιία Σόλο προχώρησε σε αγορά εξοπλισμού και στις τέσσερις δεξαμενές μισού τόνου που διαθέτει και πρόσθεσε ακόμα πέντε δεξαμενές του ενός τόνου. Αν και η Σόλο δεν εξάγει στο εξωτερικό από το δικό της ζυθοποιείο, υπάρχει μία γραμμή παραγωγής με το ζυθοποιείο Arendal της Νορβηγίας, και η εταιρεία παράγει εκεί μπίρες Σόλο για την αγορά της Νορβηγίας. Δύο νέες δεξαμενές παρέλαβε πρόσφατα και η Noctua προκειμένου να επεκτείνει την παραγωγή της και να φτιάξει νέες συνταγές στο ζυθοποιείο της.

 

Οι μπίρες της Noctua φτάνουν πλέον σε όλη την Ελλάδα, ενώ το επόμενο στάδιο είναι η επέκταση σε αγορές του εξωτερικού, όπου μέχρι τώρα γίνονται πολύ λίγα πράγματα. Τη σταδιακή αύξηση της παραγωγής της έτσι ώστε να φτάσει σε περισσότερους καταναλωτές επιδιώκει και η ζυθοποιία Μυκόνου Mikónu των Άγγελου Φερούς, Αlyosha Καμπάνη και Άγγελου Παρασκευόπουλου. Οι ετικέτες της διατίθενται και στο οργανωμένο λιανεμπόριο, σε καταστήματα του δικτύου της ΑΒ Βασιλόπουλος στην Αθήνα, καθώς και στα τρία καταστήματα Θανόπουλος.

 

Leave a Comment