Οικονομική Επιθεώρηση, Νοέμβριος 2021, τ.1012,

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ του δρα Παναγιώτη Κοντάκου

 

Η μέση θερμοκρασία της επιφάνειας του πλανήτη έχει αυξηθεί περίπου  1,2 °C από τα τέλη του 19ου αιώνα, μια αλλαγή που οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις αυξημένες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα και σε άλλες ανθρώπινες δραστηριότητες, με τα επτά πιο πρόσφατα χρόνια να είναι τα θερμότερα. Τα έτη 2016 και 2020 αποτελούν τις θερμότερες χρονιές που έχουν καταγραφεί (NASA, 2021).

H υπερθέρμανση του πλανήτη προκαλεί αυξημένες και, σε ορισμένες περιπτώσεις, μη αναστρέψιμες αλλαγές στις βροχοπτώσεις, τους ωκεανούς και τους ανέμους σε όλες τις περιοχές του κόσμου. Οι εκτεταμένες καταστροφικές πυρκαγιές που έπληξαν πολλές μεσογειακές χώρες το καλοκαίρι που διανύσαμε, ιδιαίτερα δε την Ισπανία, την Ελλάδα, την Τουρκία και την Κύπρο, οι ισχυρές βροχοπτώσεις που οδήγησαν σε σοβαρές πλημμύρες στη Δυτική Ευρώπη, κυρίως στη Γερμανία και το Βέλγιο, αλλά και οι τεράστιες πυρκαγιές που μαίνονται συνεχώς στην Καλιφόρνια τα τελευταία πέντε καλοκαίρια, έχοντας αποτεφρώσει το 4% της συνολικής της έκτασης, αποτελούν ορισμένες μόνο από τις έκδηλες επιπτώσεις του φαινομένου της κλιματικής αλλαγής.

Αύξηση θερμοκρασίας

Σύμφωνα με την πλέον πρόσφατη έκθεση της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC), όσον αφορά την Ευρώπη, η έκθεση προβλέπει αύξηση της συχνότητας και της έντασης των ακραίων καιρικών φαινομένων, συμπεριλαμβανομένων των επεισοδίων υπερθέρμανσης των θαλάσσιων υδάτων, και προειδοποιεί ότι η αύξηση της θερμοκρασίας κατά 2°C θα έχει σοβαρότατες επιπτώσεις για τη φύση και τους ανθρώπους. Οι υψηλότερες θερμοκρασίες και τα εντεινόμενα καιρικά φαινόμενα θα οδηγήσουν επίσης σε τεράστιο κόστος για την οικονομία της ΕΕ και θα υπονομεύσουν την ικανότητα των χωρών να παράγουν τρόφιμα.

Τα ακραία αυτά  φυσικά  φαινόμενα, τα οποία παραδοσιακά κατατάσσονται σε όρους διαχείρισης κινδύνων ως περιβαλλοντικοί κίνδυνοι χαμηλής πιθανότητας/υψηλού αντικτύπου (low risk/high impact), αποτελούν, μεταξύ των λοιπών κατηγοριών παγκοσμίων κινδύνων (οικο- νομικών, κοινωνικών, γεωπολιτικών και τεχνολογικών), την κατηγορία η οποία αναμένεται να έχει τις σημαντικότερες πιθανές αρνητικές επιπτώσεις για τα επόμενα 10 έτη (WEF, 2021). Οι εκδηλώσεις των περιβαλλοντικών κινδύνων συνδέονται, σε επιστημονικούς όρους, με αναμενόμενα συμβάντα όπως η απώλεια βιοποικιλότητας και η κατάρρευση οικοσυστημάτων, τα ακραία καιρικά φαινόμενα, οι ανθρωπογενείς περιβαλλοντικές ζημιές, οι μεγάλες γεωφυσικές καταστροφές και η κρίση των φυσικών πόρων.

Μεταξύ των παραπάνω κινδύνων έρχεται πλέον να προστεθεί και η αποτυχία (δυνητικά) κλιματικής δράσης, η οποία μεταφράζεται ως η αποτυχία κυβερνήσεων και επιχειρήσεων να θεσπίσουν ή να επενδύσουν σε αποτελεσματικά μέτρα προσαρμογής και μετριασμού της κλιματικής αλλαγής, να διατηρήσουν τα οικοσυστήματα, να προστατεύσουν τους πληθυσμούς και να περάσουν σε μια οικονομία ουδέτερη από άνθρακα.

