Κάτω από την επιφάνεια της συζήτησης για τον κατώτατο μισθό

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Με φόντο την υπό εξέλιξη γενική επανατοποθέτηση των εργασιακών – δεν είναι μόνο το υπό επώαση νομοσχέδιο Κ. Χατζηδάκη – η συνδικαλιστική πλευρά υπέβαλε την (προβλεπόμενη και θεσμικά) επίσημη πρόταση για αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού και διαμόρφωσή του στα 751 ευρώ, με επόμενη φάση τα 809 ευρώ/μήνα.  Σήμερα, βρίσκεται στα 650 ευρώ (άρα, αύξηση 15,6%).

Έτσι καταγραφόμενη, αυτή η είδηση ανήκει στα αναμενόμενα. Μεγαλύτερο/ουσιαστικότερο ενδιαφέρον έχει η τεκμηρίωση και η επιχειρηματολόγηση αυτής της πρότασης, τεκμηρίωση που αποτελεί μιαν ανατομή από πλευράς ΙΝΕ/ΓΣΕΕ της πραγματικής κατάστασης στους «κάτω ορόφους» της αγοράς εργασίας, όχι σε εκείνους που βρίσκονται υπό προστασία (δημοσίου ή «σωστού» ιδιωτικού τομέα) ή/και κατοικούνται από τους ερίζοντες περί της χρησιμότητας ή μη των διδακτορικών.

Πρώτο σημείο, το ποσοστό των απασχολούμενων που θα επηρεασθεί από μια τέτοια αύξηση, η οποία θα έφερνε τον κατώτατο στο 60% του διάμεσου μισθού (τι είναι ο διάμεσος; εκείνο το μέγεθος που έχει παραπάνω τον ίδιο αριθμό ανθρώπων με μεγαλύτερο ακαθάριστο μισθό πλήρους απασχόλησης με παρακάτω τον αριθμό όσων έχουν μικρότερο). Στην Ελλάδα, το εν λόγω ποσοστό είναι ένα πολύ σημαντικό, 35%. σε απόσταση ακολουθεί η Πολωνία με 28%, η Ισπανία , η Ιρλανδία και η Εσθονία με 26%. Την Γαλλία την συναντά κανείς κάπου στο 10% – ενώ στο Βέλγιο τυχόν μετάβαση του κατώτατου στο 60% του διάμεσου αφορά … μόλις το 3% των εργαζομένων.

Επειδή οι συζητήσεις για το νομοσχέδιο Χατζηδάκη εν πολλοίς έχουν στραφεί στο τι θα σημάνουν οι επιχειρούμενες παρεμβάσεις σε επίπεδο συλλογικών διαπραγματεύσεων, να σταθούμε μια στιγμή και στο ποσοστό κάλυψης που έχουν οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας: στην Ελλάδα είμαστε στο 26% (το 8ο χαμηλότερο στην ΕΕ), με υστερούσες ακόμη περισσότερο μόνον τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Στην Ισπανία η κάλυψη από ΣΣΕ είναι γύρω στο 70%, στην Ιταλία πλησιάζει το 80%, (η Πορτογαλία κάπου στο μέσον), ενώ η Γαλλία ξεπερνά το 90%. Πώς συνδυάζονται τα δυο; Αν δεν ενισχυθεί η κάλυψη των συλλογικών διαπραγματεύσεων, τότε είναι αρκετά πιθανό στην πράξη οι εργαζόμενοι να μην λαμβάνουν τον κατώτατο μισθό λόγω αθέμιτων πρακτικών ή μη-συμμόρφωσης των εργοδοτών – σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Ένα βήμα παραπέρα: αν γινόταν πραγματικότητα η προτεινόμενη αύξηση του κατώτατου μισθού στην Ελλάδα, τότε θα προέκυπτε αισθητή μείωση των εισοδηματικών ανισοτήτων, ενώ πολύ μεγάλη (η μεγαλύτερη μεταξύ των χωρών ΕΕ!) θα ήταν η μείωση στις ανισότητες αμοιβών λόγω φύλου.

Πάμε όμως πίσω, στο πώς έχει διαμορφωθεί διΕυρωπαϊκά το πλαίσιο της αγοράς εργασίας όπου εντάσσεται η προτεινόμενη αύξηση του κατώτατου μισθού: σε 17 κράτη μέλη της ΕΕ ο κατώτατος μισθός έχει αυξηθεί από 1/1/2021, σε άλλα 3 μένει σταθερός στο επίπεδο που είχε ανέβει το 2020 – σ’ εμάς ο κατώτατος βρίσκεται (προσοχή: στα μέσα του 2021…) στο ύψος του 2019. Πρόσθετη σημείωση: οι 14 από τις 17 χώρες που αύξησαν κατώτατο στις αρχές της φετινής χρονιάς, είχαν κάνει αύξηση και το 2020 σε σχέση με το 2019.

Τέλος, η αγοραστική δύναμη του κατώτατου μισθού στην Ελλάδα έχει αποσαθρωθεί τα χρόνια των Μνημονίων (-9,45% στην δεκαετία από το 2010), και είναι σήμερα η 5η κατώτερη στην ΕΕ «27»: στις 12 χαμηλότερες χώρες από πλευράς αγοραστικής δύναμης, μόνον Ανατολικές χώρες καταγράφονται, συν Ελλάδα και Πορτογαλία κάπου στο μέσον.