Οικονομική Επιθεώρηση, Iανουάριος 2021, τ. 1.002

AΡΙΘΜΟΙ ΣΤΟ ΜΙΚΡΟΣΚΟΠΙΟ των Άγγελου Τσακανίκα * & Πέτρου Δήμα**

Η προστασία της καινοτομίας και ο ρόλος των πατεντών στην ανάπτυξη

της ελληνικής οικονομίας

Τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας, ή αλλιώς πατέντες (patents), εντάσσονται στην κατηγορία των τίτλων βιομηχανικής ιδιοκτησίας οι οποίες κατοχυρώνουν αποκλειστικά δικαιώματα πάνω σε καινοτόμες εφευρέσεις τεχνικού/τεχνολογικού χαρακτήρα με βιομηχανική εφαρμογή. Μια πατέντα μπορεί να αφορά ένα συγκεκριμένο προϊόν, μια μέθοδο επεξεργασίας/παραγωγής ή ακόμα και συγκεκριμένες χρήσεις νέων τεχνολογιών. Η διαδικασία κατοχύρωσης μιας πατέντας στην Ελλάδα γίνεται μέσω του Οργανισμού Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας (ΟΒΙ) και έχει εθνική ισχύ. Σε περίπτωση που ο εφευρέτης επιθυμεί να επεκτείνει την ισχύ της πατέντας, τότε μπορεί να απευθυνθεί στο European Patent Office (EPO) ή στο World Intellectual Property Organization (WIPO).

Από τη φύση τους, οι πατέντες απευθύνονται περισσότερο σε βιομηχανικές εφαρμογές και έχουν έντονο τεχνολογικό υπόβαθρο. Περίπου το 80% της παγκόσμιας τεχνολογικής πληροφορίας είναι δημοσιευμένο σε διπλώματα ευρεσιτεχνίας, τα οποία και αποτελούν τη βασικότερη πηγή συμπερασμάτων για τις τάσεις στις σύγχρονες τεχνολογίες αιχμής. Τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας συνδέονται κατά κανόνα με μεγάλες επιχειρήσεις, που διαθέτουν τους πόρους να επενδύσουν σε έρευνα και ανάπτυξη (Ε&Α) και κατά συνέπεια να καταθέσουν και να υποστηρίξουν οικονομικά αιτήσεις για κατοχύρωση πατέντας.

Στην εποχή της 4ης βιομηχανικής επανάστασης η σημασία της βιομηχανικής ιδιοκτησίας αναβαθμίζεται ακόμη περισσότερο, καθώς αποτελεί το κλειδί για τη μετατροπή των άυλων περιουσιακών στοιχείων (intangible assets) των επιχειρήσεων σε οικονομικά κεφαλαία, τα οποία με τη σειρά τους μεταφράζονται σε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στις παγκόσμιες αγορές. Πρόσφατη έρευνα του Εργαστηρίου Βιομηχανικής και Ενεργειακής Οικονομίας (ΕΒΕΟ) ΕΜΠ στο πλαίσιο Προγράμματος Horizon 2020 (GLOBALINTO: Capturing the value of intangible assets in micro data to promote the EU’s Growth and Competitiveness)[1] ανέδειξε τη σύνδεση μεταξύ άυλων περιουσιακών στοιχείων και πατεντών, καθώς και τη θετική τους επίδραση στην ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών μεταποιητικών κλάδων την περίοδο 2000-2014. Μάλιστα, χρησιμοποιώντας τις πατέντες ως δείκτη εκροής καινοτομίας, η έρευνα ανέδειξε τις πατέντες ως βασική προϋπόθεση για την επιτυχημένη συμμετοχή των μεταποιητικών κλάδων σε παγκόσμιες αλυσίδες αξίας. Παραδοσιακά, η διεθνής βιβλιογραφία έχει υιοθετήσει στατιστικά πατεντών, ως εργαλείο για την ποσοτική διερεύνηση της καινοτομικής δραστηριότητας επιχειρήσεων, κλάδων και χωρών.

