Περί φύλου και γένους της ελληνικής πολιτικής

Posted by economia 20/05/2020 0 Comment(s) Οικονομική Επιθεώρηση,

Οικονομική Επιθεώρηση, Μάιος 2020, τ. 994

IΣΟΤΗΤΑ της Ήρας Μπλιάτκα

 

 

 

 

 

 

Αν και γένους θηλυκού, η πολιτική στην Ελλάδα εξακολουθεί να κυριαρχείται από άνδρες και ανδρικές αντιλήψεις. Παρόλ’ αυτά, τις τελευταίες δεκαετίες όλο και περισσότερες Ελληνίδες επιδιώκουν να ανατρέψουν αυτές τις νόρμες, συμμετέχοντας σε εκλογικές αναμετρήσεις και αναλαμβάνοντας καίρια αξιώματα. Η πρόσφατη εκλογή της Αικατερίνης Σακελλαροπούλου ως πρώτης γυναίκας Προέδρου της Δημοκρατίας «συμβολίζει τη μετάβαση στη νέα εποχή», σύμφωνα με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη. Την ίδια στιγμή, γυναίκες είναι μόλις οι 66 μεταξύ των 300 της Βουλής, 2 εκ των 22 υπουργών και 5 από τα 51 μέλη του υπουργικού συμβουλίου. Σε πρόσφατη σχετική ερώτηση δημοσιογράφου του BBC στην εκπομπή Hardtalk, ο πρωθυπουργός ανέτρεξε σε γνώριμα επιχειρήματα. «Δυστυχώς, δεν υπάρχουν τόσες γυναίκες που θα ενδιαφέρονταν να ασχοληθούν με την πολιτική… Ζήτησα από πολλές γυναίκες να μπουν στην κυβέρνηση, αλλά ήταν πολύ πιο διστακτικές απ’ ό,τι οι άνδρες».

 

Πού βρισκόμαστε τελικά σήμερα και πώς προδιαγράφεται το μέλλον για τις γυναίκες που διεκδικούν θέσεις εξουσίας στην Ελλάδα;

 

Συμπεραίνει κανείς ήδη από τον σχολιασμό που προηγήθηκε πως έχουμε να κάνουμε με μια δύσκολη ερώτηση, η οποία προσκρούει σε δύο υποθέσεις που χρήζουν προσεκτικότερης εξέτασης: ότι η γυναικεία πολιτική χειραφέτηση είναι θέμα τυπικών κατοχυρώσεων και ότι όποια περαιτέρω εμπόδια συναντούν οι γυναίκες στον δημόσιο χώρο είναι απλώς ζήτημα της δικής τους φιλοδοξίας. Ας δούμε τι έχουν να πουν η ιστορία και η διεθνής εικόνα.

 

 

 

Ιστορικό πλαίσιο

 

Το όραμα της πρώτης Ελληνίδας φεμινίστριας Καλλιρόης Παρρέν για «Ψήφο στις Γυναίκες» πραγματώθηκε αποσπασματικά. Οι άνω των 30 και με απολυτήριο Δημοτικού γυναίκες άσκησαν για πρώτη φορά το δικαίωμα ψήφου στις δημοτικές εκλογές του 1934. Τα πολιτικά και αστικά τους δικαιώματα διευρύνθηκαν ονομαστικά το 1945 στον προσωρινό συνταγματικό χάρτη, ενώ το 1952 ο νόμος 2159 κατοχύρωσε την πλήρη ισότητα πολιτικών δικαιωμάτων. Οι επαναληπτικές εκλογές του 1953 ανέδειξαν πρώτη γυναίκα βουλεύτρια την Ελένη Σκούρα, υποψήφια του Ελληνικού Συναγερμού στη Θεσσαλονίκη, μουσικό και νομικό με σημαντική δράση στον απελευθερωτικό αγώνα, ενώ υποψήφια ήταν και μία ακόμη γυναίκα, η Βιργινία Ζάννα. Ακολούθησε η Λίνα Τσαλδάρη ως πρώτη υπουργός το 1956, αναλαμβάνοντας το Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας στην κυβέρνηση Καραμανλή, ενώ την ίδια χρονιά αναδείχθηκε και η πρώτη εκλεγμένη δήμαρχος, η Μαρία Δεσύλλα, στην Κέρκυρα.

