Και η επίσκεψη MBS και οι αποφάσεις του Συμβουλίου Ενέργειας της ΕΕ θα κριθούν στον χρόνο (Β)

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Προτάξαμε χθες, στην ανασκόπηση/αξιολόγηση των εξελίξεων που πυκνώνουν στα ενεργειακά, όσα διαγράφονται στον ορίζοντα από την επίσκεψη στην Αθήνα του Σαουδάραβα πρίγκηπα MBS – ο οποίος συνέχισε προς Παρίσι, μεθ’ όλης της εντυπωσιακής κουστωδίας, ώστε στην συνάντηση με Μακρόν να καταδείξει την κεντρικότητα του ρόλου που πάει να διεκδικήσει το Βασίλειο της Ερήμου στην νέα γεωπολιτική/γεωοικονομική ισορροπία. Και σταθήκαμε με κάποια έμφαση στο πόσο όλες οι προσδοκίες και οι υποσχέσεις παρόμοιων επαφών θα κριθούν στον μακρό χρόνο (και στην πειστικότητα των συνεργασιών), την στιγμή που τα ενεργειακά αδιέξοδα προκύπτουν άμεσα – σήμερα.

Το ίδιο ισχύει και με την συμφωνία που προέκυψε στο Συμβούλιο υπουργών Ενέργειας της ΕΕ «27» που είχε ως αντικείμενο/στόχο την μείωση της κατανάλωσης φυσικού αερίου στις χώρες μέλη με διπλή (όχι-ακριβώς-ομολογημένη, πλην εμφανή) στόχευση: αφενός να αποφευχθεί/προληφθεί ένα σοκ εφοδιασμού τον χειμώνα, αν η Μόσχα κλείσει κι άλλο την παροχή φυσικού αερίου μέσω αγωγών, ένα σοκ που θα έφερνε ουσιαστική πλέον ζημία στην Ευρωπαϊκή (=Γερμανική) βιομηχανία αλλά και αντίστοιχη διατάραξη στα Ευρωπαϊκά νοικοκυριά. αφετέρου να συνεχιστεί η αίσθηση ότι είναι η Ευρώπη (ως μέρος της Δύσης) εκείνη που επιβάλλει κυρώσεις στην Μόσχα αποδεχόμενη το κόστος τους και όχι το αντίθετο

Είναι χαρακτηριστικό ότι η ανάγκη της κοινής γνώμης για μιαν «καλή είδηση» από το μέτωπο των ενεργειακών προοπτικών – μαζί και η προσδοκία ότι η ΕΕ θα δώσει μιαν αίσθηση προστασίας με κοινές δράσεις – είναι τόση, ώστε οι αποφάσεις α λα καρτ αλληλεγγύης (ο όρος του Αλ. Κρητικού από το KReport) εκ μέρους των υπουργών Ενέργειας, έγιναν δεκτές με ανακούφιση. Η άρνηση της Κορυφής των «27» να ασχοληθεί/δεσμευθεί μ’ ένα κατεξοχήν θέμα Κορυφής και η παραπομπή στο φθινόπωρο είχε αφήσει να σέρνεται μια αίσθηση «ο καθένας για τον εαυτό του». η δε απόπειρα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να κερδίσει θεσμικό ρόλο μέσα από μια αληθινή κρίση (πώς; κηρύσσοντας «Ευρωπαϊκό συναγερμό» η ίδια, οπότε τα μέτρα περιορισμού της κατανάλωσης φυσικού αερίου θα γίνονταν από αυτοδέσμευση, υποχρεωτικές περικοπές) είχε χαλάσει περισσότερο το κλίμα.

Τελικώς – δηλαδή… ενδιαμέσως, γιατί το «τελικό» στα Ευρωπαϊκά κρίνεται κάθε φορά διαφορετικά – επετεύχθη συμφωνία για 15% μείωση της κατανάλωσης φυσικού αερίου, σε εθελοντική βάση, για το διάστημα Αυγούστου 2022 – Μαρτίου 2023. Τριών λογιών δικλείδες ασφαλείας έμειναν ανοιχτές προκειμένου να ψηφισθεί κάτι από τις αρχικές προτάσεις: Πρώτον, όσες χώρες έχουν μεγάλη χρήση φυσικού αερίου στην ηλεκτροπαραγωγή (ανάγνωθι: έκθεση των νοικοκυριών σε περιπέτειες) μπορούν να ζητήσουν εξαίρεση: η Ελλάδα έχει ήδη καταστήσει σαφές ότι το χρειάζεται, η Ιταλία παρομοίως (η Ιβηρική κινείται εδώ και καιρό σε λογική ενεργειακής εξαίρεσης).

