Μετανάστευση: πρόβλημα ή λύση;

Posted by economia 18/02/2020 0 Comment(s) Οικονομική Επιθεώρηση,

Οικονομική Επιθεώρηση, Φεβρουάριος 2020, τ. 991

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΟ του Χάρη Σαββίδη

 

 

 

 

 

Η μία είδηση είναι για τις καταστροφικές ζημιές από κάποιο τσουνάμι, που εκτόπισε χιλιάδες ανθρώπους από τη γη όπου γεννήθηκαν. Η επόμενη είναι σχετικά με νέες συγκρούσεις σε κάποιο από τα πολεμικά μέτωπα του πλανήτη. Η τρίτη αφορά σε ένα νέο κύμα διώξεων σε κάποια χώρα, όπου ήδη υπάρχουν χιλιάδες φυλακισμένοι αντιφρονούντες. Όλες περιγράφουν αιτίες που γεννούν αυξανόμενες προσφυγικές ροές. Όχι, όμως, και την κύρια αιτία για την οποία 1 στους 7 ενηλίκους παγκοσμίως θα ήθελε να μεταναστεύσει (750 εκατ. άνθρωποι, σύμφωνα με έρευνα της Gallup). Αυτή βρίσκεται στο… υπόλοιπο πρόγραμμα της τηλεόρασης.

 

Στις μέρες μας οι περισσότεροι άνθρωποι στον κόσμο έχουν εικόνα του τρόπου ζωής στις πλουσιότερες χώρες. Αφενός, το δέλεαρ της μετακίνησης προς αυτές είναι ευκρινέστερο από ποτέ. Αφετέρου, υπάρχει μεγαλύτερη εξοικείωση με τον τρόπο ζωής και το πολιτισμικό περιβάλλον σε αυτές, με αποτέλεσμα η προοπτική της ζωής εκεί να γίνεται λιγότερο τρομακτική. Σίγουρα, βέβαια, βοηθά αν κάποιος γνωστός (πολύ περισσότερο συγγενής) έχει κάνει την αρχή. Σύμφωνα με μελέτη της Παγκόσμιας Τράπεζας (Moving for Prosperity: Global Migration and Labor Markets), το εισόδημα των μεταναστών αυξάνεται κατά 3 έως 6 φορές, όταν μετακινούνται από μια φτωχότερη προς μια πλουσιότερη χώρα. Και το παράδειγμα επιτυχίας του ενός που φεύγει γεννά όνειρα σε πολλούς που άφησε πίσω.

 

Όσο όμως λογική φαντάζει η διάθεση των ανθρώπων να μεταναστεύσουν προς τις πλουσιότερες χώρες, εξίσου αυτονόητη θεωρείται και η αρνητική διάθεση των τελευταίων να τους δεχθούν. Πρόεδροι εκλέγονται για να χτίσουν τείχη που θα κρατήσουν εκτός τους μετανάστες, κυβερνήσεις υπόσχονται αυστηρότερο έλεγχο των συνόρων, τα κριτήρια νόμιμης μετανάστευσης γίνονται πιο αυστηρά. Στην Ελλάδα το πρόβλημα έχει διπλή όψη, αφενός με το brain drain, αφετέρου με τις εισερχόμενες προσφυγικές και μεταναστευτικές ροές. Η νέα κυβέρνηση δηλώνει αποφασισμένη να αναλάβει πρωτοβουλίες και στα δύο μέτωπα, στα οποία είχε άλλωστε δώσει έμφαση προεκλογικά. Πλην όμως, η πρόσφατη αναδίπλωση με την επανίδρυση του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής ανέδειξε ελλείμματα σχεδιασμού και πληροφόρησης.

 

 

Πρόβλημα ή λύση;

Παντού η μετανάστευση αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα. Η μεγαλύτερη δε αντίφαση είναι ότι στοιχεία και ειδικοί συνηγορούν ότι θα μπορούσε να είναι η λύση! Η αύξηση των μεταναστευτικών ροών δημιουργεί ισχυρά οφέλη στις οικονομίες που τις υποδέχονται και αυξάνει τα εισοδήματα. Σύμφωνα με την παραπάνω μελέτη της Παγκόσμιας Τράπεζας, ένας νέος ανειδίκευτος μετανάστης που βρίσκει δουλειά στις ΗΠΑ κατά μέσο όρο αυξάνει το ετήσιο εισόδημά του κατά 14.000 δολάρια. Εάν διπλασιάζονταν οι μετανάστες στις πλούσιες χώρες, με την εισροή επιπλέον 100 εκατ. νέων από τις φτωχότερες χώρες, το ετήσιο όφελος εκτιμάται σε 1,4 τρισ. δολ. Ο Αμερικανός καθηγητής Michael Clemens υπολογίζει ότι ένα παγκόσμιο άνοιγμα των συνόρων θα οδηγούσε σε αύξηση από 50% μέχρι 150% του παγκοσμίου ΑΕΠ (Economics and Emigration: Trillion-Dollar Bills on the Sidewalk?).

