Η διασωληνωμένη… άνευ μουσικής εστίαση

Οικονομική Επιθεώρηση, Φεβρουάριος 2022, τ.1015

ΒΟΡΕΙΟ ΒΑΡΟΜΕΤΡΟ

του Kώστα Δ. Μπλιάτκα

 

Ανεξάρτητα από το πόσο επικίνδυνες θα αποδειχθούν οι πρώην και οι επόμενες μεταλλάξεις, η πολυθρύλητη «εστίαση» αναμένεται να παραμείνει «διασωληνωμένη» τουλάχιστον μέχρι τον Μάρτιο, αν όχι μέχρι το Πάσχα.

Άνθρωποι της αγοράς εκτιμούν πως η τραγική κατάσταση της εστίασης δεν θα βελτιωθεί εύκολα, ενώ γενικά ο κλάδος στη Θεσσαλονίκη απώλεσε κατά τη διετία 2020-2021 το 60% του τζίρου του.

Το πρόβλημα έχει πανευρωπαϊκή διάσταση και αυτό αποτυπώνεται ανάγλυφα από το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή άλλαξε για πέμπτη (!) φορά τους κανονισμούς για τις κρατικές ενισχύσεις, έχοντας υπόψη της τους κλάδους που λειτουργούν υπό περιορισμούς, και παρέτεινε από τις 30 Ιουνίου 2022 έως τις 30 Ιουνίου 2023 τη δυνατότητα των κρατών-μελών να μετατρέπουν επιστρεπτέα μέσα (εγγυήσεις, δάνεια, προκαταβολές) σε άλλες μορφές ενίσχυσης, όπως άμεσες επιχορηγήσεις.

Μιλώντας για την εστίαση όμως, ας έχουμε υπόψη μας ότι αναφερόμαστε σε ένα πολυσύνθετο –όσο κι αν δεν φαίνεται– πρόβλημα.

Διάβασα, ας πούμε, έναν καινούργιο όρο που περιγράφει μια συγκεκριμένη τάση ζήτησης στην εστίαση, που αντέχει διαχρονικά: «Εστιατόρια εξόδου».

Εκεί οι πελάτες πηγαίνουν για να γευματίσουν μεν, αλλά ταυτόχρονα και για επικοινωνία και χαλάρωση, πράγματα τα οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με τη μουσική. Η απαγόρευση της μουσικής λοιπόν είναι κρίσιμος παράγοντας για την απόφαση «να βγει κανείς ή να μην βγει» (από το σπίτι του).

Η έλλειψη της μουσικής, σε συνδυασμό με τον φόβο πολλών να βγουν από το σπίτι λόγω της εξαιρετικά εύκολα μεταδιδόμενης Όμικρον, αλλά και ο μεγάλος αριθμός νοσούντων μαζί με άλλα περιοριστικά μέτρα (ωράριο έως τις 24:00, απαγόρευση όρθιων πελατών κ.ά.) καθιστούν την εστίαση λιγότερο… ελκυστική επιλογή.

Είχα διαβάσει στο «1843 magazine» του Economist ένα άρθρο με τίτλο «Why do people go to restaurants? It’s not about the food» (Γιατί οι άνθρωποι πηγαίνουν στα ρεστοράν; Δεν πρόκειται απλώς για το φαγητό).

Για τι πρόκειται λοιπόν;

Σε ορισμένες περιπτώσεις, πιστεύω, είναι όντως το εξαιρετικά νόστιμο φαγητό. Σε άλλες, όμως, η γοητεία δεν αφορά καθόλου αυτό. Ίσως είναι ένας αγαπημένος, ευγενικός, οικείος και ομιλητικός σερβιτόρος ή η αίσθηση ότι αναγνωρίζεσαι από όλους στο προσωπικό περνώντας την πόρτα. Ίσως είναι απλώς μια ανεξήγητη «σπιτική» αίσθηση που δεν έχουμε καταφέρει να βρούμε σε άλλο εστιατόριο. Ιεροτελεστία τελικά είναι και το να ντύνεσαι καλά, να ξοδεύεις, μια φορά βρε αδερφέ, χρήματα και να αντιμετωπίζεσαι με ευγένεια σε ένα κορυφαίο εστιατόριο.

Αυτά δεν είναι πράγματα που μπορεί να βρει κανείς στο μενού, αλλά είναι εξίσου κρίσιμα για την επιτυχία (ή την αποτυχία) ενός εστιατορίου.

Τα ρεστοράν εξυπηρετούν σημαντικές λειτουργίες στην κοινωνία, εκτός από το ότι μας σερβίρουν φαγητό. Γιορτάζουμε εκεί μεγάλες στιγμές της ζωής μας, από γενέθλια και νέες δουλειές έως δεξιώσεις γάμου και επετείους.

Τι από όλα αυτά λαμβάνουν υπόψη τους αυτοί που αποφασίζουν τη λήψη περιοριστικών μέτρων είναι άγνωστο…

*Η φωτογραφία είναι του Άρι Γεωργίου, από το βιβλίο του για το παλιό, ιστορικό εστιατόριο της Θεσσαλονίκης «Όλυμπος Νάουσα» (1994).