Εστιάζοντας στις επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας, το Διάγραμμα 1 παρουσιάζει τον ετήσιο αριθμό αιτήσεων για κατοχύρωση πατέντας σε εθνικούς οργανισμούς για την Ελλάδα, τον ευρωπαϊκό μέσο και επιλεγμένες χώρες της ΕΕ για την περίοδο 2008-2018. Οι επιδόσεις της Ελλάδας βρίσκονται σε σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ πιο συγκεκριμένα οι εθνικές αιτήσεις για πατέντες κυμαίνονται σε χαμηλότερα από αυτές χωρών με αντίστοιχα πληθυσμιακά χαρακτηριστικά. Μάλιστα, σύμφωνα με παλαιότερη έρευνα πεδίου του ΙΟΒΕ και του ΕΒΕΟ για λογαριασμό του ΣΕΒ το 2013, μόλις το 4% των επιχειρήσεων στην Ελλάδα είχε καταθέσει αίτηση για πατέντα στο εξωτερικό. Τα δεδομένα αυτά έρχονται να επιβεβαιώσουν και τα πιο πρόσφατα στοιχεία του EPO για το 2017, σύμφωνα με τα οποία οι αιτήσεις για πατέντες με ευρωπαϊκή ισχύ που προέρχονται από την Ελλάδα (που ουσιαστικά αποτελούν αιτήσεις στο εξωτερικό) αντιπροσωπεύουν μόλις το 0,2% των συνολικών αιτήσεων στο EPO, με χώρες όπως η Αυστρία, η Τσεχία, το Βέλγιο και η Πορτογαλία να κυμαίνονται σε ποσοστά της τάξεως του 4,1%, 3,4%, 0,7% και 0,3% αντίστοιχα. Φυσικά, η μερίδα του λέοντος ανήκει στη Γερμανία (38,4%), ακολουθούμενη από τη Γαλλία (19,3%) και την Ιταλία (8,4%), καθώς οι πατέντες είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τη βιομηχανική δραστηριότητα της εκάστοτε χώρας. Επομένως, πιο έντονα βιομηχανοποιημένες χώρες αναμένεται να έχουν και υψηλότερες σχετικές επιδόσεις.

Διάγραμμα 1: Ετήσιος αριθμός αιτήσεων για κατοχύρωση διπλώματος ευρεσιτεχνίας σε εθνικούς φορείς βιομηχανικής ιδιοκτησίας για την περίοδο 2008-2018 (Πηγή: WIPO, επεξεργασία των συγγραφέων)

Ποια είναι όμως η οικονομική σημασία αυτών των ευρημάτων; Σύμφωνα με το EPO, το 31% των ευρωπαϊκών βιομηχανιών είναι βιομηχανίες εντάσεως διανοητικής ιδιοκτησίας, παράγοντας παραπάνω από 5,7 τρισ. ευρώ ετησίως, με τις πατέντες να έχουν σημαντική συμβολή τόσο στην απασχόληση (10%) όσο και στο ΑΕΠ (15%) της ΕΕ για το 2017. Αντίστοιχη έρευνα του ΟΒΙ για την Ελλάδα ανέδειξε τη συμβολή των πατεντών στο ΑΕΠ και στην απασχόληση της χώρας, της τάξεως του 6,9% και στις δύο κατηγορίες.

Επομένως, οι χαμηλές επιδόσεις των ελληνικών επιχειρήσεων αντικατοπτρίζουν και τις αναπτυξιακές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα τελευταία χρόνια. Μάλιστα, η σύνδεση πατεντών και καινοτομίας είναι εμφανής και από τις αντίστοιχες καινοτομικές επιδόσεις της Ελλάδας, η οποία σύμφωνα με την πιο πρόσφατη έκδοση του European Innovation Scoreboard (2020) κατατάσσεται στην 20ή θέση ανάμεσα στα 27 κράτη-μέλη της ΕΕ.

Στο σημείο αυτό θα θέλαμε να επισημάνουμε μία σημαντική θετική εξέλιξη που πραγματοποιήθηκε το 2019 στην Ελλάδα και αφορά στην ίδρυση της Ελληνικής Ακαδημίας Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας, την οποία και θεωρούμε μια κομβική μεταρρυθμιστική παρέμβαση που μπορεί να επιφέρει πολύ σημαντικά πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα στο οικοσύστημα της καινοτομίας. Και αυτό γιατί προσπαθεί να αμβλύνει αυτή τη σημαντική αδυναμία που έχει επισημανθεί από πλήθος μελετών: την ισχνή συνεργασία επιχειρήσεων με πανεπιστήμια, τις χαμηλές δαπάνες για Ε&Α, που έχουν ως αποτέλεσμα τις λίγες πατέντες και βιομηχανικά σχέδια, παρά τον μεγάλο αριθμό διεθνών ερευνητικών έργων, αλλά και το υψηλό μέσο εκπαιδευτικό επίπεδο του ανθρώπινου δυναμικού της χώρας.

