συνέντευξη του πρύτανη του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, Σπύρου Κίντζιου*, στον Απόστολο Λακασά

 

«Είναι επιτακτική η σύναψη ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου μεταξύ του δημόσιου πανεπιστημίου και της κοινωνίας με εγκαθίδρυση μίας βάσης αμοιβαίας εμπιστοσύνης με ξεκάθαρες δεσμεύσεις και απαιτήσεις» παρατηρεί ο πρύτανης του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Σπύρος Κίντζιος. Το ίδρυμα, το μόνο αμιγώς γεωτεχνικό της χώρας, έχει στρατηγική στόχευση να συμπεριλάβει στα προγράμματα σπουδών του όλα τα γνωστικά αντικείμενα του γεωτεχνικού τομέα. Η έμφαση δίνεται στη θεματική επέκταση του Γεωπονικού με την ίδρυση Τμήματος Κτηνιατρικής καθώς και του Τμήματος Παράκτιας Ανάπτυξης, το τελευταίο στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου EU-CONEXUS. Παράλληλα, όπως λέει ο κ. Κίντζιος «σχεδιάζουμε την αξιοποίηση της για τη δημιουργία ενός πρωτοπόρου Τεχνολογικού Πάρκου, μίας πραγματικής κυψέλης καινοτομίας, η οποία θα δώσει τη δυνατότητα μεταφοράς της πολυσχιδούς τεχνογνωσίας, η οποία προέρχεται από τα Εργαστήρια του ΓΠΑ στους παραγωγικούς φορείς στην Ελλάδα και διεθνώς».

 

– Εάν σας ζητούσα να τοποθετηθείτε σε ένα γενικό πλαίσιο (και αυτό διότι κάθε ΑΕΙ έχει ξεχωριστά προβλήματα), ποια θα λέγατε ότι είναι τα προβλήματα των ελληνικών πανεπιστημίων σήμερα;

Θεωρώ ότι τα προβλήματα των ελληνικών πανεπιστημίων πηγάζουν από τρεις βασικές αιτίες. Η πρώτη είναι η ισχυρή εξάρτηση τους από την κεντρική διοίκηση, εξάρτηση η οποία δεν πρέπει να συγχέεται με την αυτονόητη υποχρέωση της Πολιτείας να χρηματοδοτεί τα δημόσια ΑΕΙ. Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται κυρίως μέσω της θεσμικής επιβολής υπερβολικών γραφειοκρατικών διαδικασιών, οι οποίες καταλήγουν σε συνολική επιβράδυνση των ακαδημαϊκών και αναπτυξιακών διεργασιών στα ιδρύματα. Ασφαλώς τα πανεπιστήμια πρέπει να ελέγχονται ως προς τη νομιμότητα των αποφάσεων και των δραστηριοτήτων τους, ωστόσο ο μηχανισμός ελέγχου δεν πρέπει να δρα περιοριστικά προς την ίδια τη λειτουργία των ιδρυμάτων.