 

Μια τέτοια προοπτική δεν είναι, βέβαια, ρεαλιστική μεσοπρόθεσμα. Είναι, όμως, ενδεικτικό παράδειγμα της οικονομικής ώθησης που μπορεί να προσφέρει η μετανάστευση – ώθηση εξαιρετικά χρήσιμη, σε μια περίοδο με υποτονική ανάπτυξη διεθνώς. Όπως η κλιματική κρίση θα μπορούσε να λειτουργήσει ευεργετικά για τις οικονομίες (με τις επενδύσεις που απαιτεί η στροφή στην πράσινη ανάπτυξη), έτσι και το «μεταναστευτικό» από πρόβλημα μπορεί να μετατραπεί σε μέρος της λύσης.

 

 

Μετανάστες με υψηλότερη εξειδίκευση

Μεταναστεύοντας οι άνθρωποι δεν αποκτούν καλύτερες δεξιότητες αλλά αυτές που έχουν αποκτούν μεγαλύτερη αξία: Κάποιος σε μια αφρικανική χώρα βγάζει μεροκάματο 2 δολάρια, πουλώντας μπάζα για οικοδομικά υλικά. Θα μπορούσε να εισπράττει ωρομίσθιο 10 δολάρια για αντίστοιχη δουλειά σε ένα εργοτάξιο πλούσιας χώρας. Το όφελος είναι μεγαλύτερο για περισσότερο εξειδικευμένες εργασίες. Το προϊόν τους αποκτά μεγαλύτερη αξία στις πλουσιότερες οικονομίες, όπου υπάρχει καλύτερο θεσμικό πλαίσιο, αποτελεσματικότερη λειτουργία της οικονομίας και των αγορών, καλύτερη εφαρμογή των νόμων, λειτουργικότερες επιχειρήσεις και πιο αναπτυγμένη τεχνολογία.

 

Αυτά είναι τα στατικά κέρδη της μετανάστευσης που προκύπτουν σε σχέση με τον ίδιο τον μετανάστη. Υπάρχουν, όμως, και δυναμικά κέρδη, σε σχέση με την παραγωγικότητα των ντόπιων. Τόσο σε επιχειρηματικά όσο και σε επιστημονικά προγράμματα, οι μετανάστες μπορούν να προσφέρουν «φρέσκες» ιδέες και διασυνδέσεις με νέα δίκτυα. Αυτή άλλωστε είναι ίσως η μόνη μορφή μετανάστευσης που προσπαθούν να προσελκύσουν οι πλούσιες χώρες: είτε πρόκειται για τo «next big thing» στον κόσμο των startups, είτε για έναν αξιόλογο ακαδημαϊκό.

 

Ένας μετανάστης υψηλής εξειδίκευσης έχει, βέβαια, περισσότερη ελευθερία επιλογών, οπότε (όπως επιβεβαιώνουν και τα στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας) είναι πιθανό να καταλήξει σε κάποια από τις… 10 δημοφιλέστερες χώρες-προορισμούς – το πιθανότερο σε κάποια του αγγλοσαξονικού κουαρτέτου ΗΠΑ, Βρετανίας, Καναδά και Αυστραλίας. Για τον λόγο αυτό και η συγκεκριμένη κατηγορία μεταναστών δεν διστάζει να διανύσει μεγάλες αποστάσεις (τουλάχιστον οι μισοί πάνω από 4.000 χλμ.), αποφεύγοντας τις γειτονικές χώρες (μόλις 20%, έναντι ποσοστών άνω του 50% για άλλες ομάδες, όπως οι μετανάστες χαμηλής εξειδίκευσης και οι πρόσφυγες).

 

 

Η Ελλάδα στον χάρτη

Η Ελλάδα τα τελευταία δέκα χρόνια βίωσε τη φυγή μεταναστών υψηλότερης εξειδίκευσης (brain drain) και έγινε αντιληπτή η αιμορραγία πόρων που αυτή συνεπάγεται. Ένα απλό παράδειγμα: την ώρα που τα ελληνικά νοσοκομεία είναι υποστελεχωμένα, φεύγουν στο εξωτερικό οι γιατροί που τις προηγούμενες δεκαετίες σπούδασαν οι Έλληνες φορολογούμενοι.

 

Υπάρχουν, όμως, δυνητικά οφέλη ακόμα και για τις χώρες που αφήνουν πίσω τους οι μετανάστες. Το προφανέστερο είναι τα εμβάσματα που στέλνουν στις οικογένειες στην πατρίδα (στην περίπτωση της Ελλάδας αυτό έγινε περισσότερο αισθητό σε προηγούμενες περιόδους μετανάστευσης), αλλά μπορούν να υπάρχουν ποικίλες θετικές επιπτώσεις, είτε πρόκειται για νέες διασυνδέσεις που προσφέρουν, είτε για την πλούσια εμπειρία που θα έχουν επιστρέφοντας μετά από κάποια χρόνια. Προς αυτή την κατεύθυνση έχει, πλέον, νόημα να προσανατολιστεί η ελληνική πολιτική, καλλιεργώντας την επαφή με όσους φεύγουν και ελπίζοντας να επαναπροσελκύσει κάποιους στο μέλλον.

