Οικονομική Επιθεώρηση, Μάιος 2021, τ. 1006

ΜΙΚΡΟΜΕΣΑIΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡHΣΕΙΣ του Γιώργου Καρανίκα, προέδρου της ΕΣΕΕ

Νέα κανονικότητα με όρους ανάπτυξης για το λιανεμπόριο

Η επιστροφή στην κανονικότητα προβάλλει σήμερα ως το βασικό ζητούμενο για την ελληνική οικονομία και τη μικρομεσαία εμπορική επιχειρηματικότητα. Στην πραγματικότητα όμως, η «επόμενη μέρα» για την αγορά θα είναι πολύ διαφορετική και η συνολική εικόνα της είναι δύσκολο να προβλεφθεί. Οι βαθιές οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις της πανδημίας και η επέλαση της ψηφιακής εποχής δημιουργούν ένα ρευστό τοπίο με νέους κανόνες, πολλές απαιτήσεις και λίγες βεβαιότητες. Συνεπώς, είναι ορθότερο να αναφερόμαστε σε μια «νέα κανονικότητα» μετά την πανδημία, παρά για επιστροφή στο προ Covid-19 πλαίσιο λειτουργίας του λιανεμπορίου.

Η προσέγγιση αυτή είναι δυνατόν να επιτρέψει στην Πολιτεία με τους θεσμούς της και στις επιχειρήσεις με τους εκπροσώπους τους να θέσουμε τα σωστά ερωτήματα και να διερευνήσουμε τις προκλήσεις και τις ευκαιρίες που ανοίγονται μπροστά μας. Η κοινή μας επιδίωξη πρέπει να είναι όχι απλώς να παρακολουθήσουμε τις ραγδαίες αλλαγές που συντελούνται, αλλά σε έναν βαθμό να τις συνδιαμορφώσουμε με δικαιοσύνη και ισονομία για τον εμπορικό κόσμο. Ο μεγάλος στόχος για το ελληνικό εμπόριο είναι να διατηρήσει και να επαυξήσει τον ρόλο που έχει ως επιταχυντής στην ανάπτυξη της οικονομίας.

Ωστόσο, το 2021 θα είναι, στην καλύτερη περίπτωση, μια χρονιά «ανάρρωσης» για τις ΜμΕ του εμπορίου. Όπως κατέγραψε η Ετήσια Έκθεση Ελληνικού Εμπορίου που παρουσίασε η ΕΣΕΕ, το 2020 διπλασιάστηκε ο αριθμός των επιχειρήσεων, στο 35% από 18%, που μεταπήδησαν από την κατηγορία «βιώσιμες» στην κατηγορία «προβληματικές». Είναι οι επιχειρήσεις που κινδυνεύουν περισσότερο με λουκέτα και απολύσεις, εάν δεν στηριχθούν με ξεκάθαρες και στοχευμένες πολιτικές στη φάση της επανεκκίνησης και της «μετάβασης». Σε αυτές τις πολιτικές περιλαμβάνονται άμεσα μέτρα ενίσχυσης της ρευστότητας, η ρύθμιση του ιδιωτικού χρέους και των επιταγών, η θέσπιση του ακατάσχετου επιχειρηματικού, καθώς και η κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος και της προκαταβολής φόρου. Τα μέτρα αυτά θα συντελέσουν παράλληλα ώστε η κυβέρνηση να περιορίσει το άνοιγμα της ψαλίδας ισχυρών εταιρειών-ευάλωτων ΜμΕ, που άρχισε να «ξεχειλώνει» επικίνδυνα την περίοδο της πανδημίας, μιας και οι επιχειρηματικοί κολοσσοί το μεγαλύτερο διάστημα έπαιζαν χωρίς αντίπαλο στη μοναδική ανοικτή αγορά, αυτή των ηλεκτρονικών πωλήσεων.

Τα αμέσως επόμενα χρόνια, η πορεία και ο ρόλος του ελληνικού εμπορίου θα εξαρτηθούν από το ευρύτερο διεθνές οικονομικό περιβάλλον και από το παραγωγικό μοντέλο που θα ακολουθήσει η χώρα μας. Βασική προϋπόθεση ανάπτυξης θα αποτελέσει η παροχή μεγαλύτερης ρευστότητας από τον τραπεζικό τομέα, καθώς και τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης και του νέου ΕΣΠΑ. Επιπλέον, θα πρέπει να διασφαλισθεί ότι θα δοθούν ίσες ευκαιρίες στα οφέλη της ψηφιακής μετάβασης σε όλες τις επιχειρήσεις, μιας και ο βαθμός ψηφιοποίησής τους σύντομα θα αποτελεί κριτήριο και για τη χρηματοδότησή τους. Σε κάθε περίπτωση, το εμπόριο σίγουρα θα χρειαστεί ένα ευρύ πρόγραμμα επιχορηγούμενης ψηφιακής κατάρτισης και αναβάθμισης δεξιοτήτων για επιχειρηματίες και εργαζομένους.

Από κει και πέρα, όπλα του ελληνικού εμπορίου την επόμενη μέρα θα αποτελέσουν η προσαρμοστικότητά του και η προσφορά αξίας. Με ολοένα και περισσότερες επιχειρήσεις να διαθέτουν ταυτόχρονα ψηφιακό και φυσικό κατάστημα, με open malls που θα εξασφαλίζουν σύγχρονη και ασφαλή καταναλωτική εμπειρία και με συνέργειες με τον τουρισμό για να προωθούνται τα τοπικά προϊόντα, η μετά-Covid εποχή μπορεί να μας εκπλήξει ευχάριστα.