Αντιπροσωπευτικά παραδείγματα είναι τα εμπόδια στη λειτουργία των Ειδικών Λογαριασμών Έρευνας και ο μονομερής από το Υπουργείο Παιδείας καθορισμός του αριθμού των εισακτέων, συνήθως σε αναντιστοιχία με τις πραγματικές δυνατότητες του κάθε Ιδρύματος. Η δεύτερη αιτία είναι η διαχρονικά μειωμένη χρηματοδότηση (απέχουσα πολύ από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο) και τα εμπόδια στην αξιοποίηση πόρων από ερευνητικά προγράμματα και άλλες πηγές. Δεν παραβλέπω ωστόσο ότι έχει σημειωθεί μία σταδιακή πρόοδος ως προς το θεσμικό πλαίσιο. Τέλος, πιστεύω ότι υπάρχει ένα σοβαρό έλλειμμα κουλτούρας και προσδοκιών της ευρύτερης κοινωνίας σε σχέση με την αποστολή των πανεπιστημίων. Ένα πανεπιστήμιο επιτελεί ταυτόχρονα πολλούς σκοπούς: είναι φορέας γνώσης, διδασκαλίας και έρευνας, χώρος ζύμωσης ιδεών, ένας οργανισμός ο οποίος παράγει εξαιρετικού επιπέδου στελέχη για την αγορά εργασίας και ένας κόμβος τοπικής και περιφερειακής ανάπτυξης. Δυστυχώς η αντίληψη τόσο αρκετά μεγάλου τμήματος της κοινωνίας όσο και θεσμικών οντοτήτων (π.χ. πολιτικά κόμματα, τοπική αυτοδιοίκηση) είναι εντελώς διαφορετική, καθότι θεωρούν το πανεπιστήμιο πότε απλά ως έναν φορέα που εκδίδει ένα “χαρτί” για μελλοντική πρόσληψη, πότε γήπεδο μικροπολιτικών παρεμβάσεων και αντιπαραθέσεων και άλλοτε μοχλό ευκαιριακής οικονομικής ανάπτυξης σε τοπικό κυρίως επίπεδο. Είναι λοιπόν επιτακτική η σύναψη ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου μεταξύ του δημόσιου πανεπιστημίου και της Κοινωνίας με εγκαθίδρυση μίας νέας βάσης αμοιβαίας εμπιστοσύνης με ξεκάθαρες εκατέρωθεν δεσμεύσεις και απαιτήσεις. Χρειάζεται ακόμα η ανάπτυξη δεξιοτήτων, δηλαδή η διαμόρφωση προσωπικών ικανοτήτων καθώς και η διαρκής επιμόρφωση σε όλη τη διάρκεια του εργασιακού βίου. Τα Πανεπιστήμια μπορούν να συμβάλλουν σε αυτά τα θέματα.

– Πόσο τα ελληνικά ΑΕΙ εξοικειώθηκαν με την τηλεκπαίδευση; Ορισμένοι μιλούν ακόμη και για «χαμένη χρονιά» και ζητούν επανάληψή της.

Ειλικρινά πιστεύω ότι, μέσα στην πανδημία, τα ελληνικά ΑΕΙ αναδείχθηκαν στους παγκόσμιους πρωταθλητές της τηλεκπαίδευσης, συνεχίζοντας αδιάλειπτα το εκπαιδευτικό τους έργο.

Την ίδια περίοδο, τα περισσότερα πανεπιστήμια της Ευρώπης και των ΗΠΑ απλά «κατέβασαν ρολά», παρά το γεγονός ότι στη συντριπτική τους πλειοψηφία απολάμβαναν πολύ καλύτερης χρηματοδότησης και τηλεπικοινωνιακών υποδομών. Τώρα όσον αφορά την ίδια την τηλεκπαίδευση, αποτελεί λύση ανάγκης η οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη διά ζώσης. Ωστόσο δεν πρέπει να μπούμε στον πειρασμό της δαιμονοποίησης της τηλεκπαίδευσης καθώς προσφέρει πρωτόγνωρες προοπτικές εξωστρέφειας στη διδακτική αποστολή των ελληνικών ΑΕΙ. Μπορούν λοιπόν κάλλιστα να συνυπάρξουν και οι δύο εκπαιδευτικές πρακτικές, από απόσταση και διά ζώσης. Η περίοδος της πανδημίας, παρά τις αρνητικές της συνέπειες, υπήρξε ένα μεγάλο σχολείο για όλη την εκπαιδευτική κοινότητα.

– Από το επόμενο ακαδημαϊκό έτος θα εγκατασταθούν τα μέλη της πανεπιστημιακής αστυνομίας στα κεντρικά ΑΕΙ. Θεωρείτε ότι θα επιτύχουν τον στόχο της αντιμετώπισης των φαινομένων βίας στα ΑΕΙ;