 

Στην άλλη πλευρά της εξίσωσης, ως χώρα προσέλκυσης μεταναστών η Ελλάδα δεν είναι η πρώτη επιλογή για όσους έχουν υψηλή εξειδίκευση. Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι δεν μπορεί να αντλήσει οφέλη από όσους την επιλέγουν. Οι μετανάστες εργάζονται (άρα πληρώνουν ασφαλιστικές εισφορές και φόρο εισοδήματος) και καταναλώνουν μεγάλο μέρος των χρημάτων τους στην Ελλάδα (πληρώνοντας ΦΠΑ και λοιπούς φόρους δαπάνης). Συχνά απασχολούνται σε θέσεις χαμηλής εξειδίκευσης που οι ντόπιοι δεν θα επέλεγαν και συμβάλλουν σημαντικά στην αύξηση της συμμετοχής των γυναικών στην αγορά εργασίας. Μετανάστες χαμηλής εξειδίκευσης μπορεί ακόμα και να προσφέρουν νέα αγαθά στην αγορά, για παράδειγμα ανοίγοντας ένα εστιατόριο με την κουζίνα της πατρίδας τους.

 

Η συνηθέστερη κριτική, βέβαια, είναι ότι οι μετανάστες στερούν τη δουλειά από τους ντόπιους ή ότι διατηρούν σε χαμηλά επίπεδα τα μεροκάματα. Διεθνώς τα επιστημονικά δεδομένα δεν είναι σαφή (κάποια εντοπίζουν μια επίδραση, αλλά αρκετά μικρή), όλα όμως αυτά έχουν μικρή σημασία στην Ελλάδα. Εξαιτίας της κρίσης την προηγούμενη δεκαετία η εκτόξευση της ανεργίας ήταν τόσο απότομη και μεγάλη και η μείωση των εισοδημάτων τόσο σημαντική, ώστε κάθε άλλος παράγοντας να έχει σχετικά μικρή σημασία.

 

 

Ο δρόμος μπροστά

Μέχρι το 2015 το μεταναστευτικό αντιμετωπιζόταν αποκλειστικά ως πρόβλημα. Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ έθεσε ως στόχο τη διαμόρφωση μιας νέας μεταναστευτικής πολιτικής, αλλά σύντομα αναγκάστηκε να εστιάσει στη διαχείριση διαρκώς αυξανόμενων προσφυγικών ροών και να διαχειριστεί την απροθυμία των άλλων χωρών της ΕΕ να βοηθήσουν. Η κυβέρνηση της ΝΔ ανέλαβε υποσχόμενη καλύτερη φρούρηση των συνόρων αλλά και αποτελεσματικότερη διαχείριση των προσφυγικών ροών.

 

Είναι σαφές ότι οι συνθήκες διαβίωσης των μεταναστών στα καμπ είναι άθλιες και πρέπει να βελτιωθούν. Αυτό, όμως, δεν αποτελεί παρά μόνο ένα μέρος της μεταναστευτικής πολιτικής, όπως και η φύλαξη των συνόρων. Μεταξύ των βασικών προκλήσεων που καλείται να διαχειριστεί το Υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής είναι να εντοπίσει τους μετανάστες που θα μείνουν στη χώρα και να τους προσφέρει ένα πλέγμα πολιτικών ένταξης: από την καταγραφή και καλύτερη αξιοποίηση των δεξιοτήτων τους, μέχρι την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας και την ένταξη των παιδιών τους στα σχολεία.

 

Η οργανωμένη ένταξη των νόμιμων μεταναστών στην ελληνική οικονομία και κοινωνία είναι ένα απαραίτητο πρώτο βήμα – όχι, όμως, και το τέλος του δρόμου. Η Ελλάδα, αλλά και συνολικότερα η Ευρώπη, τις επόμενες δεκαετίες θα υποδεχθούν εκατομμύρια μετανάστες. Είναι αυτονόητο ότι οφείλουν να αξιοποιήσουν όσους νομίμως δεχθούν – το ερώτημα είναι πόσους και με ποια κριτήρια.

 

Στην παρούσα φάση, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη, ακούγονται περισσότερο οι φωνές όσων ανησυχούν και φοβούνται. Όσο, όμως, οι μεταναστευτικές ροές επιμένουν, τα όρια θα επαναπροσδιορίζονται. Τα δυνητικά οφέλη θα μετατρέπονται σε απτά και θα αποκαλύπτεται ποιες ανησυχίες είναι δικαιολογημένες και ποιες όχι. Θα αποκτήσουν, δηλαδή, οι ντόπιοι σαφέστερη εικόνα για τους μετανάστες. Και η μέχρι τώρα διεθνής εμπειρία διδάσκει ότι, μετά από πολλά δάκρυα και αίμα (πρωτίστως των μεταναστών), τις περισσότερες φορές η νέα κατάσταση καταλήγει να τους αρέσει!

Leave a Comment