Η δεύτερη κατηγορία εξαιρέσεων καλύπτει τους «ενάρετους», δηλαδή όσους θα έχουν εξασφαλίσει ούτως ή άλλως υψηλά αποθέματα φυσικού αερίου. Η τρίτη όμως κατηγορία είναι που έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον: αφορά όσες χώρες «είναι εξαιρετικά εξαρτημένες από το φυσικό αέριο ως πρώτη ύλη για κρίσιμες βιομηχανίες τους, ή έχουν αυξήσει την κατανάλωση φυσικού αερίου κατά περισσότερο του 8% την τελευταία χρονιά σε σχέση με την προηγούμενη 5ετία». Εδώ φαίνεται ότι χωρούν ΚεντροΕυρωπαϊκές οικονομίες τύπου Ουγγαρίας, όμως υπάρχει ένα Ευρωπαράδοξο: χορηγείται παρέκκλιση σε ένα σχήμα ΜΕΙΩΣΗΣ της κατανάλωσης, σε όσες χώρες φέτος την έχουν ΑΥΞΗΣΕΙ.

Πάντως, πέρα απ’ αυτό, και προκειμένου να διαλυθεί η καχυποψία των Κρατών μελών ότι όλη αυτή η υπόθεση πήγαινε να γίνει power grab από την Επιτροπή, συμφωνήθηκε ότι απόφαση του Συμβουλίου (με πρόταση της Επιτροπής, αν και εφόσον «πέντε ή περισσότερα Κράτη μέλη κηρύξουν κατάσταση συναγερμού σε εθνικό επίπεδο ΚΑΙ ζητήσουν από την Επιτροπή την κήρυξη «Union alert»») είναι εκείνη που θα καθιστά την 15% μείωση-στόχο υποχρεωτική. Για να μην απομένουν, δε, αμφιβολίες προβλέπεται ότι «ο Κανονισμός [αυτός] αποτελεί εξαιρετικό και έκτακτο μέτρο, προβλεπόμενο για ορισμένο μόνο χρόνο». Μετά από την εφαρμογή του, η Επιτροπή ας υποβάλει (μέχρι τον Μάϊο 2023) τυχόν πρόταση για παράταση, και βλέπουμε.

Στις Βρυξέλλες, ο αυτοσαρκαστικός σχολιασμός ήταν ότι παρήχθη – για μιαν ακόμη φορά – «Κανονισμός-Ελβετικό τυρί», δηλονότι με τρύπες που καθιστούν την συνεκτικότητά του αμφίβολη και την γεύση του ουδέτερη. Από την Διεθνή Οργάνωση Ενέργειας/ΙΕΑ και τον Εκτελεστικό Διευθυντή της Τούρκο ενεργειακό οικονομολόγο Δρα Φατίχ Μπιρόλ (που του ανανεώθηκε για τρίτη φορά η θητεία), η υποδοχή υπήρξε αμφίρροπή: προειδοποίηση ότι μπορεί να υπάρξει ανάγκη επιβολής «δελτίου», έμφαση στην επείγουσα ανάγκη εναρμόνισης των υποδομών αποθήκευσης στην ΕΕ. Από τις αγορές, περιορισμένη συγκίνηση – αν και, εδώ, η ταυτόχρονη κίνηση Gazprom/Πούτιν για πρόσθετη μείωση της παροχής μέσω NordStream-1 θολώνει ούτως ή άλλως την προοπτική.

Μπορεί οι Ευρωπαίοι διαπραγματευτές να θεωρούν ότι «κέρδισαν» τις θερινές διακοπές τους, ωστόσο η λύση-Ελβετικό τυρί είναι αμφίβολο αν θα αποδώσει στον χρόνο.

Με αυτό να είναι το επίπεδο συζήτησης στα Ευρωπαϊκά – όπου η Ελλάδα, με κάτι σαν εξαρτημένο αντανακλαστικό που έχει αποκτήσει τις τελευταίες δεκαετίες, εναπέθεσε αρχικά τις προσδοκίες της για «λύση» – έχει ενδιαφέρον να σημειώσει κανείς πώς η νέα σοδειά προτάσεων που προήλθε από τον Έλληνα Πρωθυπουργό είναι (συγκριτικά, πάντα) καλύτερης ποιότητας από την Ευρωπαϊκή συζήτηση. Αν στην αρχική φάση ο Κυριάκος Μητσοτάκης, παράλληλα με τον Μάριο Ντράγκι βέβαια, είχε ταχθεί χωρίς να εισακουσθεί υπέρ εκδοχής πλαφόν στην αγορά χονδρικής του φυσικού αερίου και μηχανισμού συλλογικής προμήθειας, τώρα προωθεί και την έννοια της «διακοψιμότητας», δηλαδή της αποζημίωσης (επιδότησης, αλλά να μην λέμε κακιές λέξεις!) προς την βιομηχανία/μεγάλους χρήστες, ώστε να μειώσουν την κατανάλωσή τους. Και μπορεί η μορφή επικοινωνίας της πρότασης Μητσοτάκη – επιστολή προς την Πρόεδρο της Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάϊεν – να έχει κάτι το γραφικό («συνομιλούμε με τους σημαντικούς του κόσμου τούτου») δεδομένης της μικρής σημασίας της Ελληνικής κατανάλωσης φυσικού αερίου σε σύγκριση με της κατανάλωσης φυσικού αερίου ΕΕ, όμως σίγουρα είναι πιο μελετημένη αν θέλει κανείς αποτέλεσμα συνολικής μείωσης και όχι απλώς στήριξης των αναγκών της Γερμανικής μεταποίησης…