Προς την κατεύθυνση ακριβώς αυτή της κλιματικής κινητοποίησης, η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία, η οποία ανακοινώθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 2019, αποτελεί τη νέα αναπτυξιακή στρατηγική για τον μετασχηματισμό της ΕΕ σε μια δίκαιη, σύγχρονη, αποδοτική ως προς τη χρήση των πόρων και ανταγωνιστική κυκλική οικονομία, αποσκοπώντας σε μηδενικές καθαρές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου έως το 2050.

Επίσης, στο Συμβούλιο Περιβάλλοντος της 6ης Οκτωβρίου 2021, οι υπουργοί Περιβάλλοντος της ΕΕ καθόρισαν και ενέκριναν τη θέση της ΕΕ ενόψει της Συνόδου Κορυφής των Ηνωμένων Εθνών για την κλιματική αλλαγή (COP26), τον Νοέμβριο στη Γλασκώβη του Ηνωμένου Βασιλείου. Η θέση αυτή συνοψίζεται στην επιτακτική ανάγκη να επιταχυνθεί η παγκόσμια αντίδραση για την αντιμετώπιση της κλιματικής έκτακτης ανάγκης· υπογραμμίζουν δε την αναγκαιότητα μιας δίκαιης και ισότιμης κλιματικής μετάβασης σε ολόκληρο τον κόσμο.

Global hotspot

Η λεκάνη της Μεσογείου θεωρείται μεταξύ των γεωγραφικών περιοχών που είναι πιο ευάλωτες στην κλιματική αλλαγή. Η Κύπρος, ως “global hotspot”, αναμένεται να αντιμετωπίσει σημαντικές αυξήσεις της θερμοκρασίας τις επόμενες δεκαετίες, με την αύξηση της μέγιστης θερμοκρασίας να εκτιμάται σε 1,3-1,9 °C για την περίοδο 2021-2050, και μείωση των επιπέδων βροχοπτώσεων. Μια ανάλογη τάση αύξησης της θερμοκρασίας και πτώσης των βροχοπτώσεων έχει καταγραφεί για τον 20ό αιώνα.

Ως αποτέλεσμα, αναμένονται αρκετές άμεσες και έμμεσες κλιματικές επιπτώσεις σε διάφορους τομείς. Ενδεικτικά, οι επιπτώσεις αυτές σχετίζονται δυνητικά με τα επίπεδα των υδάτινων πόρων, τη βιοποικιλότητα του νησιού, τις γεωργικές καλλιέργειες, την κτηνοτροφία και τη διάβρωση των 735 χλμ. ακτογραμμών της, λόγω της αύξησης της θαλάσσιας στάθμης. Στον τουριστικό τομέα, η αναμενόμενη αύξηση της θερμοκρασίας και τα κύματα καύσωνα θα μπορούσαν να οδηγήσουν στη μεταβολή του κέντρου βάρους του τουρισμού από το θέρος προς την άνοιξη και το φθινόπωρο.

Αδυναμίες

Ταυτόχρονα, η Κύπρος, ως μια νησιωτική χώρα στην εσχατιά της Ανατολικής Μεσογείου, παρουσιάζει τα κοινά ενεργειακά προβλήματα των περισσοτέρων νησιών, κυρίως αυτών της ενεργειακής απομόνωσης και  του υψηλού κόστους ενεργειακού εφοδιασμού. Από την ανεξαρτησία της το 1960, η χώρα βασίζεται σταθερά στο εισαγόμενο πετρέλαιο για την κάλυψη των ενεργειακών της αναγκών, έχοντας την υψηλότερη εξάρτηση μεταξύ των 27 χωρών της ΕΕ από τα ορυκτά καύσιμα κατά 90% (το 2019) στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.