 

Μια παράλληλη ιστορία διαγράφεται από τις αντιδράσεις που συνάντησαν οι πρώτες αυτές τυπικές κατοχυρώσεις, οι οποίες συνέπεσαν με την πολιτική αστάθεια του Μεσοπολέμου, τη γερμανική κατοχή και τον εμφύλιο. Αν στα πολεμικά μέτωπα και στους πυρήνες αντίστασης η παρουσία νέων γυναικών σε ανδρικούς χώρους κάπως κανονικοποιήθηκε, αυτή μεταφράστηκε και από σημαντική μερίδα, κυρίως του αντικομμουνιστικού χώρου, ως κίνδυνος εξάπλωσης «ελευθέρων ηθών». Έτσι, στις εκλογές του 1953 μεγάλη μερίδα ανδρών απείχε, καθώς πολλοί από αυτούς είχαν βρει υπερβολική και επικίνδυνη την ταυτόχρονη παραχώρηση των δικαιωμάτων του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι. Όπως και με τους αντιδραστικούς πολέμιους της γυναικείας ψήφου στις αρχές του αιώνα, οι γυναίκες εξακολουθούσαν να θεωρούνται από πολλούς εγγενώς ασταθείς και ακατάλληλες για σοβαρά αξιώματα. Πάνω σε αυτές τις ιδέες κατασκεύασε και η χουντική ρητορική τα δικά της πρότυπα κατά το «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια», την ώρα που το φεμινιστικό κίνημα κατάφερνε σημαντικές νίκες σε Ευρώπη και Αμερική. Κάπως έτσι εδραιώθηκε το χάσμα μεταξύ παραδοσιακής Δεξιάς και γυναικείας χειραφέτησης, βάζοντας φρένο στα κεκτημένα του γυναικείου κινήματος έως και τις πρώτες δεκαετίες της μεταπολίτευσης.

 

 

 

 

Η σημερινή εικόνα

 

Αν στο σημερινό κοινοβούλιο η γυναικεία παρουσία φθίνει από τα αριστερά προς τα δεξιά,[1] αυτό είναι μέρος μιας πιο πολύπλοκης εξίσωσης, συνάρτησης κομματικών γραμμών, αντιλήψεων του εκλογικού σώματος και νομοθετικού πλαισίου. Ξεκινώντας με τη θέσπιση της ισότητας των δύο φύλων απέναντι στον νόμο το 1975, με θεσμικές παρεμβάσεις και πιο ανοιχτό δημόσιο λόγο για την αυτενέργεια και τα γυναικεία δικαιώματα, o αριθμός των βουλευτριών ξεκίνησε σταδιακά να διευρύνεται: από 4% το 1989 σε 6,3% το 1996, 13% το 2004. Η πορεία προς την ισότητα ενδυναμώθηκε με την καθιέρωση της ποσόστωσης το 2008, που όρισε πως οι υποψήφιοι/ες κάθε φύλου στους κομματικούς συνδυασμούς πρέπει να ανέρχονται σε ποσοστό τουλάχιστον ίσο με το 1/3 του συνολικού αριθμού των υποψηφίων, και οι βουλεύτριες αυξήθηκαν σε 17,3% το 2009, 21% το 2012 και 23,3% στις εκλογές του Ιανουαρίου 2015.[2] Η ανοδική πορεία ανακόπηκε όμως στις πρόωρες εκλογές τον Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου, όταν το ποσοστό αυτό έπεσε στο 18,3% – κι αυτό γιατί, σύμφωνα με τον νόμο, οι πρόωρες εκλογές δεν διενεργούνται με σταυρό προτίμησης, αλλά με λίστες προτεραιότητας. Έτσι, παρότι η ποσόστωση τηρήθηκε, οι συνδυασμοί που διαμόρφωσαν τα κόμματα έστειλαν ένα διαφορετικό μήνυμα: πως η γυναικεία εισδοχή στους χώρους λήψης αποφάσεων είναι «πειραματισμοί» που ταιριάζουν σε ήρεμες εποχές. Εδώ, το επιχείρημα Δεξιάς/Αριστεράς και ιδεολογίας δεν προσφέρει πειστικές εξηγήσεις: οι βουλεύτριες που εξελέγησαν με τον ΣΥΡΙΖΑ μειώθηκαν από 45 σε 33.

 

Η οικονομική κρίση της τελευταίας δεκαετίας κατέδειξε παρά κατασκεύασε εκ νέου τη γυάλινη οροφή της ελληνικής πολιτικής σκηνής, που δεν έχει αποβάλει οριστικά στερεοτυπικές αντίληψεις σχετικά με τα φύλα και τους ενδεδειγμένους ρόλους τους. Οι τελευταίες τακτικές εκλογές διενεργήθηκαν για πρώτη φορά με ποσοστώσεις 40% – κι όμως, η γυναικεία κοινοβουλευτική παρουσία δεν ξεπέρασε το 22%, ενώ το ποσοστό συμμετοχής των γυναικών στην κυβέρνηση μειώθηκε κατά 17%. Αν και δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ακριβώς πώς και πόσο, είναι βέβαιο πως η χώρα ζημιώθηκε από αυτό το πισωγύρισμα. Παραδείγματα σε πολλές χώρες του κόσμου δείχνουν πως η παρουσία γυναικών σε κοινοβούλια και κυβερνήσεις συνεπάγεται μείωση της διαφθοράς και έμφαση στην εκπαίδευση, το περιβάλλον και την πρόνοια. Όσο για τις ιδιάζουσες συνθήκες κοινωνικο-οικονομικών κρίσεων, ας συλλογιστούμε την περίπτωση της Ισλανδίας και της Γιόχανα Σιγκουρδαντότιρ, πρώτης γυναίκας πρωθυπουργού της χώρας (2009-2013), που κατάφερε μαζί με το ισόρροπο υπουργικό της συμβούλιο να απομακρύνει τον κίνδυνο χρεοκοπίας.