Ως πολίτης μίας δημοκρατικής χώρας στηρίζω την αποστολή της αστυνομίας ως απαραίτητης δικλείδας ασφαλείας για την τήρηση των νόμων και την προστασία του πολιτεύματος. Σε αυτό το πλαίσιο, ασπάζομαι πλήρως την άποψη ότι ο πολύ σημαντικός ρόλος της αστυνομίας έχει ένα ευρύτατο πεδίο εφαρμογής, αλλά σε καμία περίπτωση εντός των ΑΕΙ. Είναι οξύμωρο να μιλάμε για ανάγκη αστυνόμευσης των πανεπιστημίων όταν οι δείκτες κοινής εγκληματικότητας έξω από αυτά είναι επιεικώς ανησυχητικοί. Μικροσυγκρούσεις ακαδημαϊκού χαρακτήρα, ακόμα και εάν χαρακτηρίζονται από εντάσεις και συχνά ξεφεύγουν από τα αποδεκτά όρια δεοντολογίας (π.χ. προπηλακισμοί, καταλήψεις κ.ά.) πρέπει να αποτρέπονται ή να επιλύονται μέσα από εκτενή διάλογο. Η πανεπιστημιακή φύλαξη με προσωπικό των ιδρυμάτων, σε ικανό αριθμό και εκπαίδευση, μπορεί να προλάβει τα περισσότερα επεισόδια ήσσονος έντασης καθώς και να αποτρέψει συνήθεις παραβατικές πράξεις (π.χ. μικροκλοπές, βανδαλισμούς). Εάν υπάρξουν πραγματικά ποινικά συμβάντα, τότε όντως θα πρέπει να παρέμβει η αστυνομία όπως προβλέπεται από τον σε ισχύ νόμο περί ασύλου. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει κάποια λογική αντίρρηση σε αυτή την ιεράρχηση.

– Το υπουργείο Παιδείας θέλει να προχωρήσει σε αναδιάρθρωση του πανεπιστημιακού χάρτη με συγχωνεύσεις τμημάτων. Το Γεωπονικό έχει παραρτήματα και στην Άμφισσα, τα οποία τα πήρε μετά τη διάλυση του ΤΕΙ Στερεάς Ελλάδος. Είναι ενταγμένα στην ακαδημαϊκή φυσιογνωμία του ιδρύματος;

Ανεξάρτητα από τα προϋπάρχοντα τμήματα ΤΕΙ, τα νέα πανεπιστημιακά μας Τμήματα αποτελούν θεμελιώδες συστατικό της στρατηγικής μας επέκτασης στην κομβική Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας, μετεξελίσσοντας το ΓΠΑ σε Πανεπιστήμιο δύο Περιφερειών. Όλα τα νέα Τμήματα είναι ενταγμένα αρμονικά στο Πανεπιστήμιο μας. Το Τμήμα Περιφερειακής και Οικονομικής Ανάπτυξης θεραπεύει μεν ένα καθαρά οικονομικό και όχι γεωτεχνικό σύνολο γνωστικών αντικειμένων, ωστόσο η διάσταση της αποκεντρωμένης παραγωγικής οικονομίας έχει άμεση σχέση με την αγροδιατροφή.

– Τι θα γίνει με το Τμήμα στο Καρπενήσι;

Το Τμήμα Δασολογίας και Διαχείρισης Φυσικού Περιβάλλοντος αποτελεί ένα πραγματικό στολίδι για το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο. Τόσο εμείς όσο και η Περιφέρεια  έχουμε επενδύσει σημαντικούς πόρους για την ανάπτυξη της εκεί Πανεπιστημιούπολης. Το Τμήμα έχει στελεχωθεί με ικανό αριθμό διδακτικού και ερευνητικού υψηλότατου επιπέδου ενώ παρέχει τα πλέον σύγχρονα προγράμματα σπουδών στο σχετικό αντικείμενο. Τέλος, δεν μπορώ να φανταστώ ένα καταλληλότερο περιβάλλον από την πανέμορφη Ευρυτανία ως έδρα μίας τέτοιας ακαδημαϊκής μονάδας.

– Ενώ η Θεσσαλονίκη και η Θεσσαλία έχουν Κτηνιατρική Σχολή, στην νότια Ελλάδα δεν υπάρχει. Παρόλα αυτά από το 2019 υπάρχει πρόβλεψη για ίδρυση Κτηνιατρικής από το 2022, η οποία έχει τεθεί σε αναστολή από την νυν κυβέρνηση μαζί με άλλα 36 υπό ίδρυση τμήματα. Η ΕΘΑΑΕ έχει δηλώσει ότι θα αξιολογήσει τα υπό αναστολή τμήματα, ωστόσο μαθαίνω ότι η ηγεσία του υπουργείου δεν θέλει να προχωρήσει.

Αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία να υφίστανται δύο Κτηνιατρικές Σχολές σε απόσταση 200 χιλιομέτρων και καμία απολύτως στη Νότια Ελλάδα και πολύ περισσότερο κοντά στην πρωτεύουσα. Ως Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών όχι μόνον έχουμε υποβάλει στην ΕΘΑΑΕ μία πλήρη έκθεση-πρόταση για την ίδρυση του νέου Τμήματος, αλλά, πιο σημαντικό, έχουμε δεσμεύσει σημαντικές υποδομές και πόρους για την υλοποίηση αυτού του σχεδίου. Η ίδρυση της Κτηνιατρικής θα αποτελέσει το βήμα ολοκλήρωσης του στρατηγικού σχεδιασμού μας ως του μεγαλύτερου γεωτεχνικού πανεπιστημίου της ΝΑ Ευρώπης. Είναι κάτι που δικαιούμεθα και για αυτό το διεκδικούμε με ιδιαίτερο ζήλο.

 – Το Γεωπονικό διαθέτει έκταση η οποία θα μπορούσε να αξιοποιηθεί. Τι προτείνετε;

Όντως, το Πανεπιστήμιο μας διαθέτει αξιοποιήσιμες εκτάσεις πάνω από 1500 στρέμματα σε διάφορα σημεία της επικράτειας. Οι εκτάσεις αυτές καλλιεργούνται και τα παραγόμενα, εξαιρετικά υψηλής ποιότητας προϊόντα (βιολογικό κρασί, βαμβάκι, βυνοποιήσιμο κριθάρι, καλαμπόκι) πωλούνται ανταγωνιστικά στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Πέραν όμως της παραγωγικής αυτής δραστηριότητας και της ενοικίασης μέρους της έκτασης σε εξωτερικούς φορείς, σχεδιάζουμε την αξιοποίηση της για τη δημιουργία ενός πρωτοπόρου Τεχνολογικού Πάρκου, μίας πραγματικής κυψέλης καινοτομίας, η οποία θα δώσει τη δυνατότητα μεταφοράς της πολυσχιδούς τεχνογνωσίας, η οποία προέρχεται από τα Εργαστήρια του ΓΠΑ στους παραγωγικούς φορείς στην Ελλάδα και διεθνώς. Παράλληλα, θα προσφέρει σημαντικές δυνατότητες διαρκούς και πολύ καλά αμειβόμενης απασχόλησης σε νέους ταλαντούχους ερευνητές, τόσο αποφοίτους μας όσο και άλλων πανεπιστημίων.


* Ο Σπύρος Κίντζιος είναι Πρύτανης του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, Καθηγητής του Τμήματος Βιοτεχνολογίας. Έχει αποκτήσει το διδακτορικό του από το Πολυτεχνείο του Μονάχου. Είναι Διευθυντής του Εργαστηρίου Κυτταρικής Τεχνολογίας και του Κέντρου Εφαρμογών Κυτταροβιολογικών Εφαρμογών (ΚΕΚΥΤΕ) του ΓΠΑ. Διαθέτει ερευνητική και διδακτική εμπειρία για περισσότερα από 30 χρόνια στον χώρο της Βιοτεχνολογίας και ειδικότερα στον χώρο της Κυτταρικής Βιολογίας, Κυτταρικής Τεχνολογίας και των Βιοαισθητήρων. Έχει δημοσιεύσει ~130 πρωτότυπες ερευνητικές εργασίες σε διεθνή έγκριτα περιοδικά και έχει επιμεληθεί/συγγράψει πέντε διεθνή και τέσσερα ελληνικά βιβλία. Είναι κάτοχος τριών εθνικών και τριών διεθνών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. Έχει συντονίσει και συμμετάσχει σε ~40 διεθνή και εθνικά χρηματοδοτούμενα προγράμματα. Έχει επιβλέψει περισσότερες από 200 πτυχιακές και μεταπτυχιακές μελέτες και 12 διδακτορικές διατριβές. Είναι τακτικό μέλος της Ελληνικής Γεωργικής Ακαδημίας (ΕΓΑ),  ιδρυτικό μέλος του Hellenic Biotechnology Cluster (HBio) καθώς και μέλος πολλών δημόσιων και κλαδικών επιτροπών στην Ελλάδα και το εξωτερικό.