Η αντιμετώπιση των αδυναμιών που οφείλονται στην περιορισμένη συνδεσιμότητα μεταξύ της Μεσογείου και της ηπειρωτικής Ευρώπης αποτέλεσε και το επίκεντρο των συζητήσεων στην πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής των EUMED 9 στην Αθήνα τον Σεπτέμβριο. Στο πλαίσιο αυτό αναγνωρίστηκε ότι η εφαρμογή της Πράσινης Συμφωνίας και η επίτευξη μιας ευρωπαϊκής πράσινης οικονομίας είναι αλληλένδετες με την ανάληψη συντονισμένων δράσεων στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η γεωγραφική θέση ακριβώς της Κύπρου, στο σημείο συνάντησης της Μεσογείου, της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής, το κύρος των περιφερειακών σχέσεων καλής γειτονίας που ήδη διαθέτει, καθώς και η σφυρηλάτηση αυτών μέσω της εγκαθίδρυσης προσφάτως μιας σειράς τριμερών μηχανισμών ενεργειακής συνεργασίας με Αίγυπτο, Ισραήλ, Ιορδανία, Λίβανο, Παλαιστίνη και ΗΑΕ, ευνοούν όλα τη σύναψη ενός περιφερειακού σχεδίου δράσης με τις λοιπές χώρες προς την κατεύθυνση των στόχων που θέτει η Συμφωνία των Παρισίων του 2016.

Στα παραπάνω πλαίσια, η προώθηση της πράσινης μετάβασης και στις υπόλοιπες, τρίτες, χώρες της Μεσογείου αποτελεί ήδη αναγνωρισμένο κυρίαρχο στόχο της εξωτερικής πολιτικής της χώρας για το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα και συνάδει πλήρως με τη γενικότερη φιλοσοφία της για την περιοχή, που βασίζεται κυρίως στο δόγμα της στοχευμένης αποτελεσματικής πολυμέρειας (Ν. Χριστοδουλίδης, Cyprus Forum 2021).

Υποδομές

H εκμετάλλευση των πλούσιων υποθαλάσσιων ενεργειακών αποθεμάτων της σε φυσικό αέριο στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, τα υπό σχεδιασμό έργα ηλεκτρικής διασύνδεσης EuroAsia Interconnector και EuroAfrica Interconnector και ο υπό σχεδιασμό αγωγός φυσικού αερίου EastMed αποτελούν τα κυριότερα έργα κοινού ενδιαφέροντος (PCIs) προς την κατεύθυνση της κλιματικής δράσης στην περιοχή. Πολλά από τα έργα αυτά έχουν ως κοινό παρονομαστή την αποδοχή του φυσικού αερίου (του βασιλιά των υδρογονανθράκων) ως απαραίτητου, για αρκετά κράτη-μέλη, καυσίμου (ομαλής) μετάβασης για την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας έως το 2050. Στην περίπτωση της Κύπρου, η μετάβαση αυτή περικλείει και τη μετάβαση από το (εισαγόμενο) πετρέλαιο στο (εγχώριο) φυσικό αέριο. Η χρησιμότητα μάλιστα των υποδομών αυτών (π.χ. των νέων αγωγών) επεκτείνεται δυνητικά και πέρα (ή και νωρίτερα) από το 2050, στο μέλλον, για τη διαμετακόμιση υδρογόνου, που αποτελεί το καύσιμο του μέλλοντος.

Εν κατακλείδι, η «αξιοποίηση» της κλιματικής αλλαγής, παρά τις κρίσιμες προκλήσεις που τη συνοδεύουν, μπορεί να αποτελέσει, ιδιαίτερα για την πλήρως εξαρτημένη από το πετρέλαιο και απομονωμένη Μεγαλόνησο, σε συνδυασμό με τον εν εξελίξει ψηφιακό της μετασχηματισμό, εφαλτήριο βιώσιμης ανάπτυξης, ενεργειακής ασφάλειας, συνεργασίας και ειρήνης για τις επόμενες δεκαετίες.

Όπως άλλωστε γράφει και ο Ποιητής του Αιγαίου στο «Άξιον εστί», «έχουμε τόση θάλασσα μπροστά μας. Εκεί που τελειώνουμε εμείς αρχίζει η θάλασσα». Η θάλασσα, κατά τα τεκταινόμενα, διαφαίνεται να αποτελεί σήμερα και πάλι τη δύναμη ανέλκυσης του Ελληνισμού προς τη μελλοντική του αειφόρο πορεία μέσα στη γεωγραφία και ιστορία.

 

*Ο Δρ Παναγιώτης Κοντάκος είναι επίκουρος καθηγητής στη Διεθνή Επιχειρηματικότητα, διευθυντής του ΜΒΑ, πρόεδρος της Επιτροπής για την Καινοτομία και Επιχειρηματικότητα του Πανεπιστημίου UCLan Cyprus και Certified Energy Risk Professional (ERP, GARP).