 

 

 

 

Η Ελλάδα συγκριτικά

 

Το 2019 η γυναικεία παρουσία στα εθνικά κοινοβούλια παγκοσμίως ήταν μόλις 25,2% και στα Υπουργικά Συμβούλια 21,2%, ενώ υπολογίζεται ότι θα χρειαστούν άλλα 95 χρόνια μέχρι να γεφυρωθεί το έμφυλο χάσμα στον χώρο της πολιτικής. Η Ελλάδα δεν αποκλίνει εξαιρετικά από τις απογοητευτικές αυτές στατιστικές, είναι όμως αρνητική περίπτωση εντός των γκρουπ χωρών στα οποία θέλει να συνυπολογίζεται: δηλαδή στις δυτικές χώρες με ανεπτυγμένες οικονομίες και ισχυρά δημοκρατικά αντανακλαστικά.

 

Σύμφωνα με το Global Gender Gap Report 2020, ετήσια έκθεση του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ που μετρά το έμφυλο χάσμα σε 149 χώρες, η συμμετοχή των γυναικών στην πολιτική βελτιώθηκε σε 108 χώρες σε σχέση με την περασμένη χρονιά.[3] Σε αυτούς τους πίνακες, η Ελλάδα καταλαμβάνει την 87η θέση, την ίδια που κατείχε και το 2006, ενώ στις συνολικές κατατάξεις βρίσκεται στην 84η θέση, μία εκ των τριών εξαιρέσεων δυτικών χωρών που δεν περιλαμβάνονται στο άνω ήμισυ, μαζί με τη Μάλτα και την Κύπρο. Αντίστοιχα, ενώ η Ελλάδα είναι μία από τις 21 μόλις χώρες με γυναικεία συμμετοχή στα Διοικητικά Συμβούλια επιχειρήσεων άνω του 1/10, με μόλις 11,3% απέχει πολύ από την ουσιαστική ισότητα. Επτά χώρες της ΕΕ σημειώνουν ποσοστά άνω του 1/3, με επικεφαλής τη Γαλλία και τη Νορβηγία, οι οποίες βρίσκονται πάνω από το 40%.[4]

 

Όταν το 1953 η Ελένη Σκούρα διέσχισε για πρώτη φορά το «άβατο» της ελληνικής Βουλής, κλήθηκε να απαντήσει στην προσφώνηση «κυρία βουλευτίδα», ανοίγοντας τη συζήτηση για τους όρους προσφώνησης των γυναικών του κοινοβουλίου. Αν αυτή η συζήτηση παραμένει ανοιχτή για περισσότερο από μισό αιώνα, αυτό οφείλεται πολύ λιγότερο στα τερτίπια της γλώσσας απ’ ό,τι στην ανεπίλυτη ακόμη αμηχανία της κοινωνίας απέναντι στη γυναικεία παρουσία σε πολιτικούς χώρους. Για να επιτευχθεί ουσιαστική και όχι φαινομενική πρόοδος, θα πρέπει η πολιτική χειραφέτηση των γυναικών να επαναπροσδιοριστεί, όχι ως «γυναικείο ζήτημα» και ατομική ευθύνη, αλλά ως βασική, οικουμενική προϋπόθεση για την ισοπολιτεία και τη δικαιοσύνη.

 

 

 

 

 

[1] Στη σημερινή Βουλή γυναίκες είναι το 14,5% των βουλευτών της ΝΔ, το 18% του ΚΙΝΑΛ, το 27% του ΣΥΡΙΖΑ και το 33% όσων εκλέγονται με το ΚΚΕ.

[2] Ιστοσελίδα του Ελληνικού Κοινοβουλίου, https://www.hellenicparliament.gr/Vouleftes/Statistika-Stoicheia

[3] World Economic Forum, Gender Gap Report 2020, http://www3.weforum.org/docs/WEF_GGGR_2020.pdf

[4] Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων, 2018, «Η στατιστική απεικόνιση της ισότητας μεταξύ γυναικών και ανδρών στην Ευρωπαϊκή Ένωση», http://www.isotita.gr

Leave a Comment