Ο Κωνσταντίνος Κωνσταντινίδης* της PELOPAC μιλά στον Κώστα Μπλιάτκα για τις αλλαγές στην αγορά τροφίμων

«Το 2020 η έλευση της πανδημίας επηρέασε διαφορετικά τις εταιρείες των τροφίμων ανάλογα σε ποιον κλάδο δραστηριοποιούνται. Με το κλείσιμο λοιπόν της εστίασης και τον περιορισμό της λειτουργίας των εστιατορίων παγκοσμίως ο κλάδος του HORECA, της τροφοδοσίας και εστιατορίων  αφενός και αφετέρου των ξενοδοχείων, του catering με την ευρύτερη έννοια επλήγησαν βαθύτατα. Από την άλλη επειδή οι καταναλωτές δεν είχαν την δυνατότητα να πάνε στα εστιατόρια, η κατανάλωση τροφίμων στο σπίτι αυξήθηκε οπότε  οι πωλήσεις στη λιανική αυξήθηκαν ραγδαία.»
Μιλά ο Κωνσταντίνος Κωνσταντινίδης Διευθύνων Σύμβουλος της PELOPAC η οποία έχει επικεντρωθεί στην παραγωγή των υγιεινών  και μεσογειακών τροφίμων και την εξαγωγή τους σε σημαντικές και θεωρούμενες και πιο απαιτητικές αγορές όπως είναι οι ΗΠΑ, η Αυστραλία, η Βρετανία  και κάποιες Ευρωπαϊκές Χώρες.
Η ελιά είναι με διαφορά το  βασικότερο είδος της εταιρίας και αντιπροσωπεύει , πάνω από το 85% της δραστηριότητάς της η οποία χαρακτηρίζεται από την ανάπτυξη νέων προϊόντων σε συνεργασία με τους πελάτες: συνδυασμός παραδοσιακών τροφίμων  και τους παραδοσιακών τρόπων επεξεργασίας, όπως η ελιά με μία τελείως φυσική επεξεργασία αλλά με τους σύγχρονους τρόπους παραγωγής και τις πλέον σύγχρονες συσκευασίες.

«Πρόκειται για μια αγορά που πλέον εξελίσσεται γρήγορα ακόμα και στα πιο παραδοσιακά προϊόντα», υπογραμμίζει.
«Επίσης , λέει ο ίδιος, ένας δευτερογενής παράγοντας είναι , αφενός πως οι καταναλωτές πήγαν περισσότερο στη λιανική για να αγοράσουν τρόφιμα που καταναλώνουν στο σπίτι  και επειδή υπήρξε  και ο φόβος με τον covid, επέλεξαν να κατευθυνθούν περισσότερο στα τυποποιημένα τρόφιμα παρά στα ανοιχτά, οπότε ξαφνικά το κομμάτι της λιανικής που αφορούσε τα προϊόντα στο ράφι, που ήταν σε μία μακροχρόνια πτώση , γνώρισε μία μεγάλη άνοδο ενώ αντίστοιχα παρόμοια τρόφιμα που πωλούνται ανοικτά , είχαν αισθητή μείωση»
«Το 2020 λοιπόν είχαμε να αντιμετωπίσουμε αυτές τις μεγάλες προκλήσεις με πρώτη την έγνοια για την υγεία των εργαζομένων και στη συνέχεια της λειτουργίας των επιχειρήσεων και φυσικά όπως προανέφερα στο να ανταποκριθούμε στις αλλαγές στη ζήτηση.
Το 2021  άνοιξε η λειτουργία των εστιατορίων ,αλλά οι καταναλωτές  έχοντας κατευθυνθεί  προς την λιανική, οδήγησαν τις πωλήσεις των ιδιαίτερων τροφίμων στη λιανική σε υψηλά επίπεδα. Σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα υψηλότερα και από το 2020.
Η πρόκληση το 2021 ήταν μία δευτερογενής επίπτωση της πανδημίας που ήταν οι μεταφορές λόγω όλης αυτής της ανισορροπίας στην ζήτηση της μεταβολής των ποσοτήτων  που ζητούνταν  και αφετέρου επειδή στην αλυσίδα τροφοδοσίας.

Εδώ παρατηρήσαμε σημαντικές καθυστερήσεις  αφ ενός στις μεταφορές καθώς είδαμε σε πολλά λιμάνια να υπάρχουν ουρές πλοίων που περίμεναν να ξεφορτωθούν. Εμφανίστηκε επίσης το φαινόμενο σε πάρα πολλές αγορές έλλειψης οδηγών και όλη αυτή η δυσκολία στις μεταφορές, προκάλεσε μία πολύ υψηλή αύξηση του κόστους των μεταφορών και δημιούργησε προβλήματα και στην τροφοδοσία με τρομερές καθυστερήσεις στις παραδόσεις»
«Με το τρίτο κύμα προέκυψε πολύ  μεγάλη αύξηση τιμής  στα μέταλλα, το χαρτί , το γυαλί παράλληλα με αυξήσεις στο κόστος ενέργειας κάθε μορφής», αναφέρει ο κ. Κωνσταντινίδης και προσθέτει:
«Οπότε αυτό που έχουμε να διαχειριστούμε πλέον στο τέλος του 2021  και μπαίνοντας στο 2022 είναι η αύξηση όλων των παραγόντων κόστους. Δυστυχώς λόγω των κλιματικών συνθηκών  στον κλάδο των τροφίμων επηρέασε πάρα πολύ αρνητικά  και η κάκιστη σοδιά που υπήρχε το 2021 στα περισσότερα  αγροτικά προϊόντα που είδαμε τις παραγωγές να μειώνονται πάρα πολύ. Κάκιστη βασικά στην ποσότητα πράγμα που οδήγησε θα έλεγα σε μία ανεξέλεγκτη αύξηση των τιμών όλων των αγροτικών προϊόντων».
«Το στοίχημα είναι το πως διαχειρίζεται κανείς αφενός την αύξηση  όλων των παραγόντων κόστους και από την άλλη την πίεση στο να μην ανέβουν οι τιμές από τα  δίκτυα  διανομής και λιανικής».

* Ο Κωνσταντίνος Κωνσταντινίδης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της PELOPAC

Η PELOPAC αυτή τη στιγμή ολοκληρώνει ένα  σημαντικό επενδυτικό πρόγραμμα επέκτασης του εργοστασίου και των παραγωγικών δυνατοτήτων της και στοχεύει στην περαιτέρω ανάπτυξη των πωλήσεων μέσω των υφιστάμενων  συνεργασιών, κοιτάζοντας την γεωγραφική εξάπλωση των πωλήσεων σε χώρες όπως η Γερμανία, ο Καναδάς, η Ιταλία και άλλες χώρες. Οι εγκαταστάσεις της, μεγέθους 7.700 m², βρίσκονται στην Βιομηχανική Περιοχή της Σίνδου.