Γι’ αυτό και ίσως αποδειχθεί καταλυτικός ο ρόλος των πιστοποιημένων συμβούλων ευρεσιτεχνίας που θα προκύψουν από την Ακαδημία, αλλά και ο ρόλος της Ακαδημίας ευρύτερα. Η Ακαδημία δεν θα προσφέρει απλώς μια πρόσθετη επαγγελματική ευκαιρία για μηχανικούς ή αποφοίτους των θετικών επιστημών, προσφέροντας μια νέα δυνητική πηγή εσόδων για κάποιους επαγγελματίες (βλέπε π.χ. ενεργειακά πιστοποιητικά). Η πιστοποίηση δηλαδή που θα προσφέρει η Ακαδημία δεν συνιστά ένα «πρόγραμμα κατάρτισης».

Αντίθετα, οι πιστοποιημένοι σύμβουλοι ευρεσιτεχνίας μπορούν να λειτουργήσουν καταλυτικά στο οικοσύστημα και να υποστηρίξουν όχι απλώς την τυπική διαδικασία αίτησης για πατέντα ή βιομηχανικό σχέδιο, αλλά να υποστηρίξουν και οι ίδιοι την «εκπαίδευση» της βιομηχανίας, την οικοδόμηση σχετικών ικανοτήτων και την αξιοποίηση και άλλων πατεντών από τη βιομηχανία, με στόχο τη συνολική ενίσχυση της καινοτομικής επίδοσης του οικοσυστήματος. Άλλωστε, όχι μόνο η αίτηση για νέα πατέντα αλλά και το ζήτημα της υποαξιοποίησης των υφιστάμενων πατεντών ειδικά από τις ΜμΕ, όπως οι λεγόμενες sleeping patents, είναι ένα πρόβλημα αναποτελεσματικής λειτουργίας που επισημαίνεται σε ευρωπαϊκό περιβάλλον για διάφορους λόγους – και προφανώς ισχύει ακόμα πιο εμφατικά και στην Ελλάδα.

Το αν θα αυξηθούν οι καταθέσεις πατεντών και βιομηχανικών σχεδίων στην Ελλάδα όταν αυτοί οι πιστοποιημένοι σύμβουλοι αρχίσουν να δραστηριοποιούνται στον χώρο δεν είναι βέβαιο. Υπάρχει όμως βιβλιογραφία από άλλες χώρες που δείχνει μια θετική σχέση με τις καταθέσεις και, επομένως, μπορούμε να αναμένουμε ρεαλιστικά μια βελτίωση σε αυτόν τον τομέα. Επιπροσθέτως, οι σύμβουλοι θα μπορούν να λειτουργήσουν και ως πρεσβευτές της παρουσίας του ίδιου του ΟΒΙ, αναδεικνύοντας τις υπηρεσίες που προσφέρει και εξοικειώνοντας τους δυνητικούς χρήστες με τις δυνατότητες που υπάρχουν στον τομέα της προστασίας της βιομηχανικής ιδιοκτησίας. Μπορεί να βελτιώσουν δηλαδή και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο ίδιος ο ΟΒΙ, μιας και ουσιαστικά η Ακαδημία θα συνεισφέρει στην εκπαίδευση νέων χρηστών, οι οποίοι θα απαιτήσουν ίσως και καλύτερες υπηρεσίες.

Επίσης, τέτοιες ακαδημίες υπάρχουν ήδη στο εξωτερικό, κάτι που σημαίνει ότι υπάρχει ήδη τεχνογνωσία· επομένως, σε συνεργασία με τους αντίστοιχους διεθνείς οργανισμούς μπορούμε να αξιοποιήσουμε την εμπειρία και να δημιουργήσουμε ένα αποδοτικότερο σύστημα καινοτομίας.

[1] Tsakanikas, A., Caloghirou, Y., Dimas, P., & Stamopoulos, D., (2020). Are innovation and intangible assets drivers for EU’s manufacturing competitiveness in Global Value Chains?, submitted to Technological Forecasting and Social Change.
* Ο Α. Τσακανίκας είναι αναπληρωτής καθηγητής Οικονομικής Αξιολόγησης Συστημάτων Τεχνολογίας Καινοτομίας και Επιχειρηματικότητας ΕΜΠ, διευθυντής Εργαστη- ρίου Βιομηχανικής και Ενεργειακής Οικονομίας (ΕΒΕΟ).
** Ο Π. Δήμας κατέχει MSc στα Εφαρμοσμένα Οικονομικά και στη Χρηματοοοικονομική Ανάλυση και είναι υποψήφιος διδάκτορος στο ΕΒΕΟ-ΕΜΠ